Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

«Συνένοχος» ο Πάπας Βενέδικτος σε υποθέσεις κακοποίησης παιδιών σύμφωνα με γερμανική έρευνα

Access to the comments Σχόλια
Από euronews  with ΑΠΕ-ΜΠΕ-AFP
euronews_icons_loading
file photo, Pope Emeritus Benedict XVI
file photo, Pope Emeritus Benedict XVI   -   Πνευματικά Δικαιώματα  Andrew Medichini/Copyright 2018 The Associated Press. All rights reserved.

Κατηγορίες κατά του επίτιμου πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄ διατυπώνονται σε ανεξάρτητη έκθεση που παρουσιάσθηκε σήμερα στην Γερμανία με θέμα τις σεξουαλικές επιθέσεις κατά ανηλίκων στην αρχιεπισκοπή του Μονάχου και Φράιζινγκ, της οποίας προΐστατο κατά την περίοδο 1977-1982.

Πριν γίνει πάπας, ο καρδινάλιος Γιόζεφ Ράτσινγκερ δεν έκανε καμία ενέργεια για να αποκλείσει από τους κόλπους της Εκκλησίας τέσσερα στελέχη της που βαρύνονταν με υποψίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων, δήλωσαν κατά την διάρκεια συνέντευξης Τύπου οι δικηγόροι της έκθεσης που συντάχθηκε κατά παραγγελία της Εκκλησίας .

Σε ανακοίνωσή του που διαβιβάσθηκε στους δικηγόρους, ο επίτιμος πάπας απορρίπτει «με δριμύτητα» κάθε ευθύνη, θέση την οποία οι συντάκτες της έκθεσης δεν θεωρούν «αξιόπιστη», δήλωσε ο δικηγόρος Μάρτιν Πουτς.

Σε δύο περιπτώσεις, επρόκειτο για μέλη του κλήρου που διέπραξαν σειρά διαπιστωμένων, και από τα δικαστήρια, επιθέσεων, τόνισε. Οι δύο ιερείς παρέμειναν στους κόλπους της Εκκλησίας και δεν έγινε καμία ενέργεια, κατήγγειλε.

Οι ειδικοί δηλώνουν πεπεισμένοι ότι ο Γιόζεφ Ράτσινγκερ ήταν σε γνώση του παιδοφιλικού παρελθόντος του ιερέα Πέτερ Χούλερμαν, που έφθασε τον 1980 από την Ρηνανία-Βόρεια Βεστφαλία στην Βαυαρία, όπου συνέχισε τις κακοποιήσεις ανηλίκων επί δεκαετίες χωρίς να τον ενοχλήσει κανείς.

Το 1986, δικαστήριο τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης με αναστολή. Αλλά τότε μετατέθηκε σε άλλη πόλη της Βαυαρίας, όπου υποτροπίασε. Ο ιερέας παρέμεινε εν ενεργεία μέχρι το 2010, οπότε και οδηγήθηκε σε συνταξιοδότηση.

Ο Γιόζεφ Ράτσινγκερ έχει αρνηθεί ότι γνώριζε το παρελθόν του ιερέα, η περίπτωση του οποίου απασχόλησε τον Τύπο το 2010, επί της παπικής θητείας του Βενέδικτου ΙΣΤ΄.

Οι συντάκτες της έκθεσης κατηγορούν επίσης τον καρδινάλιο Ράινχαρντ Μαρξ, σημερινό αρχιεπίσκοπο Μονάχου και Φράιζινγκ, για αμέλεια σε δύο περιπτώσεις ιερέων που βαρύνονται με υποψίες για σεξουαλικές επιθέσεις σε παιδιά.

Η έκθεση καταγγέλλει συστηματική απόκρυψη κρουσμάτων βίας κατά ανηλίκων κατά την περίοδο 1945-2019 με στόχο την «προστασία του θεσμού της Εκκλησίας».

«Συγγνώμη» του Καρδινάλιου Μαρξ

«Συγγνώμη» από τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης που αποκαλύφθηκε στην Επισκοπή Μονάχου και Φράιζινγκ ζήτησε ο Επίσκοπος της περιοχής και πρώην επικεφαλής της Διάσκεψης των Γερμανών Επισκόπων Καρδινάλιος Ράινχαρντ Μαρξ, αναλαμβάνοντας, όπως είπε, την ευθύνη για την Εκκλησία ως θεσμό.

«Η πρώτη μου σκέψη είναι σε εκείνους οι οποίοι έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και βίωσαν τη δυστυχία στα χέρια εκκλησιαστικών αξιωματούχων σε τέτοια ηλικία. Είμαι σοκαρισμένος και ντρέπομαι», δήλωσε ο Καρδινάλιος, μετά τη δημοσιοποίηση, νωρίτερα σήμερα, έκθεσης για περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης κατά την περίοδο 1977-1982 στην Επισκοπή Μονάχου και Φράιζινγκ. Η έκθεση βαρύνει κυρίως τον Επίτιμο Πάπα Βενέδικτο - τότε επικεφαλής της Επισκοπής ως Καρδινάλιος Γιόζεφ Ράτσινγκερ -, ο οποίος απέρριπτε αυστηρά κάθε υπόνοια για ανάρμοστη συμπεριφορά αξιωματούχων της Εκκλησίας, τον διάδοχό του Καρδινάλιο Φρίντριχ Βέτερ, αλλά και τον Καρδινάλιο Μαρξ, ο οποίος φέρεται να αδράνησε όταν του κοινοποιήθηκαν ανάλογες καταγγελίες για μέλη της Εκκλησίας του.

Στην έκθεση αναφέρονται 497 θύματα σεξουαλικής βίας, 247 άνδρες και 182 γυναίκες. Το 60% των ανδρών ήταν την εποχή της κακοποίησης 8-14 ετών, ενώ, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, οι φερόμενοι ως δράστες ήταν 173 ιερείς και εννέα διάκονοι, πολλοί εκ των οποίων συνέχισαν να εργάζονται ακόμη και μετά τις σε βάρος τους καταγγελίες. Οι υπεύθυνοι της έρευνας επισημαίνουν μάλιστα ότι αυτές είναι μόνο οι υποθέσεις που κατέστη δυνατό να εντοπιστούν, αλλά οι πραγματικές διαστάσεις του θέματος είναι πολύ μεγαλύτερες.

Ο Καρδινάλιος Μαρξ περιέγραψε την έκθεση ως «σημαντικό και απαραίτητο δομικό στοιχείο για τη διεκπεραίωση περιπτώσεων σεξουαλικής κακοποίησης», τόσο στην Επισκοπή του όσο και συνολικά στην Εκκλησία και διαβεβαίωσε ότι θα δρομολογηθούν αλλαγές στη βάση του περιεχομένου της, ενώ τόνισε ότι βασικοί άξονες για την περαιτέρω δράση θα είναι η «στροφή προς τα θύματα της κακοποίησης και η επεξεργασία λανθασμένων δομών εξουσίας και συμπεριφορών».