Περισσότερο από εμπόριο, μια στρατηγική επιλογή σε έναν κατακερματισμένο κόσμο
Ύστερα από δύο δεκαετίες διαπραγματεύσεων με συνεχείς διακοπές και επανεκκινήσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ινδία κατέληξαν σε αυτό που χαρακτηρίστηκε ως η «μητέρα όλων των συμφωνιών»: μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου που προβλέπει τη μείωση ή την κατάργηση δασμών στο 97% των εξαγωγών ευρωπαϊκών προϊόντων προς την Ινδία, ενώ ταυτόχρονα παρέχει προνομιακή πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά για το 99% των ινδικών εξαγωγών, σε αξία.
Το γεγονός ότι η συμφωνία κατέστη τελικά εφικτή, παρά τις βαθιά αποκλίνουσες θέσεις των δύο πλευρών, σηματοδοτεί μια ουσιαστική μετατόπιση και για την ΕΕ και για την Ινδία.
Ξεπεράστηκαν «κόκκινες γραμμές» και έγιναν αμοιβαίες παραχωρήσεις: οι δασμοί στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, για παράδειγμα, θα παραμείνουν στο 40%, ενώ η Ινδία αποδέχθηκε τη σταδιακή κατάργηση δασμών σε βασικά βιομηχανικά προϊόντα.
Η συμφωνία αντανακλά μια κοινή εκτίμηση ότι διακυβεύονται πολύ περισσότερα από το εμπόριο καθαυτό. Αποτυπώνει μια νέα λογική συνεργασίας, διαμορφωμένη από τη στρατηγική αναγκαιότητα σε μια παγκόσμια οικονομία που γίνεται ολοένα και πιο ανταγωνιστική και ασταθής.
Σε έναν κόσμο όπου οι οικονομικοί δεσμοί εργαλειοποιούνται και η διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες φθίνει, η Ευρώπη και η Ινδία επιλέγουν να παγιώσουν την αλληλεξάρτησή τους μέσω διαπραγματευμένων όρων και να τη χρησιμοποιήσουν ως βάση για ευρύτερη στρατηγική συνεργασία.
Για την Ευρώπη, η οποία βρίσκεται υπό έντονη πίεση να διαφοροποιήσει τις οικονομικές της σχέσεις, η συμφωνία αυτή αποτελεί ένα καλό ξεκίνημα για ένα έτος που θα έπρεπε να σηματοδοτηθεί από περισσότερες στρατηγικές εταιρικές σχέσεις.
Στην πραγματικότητα, η εμπορική συμφωνία αντανακλά τη λογική που διατύπωσε ο Πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός.
Εκεί, ο Κάρνεϊ υποστήριξε ότι δεν ζούμε μια ομαλή μετάβαση αλλά μια βαθιά ρήξη, με τις μεγάλες δυνάμεις να εργαλειοποιούν τους δασμούς και να εκμεταλλεύονται τις εξαρτήσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι μεσαίες δυνάμεις οφείλουν να χτίσουν ανθεκτικότητα από κοινού, χωρίς να εγκαταλείπουν τις αξίες τους.
Η συμφωνία ΕΕ–Ινδίας αποτελεί σαφή έκφραση αυτής της προσέγγισης, καθώς συμβάλλει στη μείωση της ευαλωτότητας έναντι οικονομικού εξαναγκασμού, διατηρώντας ταυτόχρονα ανοιχτές τις αγορές εκεί όπου η ανοιχτότητα εξυπηρετεί τη στρατηγική αυτονομία.
Γιατί η συμφωνία έχει σημασία και για τις δύο πλευρές
Για την Ινδία, η συμφωνία αποτελεί σήμα σοβαρότητας ως προς τη φιλοδοξία της να εξελιχθεί σε κορυφαία δύναμη στη μεταποίηση και τις υπηρεσίες, χωρίς να απεμπολήσει τη στρατηγική της μη ευθυγράμμιση.
Για την Ευρώπη, προσφέρει βελτιωμένη πρόσβαση σε μία από τις μεγαλύτερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές παγκοσμίως, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλει στη διαφοροποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων και των συνεργασιών σε επίπεδο προτύπων, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου κατακερματισμού. Οι ευρωπαϊκοί ηγέτες αναμένουν σημαντική εξοικονόμηση από δασμούς και σταδιακή αύξηση των εξαγωγών, από μια συμφωνία που καλύπτει περίπου το 15% του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών.
Ωστόσο, η πραγματική ευκαιρία για την ΕΕ υπερβαίνει την αύξηση των πωλήσεων μηχανημάτων, χημικών ή φαρμακευτικών προϊόντων.
Έγκειται στη δυνατότητα να εδραιώσει ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και ευρωπαϊκά πρότυπα στην επόμενη δεκαετία των μεγάλων ινδικών επενδύσεων σε υποδομές: από τον εκσυγχρονισμό των δικτύων και την αποθήκευση ενέργειας έως τη βιομηχανική απανθρακοποίηση και την προηγμένη μηχανολογία, διασφαλίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες δεν θα βρεθούν σε διαρθρωτικά μειονεκτική θέση έναντι ανταγωνιστών με προνομιακή πρόσβαση στην αγορά.
Η συμφωνία αφορά τη μελλοντική ανάπτυξη σε τομείς όπου η κλίμακα, τα πρότυπα και οι αξιόπιστες συνεργασίες καθορίζουν ποιος κερδίζει τα μεγάλα έργα. Συνδέει την αναπτυξιακή πορεία της Ινδίας με την ευρωπαϊκή ανάγκη για ανθεκτικότητα, μέγεθος και αξιόπιστους εταίρους.
Πέρα από τους δασμούς
Πέρα από τις μακροπρόθεσμες εμπορικές προοπτικές, ανοίγονται και νέα «κεφάλαια» συνεργασίας με την Ινδία.
Το Συμβούλιο Εμπορίου και Τεχνολογίας ΕΕ–Ινδίας προωθεί ήδη συνεργασίες σε τομείς όπως οι ημιαγωγοί και η διαλειτουργικότητα των ψηφιακών δημόσιων υποδομών. Η εμπορική συμφωνία μπορεί πλέον να καταστήσει αυτές τις πρωτοβουλίες λειτουργικές, μέσω οικοσυστημάτων αξιόπιστων προμηθευτών, κοινών διαδρομών έρευνας και ανάπτυξης και ρυθμιστικής συνεργασίας που μειώνει το κόστος συναλλαγών για την καινοτομία.
Η στενότερη συνεργασία στην τεχνητή νοημοσύνη και στη διαμοίραση αξιόπιστων δεδομένων θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία εναλλακτικών προσεγγίσεων πέρα από τα κυρίαρχα μοντέλα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας.
Παράλληλα, οι ηγέτες ενέκριναν μια ευρεία στρατηγική ατζέντα, που περιλαμβάνει τη συνεργασία στην καθαρή ενέργεια και την κλιματική ανθεκτικότητα. Εφόσον εφαρμοστεί με σοβαρότητα, η συμφωνία μπορεί να επιταχύνει την απανθρακοποίηση, εστιάζοντας σε επενδύσεις και κίνητρα της αγοράς, αντί σε ρυθμιστική πίεση: μέσω της καθαρής μεταποίησης, των προτύπων για πράσινα υλικά και των επενδυτικών μηχανισμών που κινητοποιούν ιδιωτικά κεφάλαια.
Η σύνοδος κορυφής ανέδειξε επίσης μια νέα εταιρική σχέση ΕΕ–Ινδίας στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, υπογραμμίζοντας ότι στην εποχή της γεωοικονομίας, η οικονομική ολοκλήρωση και η στρατηγική συνεργασία προχωρούν παράλληλα.
Η συμμετοχή του στρατιωτικού επιτελείου της ΕΕ στην παρέλαση για την Ημέρα της Δημοκρατίας της Ινδίας συμβόλισε την εμβάθυνση των δεσμών, ιδιαίτερα στον Ινδο-Ειρηνικό. Ταυτόχρονα, οι εντάσεις της Ινδίας με την Κίνα και το Πακιστάν ενδέχεται, σε μελλοντικές κρίσεις, να φέρουν την ΕΕ αντιμέτωπη με δύσκολες πολιτικές επιλογές, ιδίως σε σχέση με το Πεκίνο.
Δημογραφία, κινητικότητα και γεωοικονομική στρατηγική
Η δημογραφία προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο συμπληρωματικότητας. Η ΕΕ αντιμετωπίζει δημογραφική κρίση, με σχεδόν 13 εκατομμύρια οικονομικά ενεργούς πολίτες να αναμένεται να συνταξιοδοτηθούν μόνο στη Γερμανία έως το 2036. Αντιθέτως, η Ινδία εκτιμάται ότι θα διαθέτει πλεόνασμα 245 εκατομμυρίων υψηλά ειδικευμένων εργαζομένων έως το 2030.
Η Κοινή Ατζέντα ΕΕ–Ινδίας για τη Μετανάστευση και την Κινητικότητα θα μπορούσε να προσφέρει ένα πλαίσιο για μια δίκαιη και ισορροπημένη μεταναστευτική πολιτική, καλύπτοντας κρίσιμα κενά, ιδίως στον ψηφιακό τομέα.
Συνολικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπέγραψε απλώς μια εμπορική συμφωνία με την Ινδία. Δημιούργησε ένα ισχυρό σημείο αναφοράς για μια ευρύτερη γεωοικονομική εταιρική σχέση, σε μια εποχή κατακερματισμού και εξαναγκασμού.
Οι πρόσφατες διατλαντικές εντάσεις αύξησαν την επίγνωση κινδύνου στην Ευρώπη και ενίσχυσαν το ενδιαφέρον της να αποφύγει διλήμματα τύπου «Ουάσινγκτον ή Πεκίνο».
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ινδία θα μπορούσε να αποτελέσει έναν στρατηγικά απαραίτητο τρίτο άξονα, ακόμη κι αν η προσέγγισή της δεν ευθυγραμμίζεται πάντοτε πλήρως με τις ευρωπαϊκές προτιμήσεις.
Καθοριστικής σημασίας είναι πλέον η ομαλή κύρωση της συμφωνίας, τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη, όσο και από την εσωτερική διαδικασία στην Ινδία.
Αν η Ευρώπη επιθυμεί η συμφωνία να αποτελέσει κάτι περισσότερο από έναν επικοινωνιακό τίτλο, οφείλει να τη μεταχειριστεί ως στρατηγικό έργο, με μετρήσιμα ορόσημα στην πρόσβαση στις αγορές, στη συνεργασία στους τομείς της ενέργειας και της βιομηχανίας, και σε συγκεκριμένα βήματα προς τεχνολογικές και εφοδιαστικές συμπράξεις.
Ωστόσο, μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου θέτει μόνο το πλαίσιο. Η επιτυχία της εξαρτάται από την πραγματική συνεργασία σε επίπεδο επιχειρήσεων και σε κρίσιμους γεωοικονομικούς κλάδους, παρά τα εμπόδια όπως ο κατακερματισμός της αγοράς, η περιορισμένη γνώση της ινδικής αγοράς από ευρωπαϊκές εταιρείες και οι εναπομείνασες προστατευτικές πρακτικές, που δεν θα εξαλειφθούν αυτόματα.
Αν αυτό επιτευχθεί, η συμφωνία θα εξελιχθεί σε πυλώνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής οικονομικής ασφάλειας, σε μια εποχή όπου, όπως σημειώνει ο Μαρκ Κάρνεϊ, οι παλιές βεβαιότητες δεν ισχύουν πλέον.