Η επανεκκίνηση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας επιβεβαιώνει τη βούληση για συνέχιση της θεσμικής προσέγγισης και της θετικής ατζέντας, χωρίς όμως να διαφαίνεται μεταβολή στις πάγιες θέσεις των δύο πλευρών
Σημαντικές ενδείξεις για την κατεύθυνση των διμερών σχέσεων προέκυψαν από την συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν. Δεν δόθηκαν, ωστόσο, απαντήσεις σε κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν τις διμερείς σχέσεις. Η αμοιβαία βούληση για ενίσχυση του διαλόγου, συνεργασία σε πρακτικούς τομείς και διατήρηση ενός πλαισίου εμπιστοσύνης επιβεβαιώθηκε από την συνάντηση. Ωστόσο, όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, δεν προέκυψε τίποτα σχετικά με την επίλυση της μίας και μοναδικής διαφοράς που έχει η Αθήνα με την Άγκυρα, αλλα ούτε και σε σχέση με το Κυπριακό όπου φαίνεται να υπάρχει κινητικότητα το τελευταίο διάστημα ή την στάση της Τουρκίας για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου.
Από τις δηλώσεις των δύο ηγετών προκύπτει ότι υπάρχει κοινή βούληση να διατηρηθεί το κλίμα αποκλιμάκωσης και να αποφεύγονται οι εντάσεις, ακόμη και όταν υπάρχουν διαφωνίες. Η έμφαση δίνεται στη θετική ατζέντα, δηλαδή στην οικονομική συνεργασία, στις επενδύσεις, στην έρευνα και τεχνολογία, στην πολιτική προστασία και στη διασύνδεση των δύο χωρών, όπως δείχνει και η συμφωνία για την ακτοπλοϊκή γραμμή Θεσσαλονίκης–Σμύρνης.
Κατά την άφιξή του στην Άγκυρα, ο Έλληνας πρωθυπουργός συμμετείχε σε διευρυμένες συνομιλίες με τον Τούρκο πρόεδρο και τις αντίστοιχες κυβερνητικές αντιπροσωπείες, παρουσία υπουργών από το υπουργείο Εξωτερικών, Οικονομικών, Μετανάστευσης και άλλους κρίσιμους τομείς. Οι συνομιλίες είχαν στο επίκεντρο τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και την ενίσχυση συνεργασιών σε πρακτικά ζητήματα, όπως η οικονομία, η τεχνολογία, ο πολιτισμός και η διαχείριση κρίσεων.
Στις κοινές δηλώσεις μετά τη συνάντηση, ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε την ανάγκη να αρθούν όλες οι απειλές στις διμερείς σχέσεις, δηλαδή το για casus belli και επανέλαβε τη δέσμευση της Ελλάδας για διάλογο βασισμένο στο διεθνές δίκαιο και την αμοιβαία καλή πίστη. Από την πλευρά του, ο Ταγίπ Ερντογάν επεσήμανε ότι οι διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες, αν και περίπλοκες, μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω εποικοδομητικού διαλόγου και συνεργασίας, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για μονομερείς ενέργειες.
Η συνάντηση ανέδειξε επίσης την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε ζητήματα πρακτικής φύσης, όπως η μείωση των παράνομων μεταναστευτικών ροών μέσω βελτιωμένου συντονισμού μεταξύ ελληνικών και τουρκικών αρχών, και η υπογραφή μνημονίων συνεργασίας για επενδύσεις, πολιτισμό, έρευνα και τεχνολογία. Αυτά τα βήματα επιβεβαιώνουν ότι η συνεργασία σε λειτουργικό επίπεδο μπορεί να προχωρήσει ακόμη και όταν παραμένουν διαφωνίες σε θεμελιώδη πολιτικά θέματα.
«Ήθελα να πω ότι η χθεσινή συνάντηση εντάσσεται σε ένα κύκλο στρατηγικής της ελληνικής διπλωματίας, του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, έτσι ώστε να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι, να υπάρχουν κανόνες, να υπάρχει ένας δομημένος διάλογος με την Τουρκία», τόνισε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης μετά την συνάντηση του σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ.
«Εδώ είναι δύο τα επίπεδα, είναι το επίπεδο της ήπιας πολιτικής, της πιο χαμηλής πολιτικής και το επίπεδο της υψηλής πολιτικής. Στο επίπεδο της χαμηλής πολιτικής, νομίζω είναι πολύ προφανές ότι εχθές, οι δύο ηγέτες έκαναν μια συνολική αποτίμηση του πώς έχει πάει ο ελληνοτουρκικός διάλογος στο επίπεδο του πολιτικού διαλόγου, της θετικής ατζέντας και των Mέτρων Oικοδόμησης Eμπιστοσύνης», τόνισε ο κ. Γεραπετρίτης. «Τα αποτελέσματα, είναι σημαντικά σε πολλά επίπεδα. Έχουν καταστήσει τη σχέση μεταξύ των δύο χωρών, μία σχέση λειτουργική, μία σχέση καλής γειτονίας.
Τι δεν μάθαμε κατά την συνάντηση
Ωστόσο, η συνάντηση δεν έφερε λύσεις στα πιο κρίσιμα ζητήματα, όπως η οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Παράλληλα, το Κυπριακό τέθηκε στη συζήτηση χωρίς να καταλήξει σε νέα πολιτική πρωτοβουλία, αφήνοντας το ζήτημα σε γενικό επίπεδο δηλώσεων και αμοιβαίας προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο.
Με άλλα λόγια έγινε εκ νέου σαφές ότι οι πάγιες θέσεις των δύο πλευρών παραμένουν αμετάβλητες. Η ελληνική πλευρά επαναλαμβάνει ότι η μοναδική διαφορά που μπορεί να οδηγηθεί σε διεθνή δικαιοδοσία είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, βάσει του Δικαίου της Θάλασσας, ενώ θέτει ευθέως το ζήτημα της άρσης του casus belli. Από την άλλη, ο Τούρκος πρόεδρος μιλά για «ακανθώδη ζητήματα» στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς να περιορίζει ρητά το πεδίο των διαφορών μόνο στην υφαλοκρηπίδα ή την ΑΟΖ. Το γεγονός ότι δεν υπήρξε δημόσια απάντηση για την άρση του casus belli δείχνει ότι το θέμα παραμένει ανοιχτό.
«Για να σας είμαι εντελώς ειλικρινής, δεν περιμέναμε ότι ως δια μαγείας θα εξαφανίζονταν τα ζητήματα αυτά. Γίνεται μία, αρκετά ειλικρινής προσπάθεια να θέτουμε τα ζητήματα αυτά. Ξέρετε, μερικές φορές το να συζητάς διαφωνώντας και να συζητάς σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο είναι και αυτό μια κατάκτηση. Και θέλω να πω ότι για εμάς και για τον πρωθυπουργό είναι εξαιρετικά σημαντικό να τίθενται τα ζητήματα αυτά χωρίς να προκαλούνται κρίσεις», τόνισε ο υπουργός Εξωτερικών, υπογραμμίζοντας: «Θέλουμε μια κανονική σχέση με την Τουρκία. Η γεωγραφία είναι δεδομένη. Θα συνεχίσουμε αυτή την προσπάθεια».
Συνολικά, η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα αποτέλεσε ένα βήμα διατήρησης ανοικτών διπλωματικών καναλιών και ενίσχυσης πρακτικής συνεργασίας, χωρίς όμως να επιλύσει την ιστορική και στρατηγικής σημασίας διαφορά. Το μήνυμα που εξέπεμψε ήταν διπλό: υπάρχει βούληση για διάλογο και συνεργασία, αλλά παραμένουν ανοικτά τα ζητήματα που απαιτούν συνεχή, προσεκτική και υπομονετική διπλωματική διαχείριση. Η συνάντηση, επομένως, υπογραμμίζει την ανάγκη για σταθερότητα και θετική διάθεση, ενώ αφήνει ανοικτό το πεδίο για μελλοντικούς γύρους διαπραγματεύσεων.