Οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν εκτόξευσαν τις τιμές του πετρελαίου, εντείνοντας την αβεβαιότητα σε μια οικονομία των ΗΠΑ που ήδη δοκιμάζεται από επίμονο πληθωρισμό και αναιμικές προσλήψεις.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν έδωσε ένα νέο, ισχυρό σοκ στις προοπτικές για την «μεγαλύτερη οικονομία όλων των εποχών», όπως τη χαρακτήρισε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μόλις πριν από μία εβδομάδα.
Η τιμή του πετρελαίου εκτινάχθηκε στο υψηλότερο επίπεδο του τελευταίου έτους και τα προθεσμιακά συμβόλαια μετοχών υποχωρούσαν την Τρίτη, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για την εξάπλωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι ο ευρύτερος οικονομικός αντίκτυπος θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης.
Ένα σύντομο ξέσπασμα, εκτιμούν, θα άφηνε μόνο ένα περιορισμένο και παροδικό αποτύπωμα. Μια παρατεταμένη αντιπαράθεση θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ πιο επιζήμια.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκονται τα 14 έως 15 εκατομμύρια βαρέλια αργού και το ένα πέμπτο των παγκόσμιων φορτίων LNG που προέρχονται από τον Κόλπο.
Σύμφωνα με ειδικούς, ο κόσμος διαθέτει επαρκή αποθέματα πετρελαίου βραχυπρόθεσμα, καθώς το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ιράκ μετέφεραν μεγάλες ποσότητες εκτός Κόλπου πριν από τα πλήγματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Την Τρίτη, το αμερικανικό αργό αναφοράς σημείωνε άνοδο άνω του 6,7%, στα 76 δολάρια το βαρέλι.
Το μπρεντ, το διεθνές σημείο αναφοράς, ενισχυόταν πάνω από 7,2%, ξεπερνώντας τα 83 δολάρια τη στιγμή της συγγραφής του κειμένου.
Σε αυτά τα επίπεδα, ο αντίκτυπος στον συνολικό πληθωρισμό θα ήταν περιορισμένος σε σχέση με τα απότομα άλματα στις τιμές ενέργειας που ακολούθησαν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
«Οι Αμερικανοί που προσέχουν το κόστος δεν θα αντιμετωπίσουν αυτή την αύξηση με ελαφριά καρδιά, αλλά μια τέτοια κίνηση δεν θα επηρέαζε ουσιαστικά την οικονομική ανάπτυξη», δήλωσε στο AP ο Τζο Μπρουσουέλας, επικεφαλής οικονομολόγος της RSM.
Μια παρατεταμένη διαταραχή – ιδίως αν επηρεαστούν τα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου – θα μπορούσε να ωθήσει την τιμή του αργού πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ, που σήμερα κυμαίνονται λίγο κάτω από τα 3 δολάρια το γαλόνι κατά μέσο όρο, θα μπορούσαν να κινηθούν προς τα 3,50 δολάρια, σύμφωνα με εκτιμήσεις οικονομολόγων.
Αυτό θα τροφοδοτούσε άμεσα τον πληθωρισμό, ασκώντας ταυτόχρονα πίεση στην καταναλωτική δαπάνη και στην οικονομική ανάπτυξη.
Ο Άλεξ Τζάκγουεζ, επικεφαλής πολιτικής και συνηγορίας στην οργάνωση Groundwork Collaborative, εκτιμά ότι οι αγορές ίσως υποτιμούν το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης εμπλοκής. «Υπάρχει εδώ ένας κίνδυνος ουράς για μια παρατεταμένη επιχείρηση, που δεν θα λήξει γρήγορα ούτε θα αποκαταστήσει την κανονική ροή μέσω των Στενών του Ορμούζ», είπε.
Οι πιέσεις στον πληθωρισμό επιμένουν
Ο πληθωρισμός έχει αποκλιμακωθεί από το μεταπανδημικό του υψηλό, αλλά παραμένει αυξημένος. Ο δείκτης που προτιμά η Ομοσπονδιακή Τράπεζα κυμαίνεται γύρω στο 3% το μεγαλύτερο μέρος του τελευταίου έτους – πάνω από τον στόχο του 2% – παρότι οι τιμές της βενζίνης υποχωρούσαν για μεγάλο μέρος του 2025.
Μια νέα άνοδος του κόστους καυσίμων θα είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις. Οι αεροπορικές εταιρείες, αντιμετωπίζοντας υψηλότερες τιμές καυσίμων τζετ, θα μπορούσαν να αυξήσουν τα ναύλα. Το κόστος μεταφορών ενδέχεται επίσης να ανέβει, προσθέτοντας πίεση στις τιμές των τροφίμων.
Οι τιμές του φυσικού αερίου αυξήθηκαν επίσης τη Δευτέρα, εν μέσω ανησυχιών για διαταραχές στην προσφορά στον Κόλπο, καθώς περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων φορτίων υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ.
Οι τιμές του φυσικού αερίου είχαν ήδη αυξηθεί κατά περίπου 10% την τελευταία χρονιά, αντανακλώντας εν μέρει τη μεγαλύτερη ζήτηση από τα κέντρα δεδομένων που τροφοδοτούν συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Παρά ταύτα, η αμερικανική οικονομία είναι σήμερα λιγότερο εξαρτημένη από το πετρέλαιο σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Οι υπηρεσίες αντιπροσωπεύουν πολύ μεγαλύτερο μερίδιο της παραγωγής και της απασχόλησης σε σύγκριση με τη μεταποίηση, περιορίζοντας την ευπάθειά της σε πετρελαϊκά σοκ.
Τα αποθέματα ενδέχεται επίσης να λειτουργήσουν ως «μαξιλάρι» απέναντι στο σοκ.
Ο Ρόρι Τζόνστον, ιδρυτής της εταιρείας ανάλυσης Commodity Context, σημείωσε ότι τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου βρίσκονταν σε σχετικά υψηλά επίπεδα πριν από το ξέσπασμα της σύγκρουσης – σε αντίθεση με τις αρχές του 2022, όταν οι αλυσίδες εφοδιασμού ήταν ήδη υπό πίεση πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία που εκτόξευσε τις τιμές.
Η άνοδος της Δευτέρας, όπως είπε, ήταν «μικρή» σε σύγκριση με εκείνο το προηγούμενο άλμα.
Υπό δοκιμασία η εμπιστοσύνη
Αν ο πόλεμος με το Ιράν παραταθεί για μήνες, θα μπορούσε επίσης να υπονομεύσει την επιχειρηματική εμπιστοσύνη, οδηγώντας τις εταιρείες να επενδύουν και να προσλαμβάνουν λιγότερο, σύμφωνα με την Κάθι Μποστζάντσιτς, επικεφαλής οικονομολόγο της Nationwide Financial.
«Όταν εισάγεται ένα νέο στοιχείο αβεβαιότητας στο επιχειρηματικό περιβάλλον ... αυτό πλήττει την εμπιστοσύνη», είπε.
Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να θυμίζει τον αντίκτυπο των δασμών του Τραμπ, οι οποίοι δεν οδήγησαν σε άνοδο των τιμών όσο φοβούνταν πολλοί οικονομολόγοι, αλλά φαίνεται ότι επιβάρυναν την αύξηση της απασχόλησης. Οι προσλήψεις το 2025 ήταν οι ασθενέστερες, εκτός περιόδων ύφεσης, από το 2002.
Πολιτικά διακυβεύματα
Για τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, οι πολιτικοί κίνδυνοι είναι σημαντικοί. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι πολλοί Αμερικανοί παραμένουν απαισιόδοξοι για την πορεία της οικονομίας, επικαλούμενοι το σωρευτικό αποτέλεσμα ετών υψηλών τιμών.
Παρά τους ισχυρισμούς του Λευκού Οίκου για μια «χρυσή εποχή» της αμερικανικής οικονομίας, η κοινή γνώμη βελτιώνεται με αργούς ρυθμούς.
Μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών της βενζίνης – ενός άκρως ορατού δείκτη του πληθωρισμού – θα μπορούσε να οξύνει αυτή τη δυσαρέσκεια.
«Ο κόσμος θέλει η συζήτηση να επικεντρώνεται στο κόστος ζωής», σημείωσε ο Τζάκγουεζ. «Αν οι τιμές της βενζίνης αρχίσουν πάλι να ανεβαίνουν, αυτό θα ενισχύσει την ανησυχία ότι τα βασικά αγαθά γίνονται ολοένα και λιγότερο προσιτά.»
Προς το παρόν, πολλά θα εξαρτηθούν από το αν η σύγκρουση θα παραμείνει περιορισμένη. Αν συμβεί αυτό, το οικονομικό σοκ ίσως αποδειχθεί παροδικό.
Αν όχι, η αμερικανική οικονομία θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με μια ακόμη δοκιμασία σε μια ιδιαίτερα εύθραυστη συγκυρία.