Η πρωτοβουλία, με τη στήριξη της Κολομβίας και της Ολλανδίας, θα συγκεντρώσει περισσότερες από 60 χώρες, καθώς και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, του ιδιωτικού τομέα και αυτόχθονων κοινοτήτων
Η μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα και η ενεργειακή ανθεκτικότητα δεν μπορούν να αποτελέσουν εθνική υπόθεση, αλλά απαιτούν ευρωπαϊκή στρατηγική, τονίζει ο ειδικός απεσταλμένος της Ιταλίας για την κλιματική αλλαγή, Φραντσέσκο Κορβάρο, ενόψει της πρώτης διεθνούς διάσκεψης για τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα, που θα πραγματοποιηθεί από τις 24 έως τις 29 Απριλίου στη Σάντα Μάρτα της Κολομβίας.
«Αντιμετωπίζουμε γίγαντες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Κίνα και η Ινδία. Ούτε καν η Γερμανία δεν έχει τη δύναμη να διαπραγματευτεί μόνη της», ανέφερε ο Κορβάρο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενιαίας ευρωπαϊκής στάσης και ενίσχυσης της πολυμέρειας σε ζητήματα ενέργειας και κλίματος.
Όπως σημείωσε, η Ευρώπη οφείλει «αν όχι από ιδεολογία, τουλάχιστον από ανάγκη» να κινηθεί με κοινό σχεδιασμό, καθώς η απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα μπορεί να επιβραδυνθεί, αλλά δεν μπορεί να ανακοπεί.
Ανομοιογένεια πολιτικών εντός ΕΕ
Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί κεντρικό ζήτημα στη διεθνή ατζέντα, ιδίως μετά την παγκόσμια ενεργειακή κρίση που επιδεινώθηκε από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα αναδεικνύεται πλέον ως κρίσιμο οικονομικό και γεωπολιτικό ζήτημα.
Ωστόσο, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου εισάγεται περίπου το 20% των ορυκτών καυσίμων, οι εθνικές πολιτικές εμφανίζουν σημαντικές αποκλίσεις.
«Η ευρωπαϊκή ευαλωτότητα στον ενεργειακό τομέα είναι εμφανής, γεγονός που καθιστά την Ένωση ευάλωτη σε πιέσεις, καθώς εμφανίζεται διχασμένη και με μειωμένη διαπραγματευτική ισχύ», δήλωσε ο Αντρέα Γκιάντα, επικεφαλής επικοινωνίας του ινστιτούτου ECCO.
Η Ιταλία παραμένει από τις πιο εξαρτημένες χώρες από το φυσικό αέριο, το οποίο σχεδόν στο σύνολό του εισάγεται: περίπου 5% προέρχεται από εγχώρια παραγωγή, 63% μέσω αγωγών και 32% ως υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG).
Παρά την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ιδίως της ηλιακής, και τη μείωση των εκπομπών κατά 30% σε σχέση με το 1990, οι πρόσφατες πολιτικές δείχνουν —σύμφωνα με ανάλυση του ECCO— ότι η Ιταλία δεν επιταχύνει ουσιαστικά τη μετάβαση, αλλά κυρίως διαφοροποιεί τους προμηθευτές φυσικού αερίου.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται τόσο η παράταση της λειτουργίας λιγνιτικών μονάδων, όσο και μέτρα όπως η μείωση των φόρων στα καύσιμα ή νέες ενεργειακές συμφωνίες με την Αλγερία.
Διαφορετικές στρατηγικές στην Ευρώπη
Αντίθετα, η Γαλλία επενδύει δυναμικά στην πυρηνική ενέργεια, σχεδιάζοντας την κατασκευή τουλάχιστον έξι νέων αντιδραστήρων έως το 2038, με στόχο τη διασφάλιση μακροπρόθεσμης παραγωγής ενέργειας χαμηλών εκπομπών.
Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν παρουσίασε τον σχεδιασμό τον Μάρτιο, κάνοντας λόγο για «σταδιακή υλοποίηση» μιας στρατηγικής που ενισχύει τον ρόλο της πυρηνικής ενέργειας.
Στον αντίποδα, η Ισπανία αναδεικνύεται σε ηγέτη της ενεργειακής μετάβασης. Από το 2019 έχει διπλασιάσει την ισχύ σε αιολική και ηλιακή ενέργεια, μειώνοντας σημαντικά την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και συγκρατώντας τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με ανάλυση του Ember, στην Ιταλία οι μονάδες φυσικού αερίου καθορίζουν την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στο 89% του χρόνου το 2026, ενώ στην Ισπανία το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 15%, χάρη στη μεγάλη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών.
Η διάσκεψη της Σάντα Μάρτα
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεωπολιτικής αβεβαιότητας και διαφοροποιημένων πολιτικών, η διάσκεψη της Σάντα Μάρτα στοχεύει στη δημιουργία πολιτικού χώρου για τον συντονισμό εθνικών σχεδίων απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Η πρωτοβουλία, με τη στήριξη της Κολομβίας και της Ολλανδίας, θα συγκεντρώσει περισσότερες από 60 χώρες, καθώς και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, του ιδιωτικού τομέα και αυτόχθονων κοινοτήτων.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων θα βρεθούν η οικονομική εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, ο μετασχηματισμός της ενεργειακής παραγωγής και κατανάλωσης, καθώς και η ανάγκη ενίσχυσης της διεθνούς συνεργασίας και της κλιματικής διπλωματίας.
Παρότι η διάσκεψη δεν αναμένεται να καταλήξει σε δεσμευτική συμφωνία, θα οδηγήσει στη σύνταξη πολιτικο-τεχνικής έκθεσης με προτεραιότητες και προτάσεις πολιτικής, συμβάλλοντας στην πορεία προς τη Σύνοδο COP31 που θα φιλοξενηθεί στην Αττάλεια της Τουρκίας.