Καταναλωτές σε πέντε χώρες της ΕΕ εξοικονομούν έως και 8,5 δισ. ευρώ από τους λογαριασμούς ενέργειας σε σχέση με όσους έχουν το πιο «βρώμικο» ενεργειακό μείγμα
Τα κράτη μέλη της ΕΕ με το καθαρότερο ενεργειακό μίγμα θα νιώσουν μικρότερο πλήγμα από την εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν συνεχίζει να αναδεικνύει το πραγματικό κόστος της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Μέσα σε δύο ημέρες από τα πλήγματα στη Μέση Ανατολή, η τιμή του ολλανδικού TTF (του δείκτη αναφοράς για τις τιμές χονδρικής του φυσικού αερίου σε όλη την Ευρώπη) εκτινάχθηκε κατά 68% στα 52,8 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο ετών.
Στην αρχή της εβδομάδας (Δευτέρα 20 Απριλίου) το ολλανδικό TTF διαπραγματευόταν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, στα 40,2 ευρώ/MWh. Η υποχώρηση ακολούθησε ενδείξεις σημαντικής αποκλιμάκωσης στο πλαίσιο της διεβδομαδιαίας εκεχειρίας, ωστόσο η τιμή παραμένει αισθητά υψηλότερη από ό,τι πριν από την έναρξη της σύρραξης (31,5 ευρώ/MWh).
Μεγάλο μέρος αυτής της μεταβλητότητας οφείλεται στον ασφυκτικό έλεγχο που ασκεί το Ιράν στα Στενά του Ορμούζ, μια θαλάσσια λωρίδα 38 χιλιομέτρων από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Τον Μάρτιο, οι εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προς την ΕΕ μειώθηκαν κατά 11%.
Αυτό ώθησε τον επίτροπο Ενέργειας της ΕΕ να συστήσει στις χώρες να γεμίζουν σταδιακά τα αποθέματά τους μέσα στο καλοκαίρι, ώστε «να περιοριστεί η πίεση στις τιμές και να αποφευχθεί ένας αγώνας δρόμου στο τέλος του καλοκαιριού».
Παράλληλα άνοιξε τον δρόμο για έντονο ενδιαφέρον στις εγχώριες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που προβάλλονται ολοένα και περισσότερο ως πιο σταθερή επενδυτική επιλογή υπό το φως των γεωπολιτικών εντάσεων.
«Δεν υπάρχουν εκρήξεις τιμών για το ηλιακό φως ούτε εμπάργκο στον άνεμο», δήλωσε τον περασμένο μήνα ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες.
Μπορεί η καθαρή ενέργεια να προστατεύσει την ΕΕ από την άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου;
Νέα έκθεση του Κέντρου Έρευνας για την Ενέργεια και τον Καθαρό Αέρα (CREA (πηγή στα Αγγλικά)) διαπιστώνει ότι, παρά τη μεγάλη άνοδο των τιμών και τον αυξανόμενο φόβο για μείωση των προμηθειών, η Ένωση παραμένει «καλύτερα προστατευμένη» από τις διακυμάνσεις των τιμών σε σχέση με το 2022, μετά τη γενικευμένη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Αυτό οφείλεται κυρίως στην έκρηξη των ανανεώσιμων πηγών, που κατέγραψαν νέα ρεκόρ το 2025 και θα μπορούσαν το 2026 να εξοικονομήσουν για την ΕΕ έως και 5,8 δισεκατομμύρια ευρώ, αντικαθιστώντας ακριβό φυσικό αέριο.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το όφελος θα ήταν πολύ μεγαλύτερο, αν οι τιμές του φυσικού αερίου δεν καθόριζαν ακόμη την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας σε πολλές χώρες, λόγω του οριακού μηχανισμού τιμολόγησης της ΕΕ.
Το 2025, κάθε αύξηση κατά 1 ευρώ/MWh στην τιμή του φυσικού αερίου οδήγησε σε αύξηση κατά 0,37 ευρώ/MWh στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας, ποσοστό μειωμένο κατά 8% σε σχέση με το 2022.
«Αυτό συνδέεται άμεσα με την αποσύζευξη της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο και με τις επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια, το μερίδιο της οποίας στην παραγωγή ηλεκτρισμού στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 14% το 2025 σε σχέση με το 2022», αναφέρει η έκθεση.
Ποιες χώρες της ΕΕ είναι πιο προστατευμένες από την άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου;
Κάθε κράτος μέλος της ΕΕ έχει δει την ευαισθησία του στις διακυμάνσεις της τιμής του φυσικού αερίου να μειώνεται τα τελευταία χρόνια, χάρη στην αύξηση της καθαρής ενέργειας.
Ωστόσο, οι καταναλωτές σε πέντε χώρες της ΕΕ –τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Γαλλία, τη Σουηδία και τη Σλοβακία– είναι εκείνοι που ωφελούνται περισσότερο, χάρη στο υψηλότερο μερίδιο καθαρής ενέργειας στο ενεργειακό τους μίγμα. Η έκθεση εκτιμά ότι οι χώρες αυτές θα εξοικονομήσουν φέτος 8,5 δισεκατομμύρια ευρώ στους λογαριασμούς ενέργειας. Αυτό αντιστοιχεί σε μείωση 58% σε σχέση με χώρες με το πιο «βρώμικο» μίγμα (Πολωνία, Ιταλία, Ελλάδα, Εσθονία και Ολλανδία).
Η εκτίμηση βασίζεται στην υπόθεση ότι η κατανάλωση θα παραμείνει φέτος στα ίδια επίπεδα με το 2025, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις υψηλότερες τιμές και την ευαισθησία στις τιμές του φυσικού αερίου.
Η Σουηδία αναδεικνύεται ως το κράτος μέλος με τη μικρότερη ευαισθησία σε σοκ τιμών φυσικού αερίου, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2025. Κατά μέσο όρο, για κάθε αύξηση 1 ευρώ στην τιμή του φυσικού αερίου, η Σουηδία καταγράφει μόλις 0,04 ευρώ/MWh αύξηση στις χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
«Παρότι η Σουηδία είναι μία από τις εννέα χώρες που σήμερα διαθέτουν αποθέματα φυσικού αερίου σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, η περιορισμένη εξάρτησή της από το καύσιμο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας –καθώς το 99% της ηλεκτροπαραγωγής καλύπτεται από καθαρή ενέργεια– θωρακίζει επιπλέον την αγορά ηλεκτρισμού από τις διακυμάνσεις των τιμών», σημειώνει η έκθεση.
Η Ισπανία και η Πορτογαλία επωφελούνται επίσης από την επιτάχυνση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές, καθώς το 2025 κατέγραψαν αύξηση 21% στην καθαρή ενέργεια σε σχέση με το 2022. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε άλμα 74% της ηλιακής ενέργειας.
Παράλληλα, η ευαισθησία και των δύο χωρών στα σοκ τιμών φυσικού αερίου έχει μειωθεί κατά 53%. Πέρυσι, για κάθε αύξηση 1 ευρώ στην τιμή του φυσικού αερίου, η κοινή ζώνη παραγωγής Ισπανίας–Πορτογαλίας κατέγραψε αύξηση μόλις 0,089 ευρώ/MWh στην τιμή, την τρίτη χαμηλότερη στην Ένωση.
Και η Γαλλία έχει καταγράψει σαφή μείωση της ευαισθησίας της στις τιμές φυσικού αερίου, κυρίως χάρη στην αύξηση της καθαρής ενέργειας, που είχε ως αποτέλεσμα η εξάρτηση από το φυσικό αέριο να μειωθεί στο μισό μεταξύ 2022 και 2025.
Ποιες χώρες πληρώνουν το τίμημα της εξάρτησής τους από τα ορυκτά καύσιμα;
Η Ολλανδία, παρότι κατέγραψε αύξηση 31% στην παραγωγή καθαρής ενέργειας, παραμένει πιο ευάλωτη στις τιμές φυσικού αερίου απ’ ό,τι το 2022.
Παρότι το μερίδιο της ηλιακής και αιολικής ενέργειας στην ηλεκτροπαραγωγή της χώρας είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη μεμονωμένη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα.
«Η ευαισθησία τους συνδέεται επίσης με την πολύ στενή ενσωμάτωσή τους στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου –συχνά ως αποδέκτες τιμών– και, κατά συνέπεια, με την έκθεσή τους σε σοκ που μεταδίδονται από γείτονες όπως η Γερμανία», προσθέτει η έκθεση.
«Το φυσικό αέριο παραδοσιακά διαδραματίζει δυσανάλογα μεγάλο ρόλο στην κεντρική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ολλανδία (22%), ενώ οι καθαρές πηγές ενέργειας, ιδιαίτερα η ηλιακή, έχουν μεγαλύτερο βάρος στην αποκεντρωμένη παραγωγή ηλεκτρισμού».
Για παράδειγμα, στην Ολλανδία η ηλιακή ενέργεια αξιοποιείται σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά το βράδυ πρέπει να αυξηθεί η παραγωγή από άλλες πηγές, που συχνά σημαίνει προσφυγή στο φυσικό αέριο.
Η Πολωνία αποτελεί άλλη μία εξαίρεση στη γενική τάση της ΕΕ. Παρά το ότι από το 2022 οι ανανεώσιμες πηγές έχουν αυξηθεί κατά 48%, η ευαισθησία της χώρας στις τιμές φυσικού αερίου παραμένει υψηλή.
Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι η Πολωνία προωθεί την παραγωγή ηλεκτρισμού από φυσικό αέριο, σε μια προσπάθεια να αντικαταστήσει και να περιορίσει τον άνθρακα, ο οποίος εξακολουθεί να καλύπτει πάνω από το μισό της συνολικής ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα.
«Ο προσανατολισμός της Πολωνίας προς το φυσικό αέριο, αντί προς καθαρές πηγές ενέργειας, είχε ως αποτέλεσμα η παραγωγή ηλεκτρισμού από το καύσιμο να αυξηθεί κατά 132% το 2025 σε σχέση με το 2022», αναφέρει η μελέτη.
«Η αυξημένη αυτή εξάρτηση, που αντιστοιχούσε στο 13% της συνολικής παραγωγής το 2025, σημαίνει ότι η ευαισθησία στις τιμές φυσικού αερίου αυξήθηκε επίσης κατά 87%».
Για κάθε αύξηση 1 ευρώ στην τιμή του φυσικού αερίου, η Πολωνία καταγράφει άνοδο 0,36 ευρώ/MWh στην τιμή του ρεύματος.
Η Ουγγαρία εμφανίζει επίσης μεγαλύτερη ευαισθησία στις τιμές φυσικού αερίου σε σύγκριση με το 2022, με αύξηση 22% σε ετήσια βάση. Παρότι η χώρα γνωρίζει έκρηξη στην ηλιακή ενέργεια, η έλλειψη επαρκούς χωρητικότητας σύνδεσης στο δίκτυο σημαίνει ότι η Ουγγαρία εξακολουθεί να αναγκάζεται να βασίζεται στην ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο για να διατηρεί τη σταθερότητα.