Η συνθήκη για την ανοικτή θάλασσα τίθεται σε ισχύ: τι εξηγεί στην Euronews Earth η Ναταλί Ρέι της High Seas Alliance
«Η ανοικτή θάλασσα καλύπτει τα δύο τρίτα των παγκόσμιων ωκεανών. Αυτό αντιστοιχεί σχεδόν στη μισή επιφάνεια του πλανήτη», λέει στη Euronews Earth η Ναταλί Ρέι, ανώτερη σύμβουλος στρατηγικής στη Συμμαχία για την Ανοικτή Θάλασσα (High Seas Alliance).
Ωστόσο, έως τον Ιανουάριο φέτος, δεν υπήρχε κάποιο νομικό πλαίσιο αφιερωμένο στην προστασία αυτών των διεθνών υδάτων και στη δίκαιη κατανομή των πόρων τους μεταξύ των κρατών.
Η Συνθήκη για την Ανοικτή Θάλασσα – με την επίσημη ονομασία Συμφωνία για τη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση της θαλάσσιας βιολογικής ποικιλότητας σε περιοχές πέρα από τα όρια εθνικής δικαιοδοσίας (BBNJ) – τέθηκε σε ισχύ στις 17 Ιανουαρίου 2026.
Πρόκειται για την πρώτη δεσμευτική διεθνή συμφωνία που επικεντρώνεται ειδικά στην προστασία της βιοποικιλότητας σε ύδατα πέρα από τη δικαιοδοσία οποιουδήποτε κράτους, καλύπτοντας περιοχή που αντιστοιχεί στα δύο τρίτα του παγκόσμιου ωκεανού και σχεδόν στο μισό της επιφάνειας της Γης.
Η ανοικτή θάλασσα ξεκινά περίπου 370 χιλιόμετρα από τις ακτέςΗ ανοικτή θάλασσα ξεκινά περίπου 370 χιλιόμετρα από τις ακτές
Η ανοικτή θάλασσα αρχίζει εκεί όπου τελειώνουν τα εθνικά ύδατα – πέρα από τα 200 ναυτικά μίλια, περίπου 370 χιλιόμετρα, από την ακτή. «Για να το βάλουμε σε μια κλίμακα, είναι περίπου η απόσταση ανάμεσα στο Λονδίνο και το Παρίσι», σημειώνει η Ρέι.
Αυτή η απέραντη έκταση αποτελεί επίσης μέρος αυτού που η Ρέι αποκαλεί παγκόσμια κοινά. «Ανήκει σε όλους μας», λέει. «Και όλοι έχουμε την ευθύνη να τη φροντίζουμε».
Περίπου 2.000 νέα είδη ανακαλύπτονται εκεί κάθε χρόνο, ενώ η ανοικτή θάλασσα παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση του κλιματικού και του υδρολογικού κύκλου, καθώς και στη στήριξη της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας.
«Ένα μωσαϊκό διακυβέρνησης των ωκεανών»
Μέχρι σήμερα, η διακυβέρνηση της ανοικτής θάλασσας ήταν κατακερματισμένη. «Υπήρχε ένα μωσαϊκό κανόνων για τη θάλασσα – διαφορετικοί οργανισμοί υπεύθυνοι για τη ναυτιλία ή την αλιεία», εξηγεί η Ρέι, «αλλά η βασική τους εντολή αφορούσε την εκμετάλλευση και τη χρήση, όχι την προστασία αυτής της περιοχής».
Οι απειλές έχουν ενταθεί όσο προχωρά η τεχνολογία. Η υπεραλίευση, η συρόμενη αλιεία βυθού, η ρύπανση από πλαστικά και χημικές ουσίες, η εξόρυξη στα βάθη των θαλασσών, η γεωμηχανική και η κλιματική αλλαγή ασκούν όλες πίεση σε ύδατα που, μέχρι φέτος, δεν διέθεταν καμία συνολική νομική προστασία.
Οι διαπραγματεύσεις για να κλείσει αυτό το κενό κράτησαν πάνω από δύο δεκαετίες και συμμετείχαν περισσότερα από 190 κράτη. «Δεν θεωρώ ότι οι διαπραγματεύσεις κάποια στιγμή κατέρρευσαν», λέει η Ρέι. «Η πολιτική αλλαγή απαιτεί χρόνο».
Μια παγκόσμια πανδημία καθυστέρησε επίσης την πρόοδο για αρκετά χρόνια. Το τελικό κείμενο συμφωνήθηκε το 2023 και η συνθήκη έφτασε τις 60 επικυρώσεις που απαιτούνταν για να τεθεί σε ισχύ μέσα σε δύο χρόνια – ταχύτητα ασυνήθιστη για τα δεδομένα του διεθνούς δικαίου.
«Κάποιες [συμφωνίες] χρειάζονται μια δεκαετία για να τεθούν σε ισχύ», σημειώνει η Ρέι. «Αυτό δείχνει πόσο ισχυρή είναι η πολιτική στήριξη για αυτή τη συνθήκη». Τη στιγμή της συνέντευξης, 89 χώρες την είχαν επικυρώσει.
Η Γαλλία διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στη δημιουργία πολιτικής δυναμικής, πιέζοντας ώστε η συνθήκη να αποτελέσει βασικό αποτέλεσμα της Διάσκεψης του ΟΗΕ για τους Ωκεανούς, την οποία φιλοξένησε το 2025. «Υπήρξε ισχυρή πολιτική ώθηση από τη Γαλλία, αλλά και από πολλές [άλλες] χώρες», λέει η Ρέι.
Τι αλλάζει με τη Συνθήκη για την Ανοικτή Θάλασσα
Η συνθήκη προσφέρει ένα πρακτικό εργαλείο για την υλοποίηση υφιστάμενων δεσμεύσεων, γεφυρώνοντας διαχρονικά κενά στη διακυβέρνηση των θαλασσών μέσω της προώθησης της συνεργασίας ανάμεσα σε πλαίσια όπως η Σύμβαση της Βαρκελώνης, οι περιφερειακοί οργανισμοί αλιείας και οι ναυτιλιακοί οργανισμοί.
Θεσπίζει για πρώτη φορά σαφείς νομικές διαδικασίες για τη δημιουργία θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών στην ανοικτή θάλασσα – πώς υποβάλλονται, εγκρίνονται και εφαρμόζονται οι προτάσεις. Εισάγει επίσης υποχρεωτικές εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων πριν ξεκινήσουν δραστηριότητες που μπορεί να είναι επιβλαβείς.
Η Ρέι υπογραμμίζει όμως και μια δεύτερη, λιγότερο συζητημένη διάσταση: τη θαλάσσια δικαιοσύνη. Στο πλαίσιο της συνθήκης, οι αναπτυσσόμενες χώρες θα έχουν πιο δίκαιη πρόσβαση στα οφέλη των παγκόσμιων κοινών – συμπεριλαμβανομένων των θαλάσσιων γενετικών πόρων που βρίσκονται σε οργανισμούς των βαθέων υδάτων, όπως οι σπόγγοι, οι οποίοι μπορούν να οδηγήσουν σε φαρμακευτικές ανακαλύψεις.
«Μέχρι σήμερα, μόνο οι χώρες ή οι εταιρείες που διέθεταν τους πόρους για να αξιοποιήσουν αυτούς τους θησαυρούς ήταν εκείνες που αποκόμιζαν τα οφέλη», λέει. «Κι όμως, πρόκειται για μέρος ενός παγκόσμιου κοινού αγαθού».
Η συνθήκη προβλέπει επίσης την ενίσχυση των δυνατοτήτων των αναπτυσσόμενων κρατών ώστε να συμμετέχουν στη θαλάσσια επιστημονική έρευνα και να εφαρμόσουν οι ίδιες τη συμφωνία.
Όσον αφορά την επιβολή, η Ρέι αναγνωρίζει τις δυσκολίες: «Θα είναι πρόκληση να υπάρξει αποτελεσματικός έλεγχος», λέει, «όμως βλέπουμε τεράστιες προόδους στην τεχνολογία και στην παρακολούθηση – συμπεριλαμβανομένης της δορυφορικής παρακολούθησης – ώστε δεν είναι πάντα απαραίτητο να βρίσκεσαι στη θάλασσα για να βλέπεις τι συμβαίνει». Τα δορυφορικά εργαλεία μπορούν ήδη να εντοπίζουν την αλιευτική δραστηριότητα σε απομακρυσμένα ύδατα χωρίς φυσική παρουσία στη θάλασσα.
Σημασία για τη Μεσόγειο
Η συνθήκη είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη Μεσόγειο, η οποία καλύπτει λιγότερο από το ένα τοις εκατό της επιφάνειας των παγκόσμιων ωκεανών αλλά φιλοξενεί περίπου το 18 τοις εκατό των γνωστών θαλάσσιων ειδών.
Παρά το γεγονός ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα παγκοσμίως «θερμά σημεία» βιοποικιλότητας, η διακυβέρνηση των βαθιά διασυνδεδεμένων οικοσυστημάτων της είναι κατακερματισμένη ανά τομείς και δικαιοδοσίες. Αυτό καθιστά δύσκολη την αντιμετώπιση των αθροιστικών επιπτώσεων ή τη βιώσιμη διαχείριση των κοινών πόρων, επισημαίνει το WWF.
Η περιβαλλοντική οργάνωση σημειώνει ότι, ακριβώς γι’ αυτό, η περιοχή αποτελεί ένα από τα πιο ξεκάθαρα παραδείγματα στην πράξη για το πόσο αποτελεσματική μπορεί να γίνει η εφαρμογή της συνθήκης.
Μέσα από εργαλεία όπως οι θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, οι εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων και οι μηχανισμοί ανάπτυξης ικανοτήτων, η συμφωνία δίνει τη δυνατότητα στις χώρες να περάσουν από τις δεσμεύσεις στη συγκεκριμένη δράση, τονίζει το WWF, καλώντας τα κράτη που δεν έχουν ακόμη επικυρώσει τη συνθήκη να το πράξουν.
Από το χαρτί στην πράξη: διαμόρφωση της εφαρμογής της Συνθήκης για την Ανοικτή Θάλασσα
Ο κίνδυνος η συνθήκη να οδηγήσει σε αυτό που η Ρέι αποκαλεί «πάρκα μόνο στα χαρτιά» – προστατευόμενες περιοχές κατ’ όνομα αλλά όχι στην πράξη – είναι υπαρκτός, παραδέχεται. «Πάντα υπάρχει αυτή η ανησυχία». Ωστόσο, επισημαίνει ορισμένα χαρακτηριστικά που έχουν σχεδιαστεί για να αποτρέψουν αυτό το αποτέλεσμα. Σε αντίθεση με πολλές διεθνείς συμφωνίες, η συγκεκριμένη επιτρέπει στα κράτη να ψηφίζουν για προτάσεις θαλάσσιας προστασίας αντί να απαιτείται ομοφωνία – πράγμα που σημαίνει ότι ένα μόνο κράτος δεν μπορεί να μπλοκάρει επ’ αόριστον την πρόοδο. «Δεν εξαρτάται από μία ή δύο χώρες που μπορούν να παγώσουν τα πάντα», λέει η Ρέι.
Η High Seas Alliance, ένας συνασπισμός άνω των 80 περιβαλλοντικών οργανώσεων που εκστράτευσε υπέρ της συνθήκης σε όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, τιμήθηκε το 2025 με το βραβείο Earthshot. Η Ρέι το περιγράφει ως αναγνώριση «της δύναμης της κοινής προσπάθειας κυβερνήσεων, επιστημόνων, αυτοχθόνων πληθυσμών, τοπικών κοινοτήτων, νέων και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που εργάζονται μαζί».
Το άμεσο επόμενο βήμα είναι η πρώτη Διάσκεψη των Μερών της Συνθήκης του ΟΗΕ για την Ανοικτή Θάλασσα, που πρόκειται να πραγματοποιηθεί τον Ιανουάριο του 2027. Σε αυτήν θα συσταθούν τα διοικητικά όργανα της συνθήκης, ο κανονισμός λειτουργίας και οι βασικές διαδικασίες, καθορίζοντας πώς θα λειτουργεί στην πράξη και ποιο θα είναι το επίπεδο φιλοδοξίας της.
«Η ένταση της πολιτικής προσοχής και στήριξης θα είναι απολύτως κρίσιμη, ώστε να διασφαλιστεί ότι η συνθήκη δεν θα μείνει απλώς λόγια στο χαρτί αλλά θα μεταφραστεί σε δράση στη θάλασσα», καταλήγει η Ρέι.