Η Τσόου Χανγκ-τούνγκ, 41, και ο Λι Τσεούκ-γιαν, 69, κρίθηκαν ένοχοι για υποκίνηση σε ανατροπή επειδή τίμησαν τη σφαγή στην Τιενανμέν. Οι δικαστές λένε πως καλούσαν τον κόσμο να ανατρέψει το κομμουνιστικό καθεστώς.
Γαλλία και Γερμανία καταδίκασαν την καταδίκη για «υποκίνηση σε ανατροπή» της χονγκονγκέζας ακτιβίστριας υπέρ της δημοκρατίας Τσόου Χανγκ-τουνγκ, εξέχουσας δικηγόρου και βραβευμένης με το γαλλογερμανικό βραβείο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κράτους δικαίου το 2023.
Μια απόφαση για την οποία, όπως αναφέρουν, «λυπούνται βαθύτατα» το Παρίσι και το Βερολίνο, που σε κοινή ανακοίνωσή τους καλούν «στην άμεση αποφυλάκισή της» και προτρέπουν « τις αρχές του Πεκίνου και του Χονγκ Κονγκ να σεβαστούν τα αστικά δικαιώματα και τις ελευθερίες».
«Μαζί με άλλους αγωνιστές της Συμμαχίας του Χονγκ Κονγκ σε Στήριξη των Πατριωτικών και Δημοκρατικών Κινημάτων στην Κίνα, η Τσόου Χανγκ-τουνγκ εργάστηκε αδιάκοπα για την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας στην Κίνα, ιδίως στην ειδική διοικητική περιοχή του Χονγκ Κονγκ», αναφέρουν ακόμη τα υπουργεία Εξωτερικών των δύο χωρών. «Η ειρηνική υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν συνιστά έγκλημα».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, προειδοποίησε ότι η καταδίκη αυτή «επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη επιδείνωση της ελευθερίας της έκφρασης και του συνέρχεσθαι, καθώς και τη σταδιακή συρρίκνωση του χώρου που απομένει σε μια ανεξάρτητη κοινωνία των πολιτών στο Χονγκ Κονγκ».
Σε ανακοίνωσή της, η εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικών Υποθέσεων, Ανίτα Χίπερ, δήλωσε ότι αυτές οι «πολιτικά υποκινούμενες διώξεις [...] υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στο κράτος δικαίου» στο Χονγκ Κονγκ.
Η ΕΕ κάλεσε τις αρχές να «διαφυλάξουν έναν χώρο για μια ανεξάρτητη κοινωνία των πολιτών, να εγγυηθούν την ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα της ειρηνικής συνάθροισης, όπως κατοχυρώνονται από τον Βασικό Νόμο», το μίνι Σύνταγμα του Χονγκ Κονγκ που διέπει την πρώην βρετανική αποικία από την επανένταξή της στην Κίνα.
Απειλούνται με δέκα χρόνια κάθειρξη
Η 41χρονη Τσόου Χανγκ-τουνγκ οργάνωνε κάθε χρόνο, μαζί με τον 69χρονο Λι Τσεουκ-γιαν, αγρυπνίες στη μνήμη της αιματηρής καταστολής στην Τιενανμέν στην Κίνα, το 1989. Και οι δύο καταδικάστηκαν την Παρασκευή επειδή, σύμφωνα με τους δικαστές που ορίστηκαν από την κυβέρνηση, υποκίνησαν τον πληθυσμό να ανατρέψει την κομμουνιστική ηγεσία της Κίνας.
Οι δύο ακτιβιστές κατηγορήθηκαν το 2021 και κρατούνται έκτοτε, βάσει ενός νόμου περί εθνικής ασφάλειας που επέβαλε το Πεκίνο και ο οποίος στην πράξη εξάρθρωσε το άλλοτε ιδιαίτερα δραστήριο κίνημα υπέρ της δημοκρατίας στην πόλη. Αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης έως και δέκα ετών. Η ποινή τους θα ανακοινωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
Η Συμμαχία του Χονγκ Κονγκ σε Στήριξη των Δημοκρατικών και Πατριωτικών Κινημάτων στην Κίνα, της οποίας ήταν ηγετικά στελέχη, καταδικάστηκε επίσης.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Λι Τσεουκ-γιαν δήλωσε στο δικαστήριο ότι το κάλεσμά τους δεν αποσκοπούσε στη διάλυση του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά στην πρόοδο προς τη δημοκρατία, ώστε ο λαός να μπορεί να επιλέγει τους ηγέτες του και να αποτρέψει το Κομμουνιστικό Κόμμα από το να επιβάλλει μια «δικτατορία».
Οι τρεις δικαστές έκριναν ότι το κάλεσμα της Συμμαχίας να «τερματιστεί η δικτατορία του μονοκομματικού συστήματος» δεν είχε ως στόχο να ζητήσει από το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα να επιστρέψει στο σύστημα πολυκομματικής συνεργασίας που προβλέπει το Σύνταγμα, αλλά να τερματιστεί το καθεστώς του ως κυβερνώντος κόμματος, που επίσης κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα. Σύμφωνα με αυτούς, ο όρος «τερματισμός» στη συγκεκριμένη διατύπωση σήμαινε «ανατροπή» και «υπονόμευση» της εξουσίας.
Στην απόφασή τους, οι δικαστές αναφέρουν ότι οι κατηγορούμενοι συνέχισαν να καλούν σε τερματισμό της δικτατορίας του μονοκομματικού συστήματος μετά την έναρξη ισχύος του νόμου περί εθνικής ασφάλειας, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η θέση αυτή αντίκειται στο Σύνταγμα, το οποίο ορίζει ότι η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος αποτελεί «θεμελιώδες χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού με κινεζικά χαρακτηριστικά». Κατά τους δικαστές, η θέση αυτή εμπίπτει στα «άλλα παράνομα μέσα» που προβλέπει ο νόμος περί εθνικής ασφάλειας.
Οι κατηγορούμενοι, όπως αναφέρεται, «ενθάρρυναν σκόπιμα τους υποστηρικτές της Συμμαχίας να περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να υλοποιήσουν τον στόχο του “τερματισμού της δικτατορίας του μονοκομματικού συστήματος” με παράνομα μέσα».
Οι δικαστές επέμειναν ότι οι κατηγορούμενοι δεν διώκονται λόγω των πολιτικών τους απόψεων.
Η μνήμη «ποινικοποιημένη και αποδομημένη»
Η απόφαση αυτή είναι μία από τις τελευταίες στο πλαίσιο των διώξεων κατά του πρώην ιδιαίτερα δραστήριου κινήματος υπέρ της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ, το οποίο έχει σε μεγάλο βαθμό διαλυθεί μετά την έναρξη ισχύος του νόμου περί εθνικής ασφάλειας το 2020.
Παρατηρητές εκτιμούν ότι η δίκη τους συμβολίζει τη διάβρωση της ελευθερίας της έκφρασης στην πρώην βρετανική αποικία, που επανεντάχθηκε στην Κίνα το 1997.
Ο Έρικ Λάι, ανώτερος ερευνητής στο Georgetown Center for Asian Law, δήλωσε ότι οι δομές που επέτρεπαν τη διατήρηση της μνήμης της καταστολής έχουν ποινικοποιηθεί και αποδομηθεί. Σύμφωνα με τον ίδιο, όλοι οι φορείς της κοινωνίας των πολιτών στο Χονγκ Κονγκ που πίστευαν ότι η αποκήρυξη της βίας και η δράση εντός του πλαισίου του νόμου θα ήταν αρκετές για να τους προστατεύσουν, πρέπει πλέον να αναθεωρήσουν αυτή την παραδοχή. «Η μετριοπάθεια στα μέσα που χρησιμοποιούνται δεν προσφέρει καμία προστασία, εάν ο ίδιος ο στόχος θεωρείται αντίθετος προς το Σύνταγμα», τόνισε.
Η Ρόζι Γουίντερτον, Βρετανίδα υφυπουργός αρμόδια για την περιοχή Ινδο-Ειρηνικού στο υπουργείο Εξωτερικών, δήλωσε ότι η απόφαση αυτή αποδεικνύει για μία ακόμη φορά ότι ακόμη και ειρηνικές πράξεις μνήμης στο Χονγκ Κονγκ θεωρούνται πλέον από τις αρχές ως απειλές για την εθνική ασφάλεια.