Απαγόρευση κάθε αναφοράς στην σφαγή στην κεντρική πλατεία του Πεκίνου τον Ιούνιο του 1989 από τον κινεζικό καθεστώς - Υπό αυστηρή επιτήρηση το Χονγκ Κονγκ
Η Κίνα κατηγόρησε την Πέμπτη τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι διαστρεβλώνουν τα γεγονότα και σπιλώνουν το πολιτικό σύστημα της χώρας, μετά τη δήλωση του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο πως η λογοκρισία δεν μπορεί να «σβήσει» τη μνήμη της άγριας καταστολής των διαδηλώσεων του 1989 στην πλατεία Τιενανμέν από τις αρχές του Πεκίνου.
Στις 4 Ιουνίου 1989, η κινεζική κυβέρνηση έστειλε στρατεύματα και τανκς για να καταπνίξει τις διαδηλώσεις που ζητούσαν πολιτικές μεταρρυθμίσεις στην κεντρική πλατεία του Πεκίνου και γύρω από αυτήν.
Ο αριθμός των νεκρών παραμένει άγνωστος και η συζήτηση για όσα συνέβησαν λογοκρίνεται στην ηπειρωτική Κίνα.
Ο Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου την Τετάρτη ότι «όση λογοκρισία κι αν επιβληθεί, δεν μπορεί να σβήσει το παρελθόν».
«Όσοι θυσιάστηκαν για να υπερασπιστούν τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματά τους στην ελεύθερη έκφραση και στην ειρηνική συνάθροιση θα δικαιωθούν κάποια μέρα», πρόσθεσε.
Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε την Πέμπτη ότι απορρίπτει κατηγορηματικά στις δηλώσεις Ρούμπιο.
«Η κινεζική κυβέρνηση έχει εδώ και καιρό καταλήξει σε σαφές συμπέρασμα σχετικά με εκείνη την πολιτική αναταραχή που σημειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980», δήλωσε η εκπρόσωπος του υπουργείου Μάο Νινγκ σε τακτική ενημέρωση Τύπου.
«Οι σχετικές εσφαλμένες δηλώσεις της αμερικανικής πλευράς διαστρεβλώνουν τα ιστορικά γεγονότα, σπιλώνουν το πολιτικό σύστημα και την αναπτυξιακή πορεία της Κίνας και παρεμβαίνουν στις εσωτερικές της υποθέσεις», πρόσθεσε.
Φέτος, σύμφωνα με πληροφορίες, οι αρχές εμπόδισαν τις οικογένειες όσων σκοτώθηκαν το 1989 να επισκεφθούν τους τάφους των θυμάτων στο κοιμητήριο Γουανάν του Πεκίνου, με τη Διεθνή Αμνηστία να χαρακτηρίζει την ενέργεια «άκαρδη πράξη».
Η κινεζική κυβέρνηση χαρακτήρισε τότε επισήμως τις διαμαρτυρίες στην πλατεία Τιενανμέν ως «αντεπαναστατική εξέγερση» που υποκινούνταν από «έναν πολύ μικρό αριθμό ατόμων», δικαιολογώντας τη χρήση βίας ως αναγκαία για να σταματήσει η «πολιτική αναταραχή» και να αποκατασταθεί η τάξη.
Οι αρχές είχαν ανακοινώσει ότι σκοτώθηκαν περίπου 200 με 300 άνθρωποι, ανάμεσά τους και στρατιώτες. Άλλες εκτιμήσεις κυμαίνονται από 400 έως πάνω από 2.000 νεκρούς, αλλά ο ακριβής αριθμός παραμένει άγνωστος.
Αυξημένη παρουσία της αστυνομίας στο Χονγκ Κονγκ
Τα τελευταία χρόνια, το Πεκίνο επιχειρεί να εξαφανίσει κάθε δημόσια εκδήλωση μνήμης στο Χονγκ Κονγκ, όπου επί δεκαετίες διοργανωνόταν ετήσια αγρυπνία με κεριά, πριν από την επιβολή του νόμου περί εθνικής ασφάλειας το 2020.
Όπως και τα προηγούμενα χρόνια, δημοσιογράφοι στην πόλη παρατήρησαν ισχυρή αστυνομική παρουσία την Τετάρτη και την Πέμπτη κοντά στο πάρκο Βικτόρια, χώρο διεξαγωγής της εκδήλωσης στο παρελθόν.
Δεκάδες αστυνομικοί αναπτύχθηκαν στην περιοχή, στήθηκαν μπλόκα στους δρόμους και άνδρες με πολιτικά σταματούσαν και έκαναν ελέγχους σε ορισμένους ακτιβιστές.
Η Τσαν Πό-Γινγκ, πρώην επικεφαλής της διαλυμένης πλέον φιλοδημοκρατικής οργάνωσης League of Social Democrats, οδηγήθηκε σε αστυνομικό βαν.
Περιτριγυρίστηκε από δημοσιογράφους καθώς περπατούσε κρατώντας ένα κίτρινο χάρτινο τριαντάφυλλο, το οποίο οι αστυνομικοί τής ζήτησαν να απομακρύνει.
«Αυτό που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι πάρα πολύ λίγο... Το πάρκο Βικτόρια κουβαλά 37 χρόνια συλλογικής μνήμης των κατοίκων του Χονγκ Κονγκ. Ελπίζω να μη χάσουμε αυτή τη συλλογική μνήμη», δήλωσε η Τσαν στους δημοσιογράφους προτού προσαχθεί.
Η αστυνομία ανακοίνωσε ότι επτά άτομα, πέντε άνδρες και δύο γυναίκες, απομακρύνθηκαν από την περιοχή για περαιτέρω έρευνα και στη συνέχεια τους επετράπη να αποχωρήσουν.
Ο 29χρονος Άλφρεντ Τιέν δήλωσε ότι ταξίδεψε από την ηπειρωτική Κίνα για να περπατήσει στο πάρκο και να προσευχηθεί για τα θύματα.
«Ως Κινέζος, όταν μαθαίνεις αυτή την ιστορία... νομίζω ότι στην αρχή σε συγκλονίζει πραγματικά, γιατί οι περισσότεροι Κινέζοι δεν γνωρίζουν και πολλά για αυτό το γεγονός», είπε.
«Είναι σαν μια φωτιά στην καρδιά, η επιδίωξη για δημοκρατία, για ελευθερία του λόγου».