Για τη σιωπηλή διείσδυση στην ευρωπαϊκή σκηνή, το ρωσικό περίπτερο στη Μπιενάλε Βενετίας, την εκτόπιση καλλιτεχνών από προπαγανδιστές και την αντίσταση στο artwashing μιλά στο Euronews ο Μαράτ Γκέλμαν.
Ο Μαράτ Γκέλμαν ξεκίνησε ως συλλέκτης και στα τέλη της δεκαετίας του ’80 έγινε ο πρώτος σοβιετικός έμπορος τέχνης.
Η έκθεση ουκρανικής τέχνης «Νοτιορωσικό κύμα», που βασίστηκε στην προσωπική του συλλογή, απέσπασε ευρεία αναγνώριση. Τη δεκαετία του ’90 για τον Γκέλμαν ακολούθησε η περίοδος του Ιδρύματος Αποτελεσματικής Πολιτικής, μία από τις επιτυχίες του οποίου ήταν η ήττα του υποψηφίου του Κομμουνιστικού Κόμματος στις προεδρικές εκλογές του 1996.
Στις αρχές της νέας χιλιετίας ο Μαράτ Γκέλμαν αποχώρησε από το ίδρυμα και διορίστηκε αναπληρωτής γενικός διευθυντής του «Πρώτου Καναλιού», το οποίο εκπροσωπούσε στην Ουκρανία.
Τα επόμενα χρόνια τα αφιέρωσε στη δημιουργία και τη διεύθυνση του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης PERMM . Το 2014 εγκατέλειψε τη Ρωσία και ζει στο Μαυροβούνιο. Στην πατρίδα του έχει ενταχθεί στο μητρώο «ξένων πρακτόρων» και στον κατάλογο «τρομοκρατών και εξτρεμιστών». Είναι μέλος του Αντιπολεμικού Κομιτάτου της Ρωσίας και συμμετέχει στη μόνιμη επιτροπή του Φόρουμ Ελεύθερης Ρωσίας.
Euronews: Φέτος η Μπιενάλε της Βενετίας βρέθηκε στο επίκεντρο, επειδή για πρώτη φορά από την αρχή της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το ρωσικό περίπτερο άνοιξε, παρά τη δημόσια αποστασιοποίηση των ιταλικών αρχών, τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την παραίτηση της κριτικής επιτροπής, τις διαμαρτυρίες των ουκρανικών αρχών και της ρωσικής αντιπολίτευσης. Τι σχόλιο σας προκαλεί αυτό, εσάς που στο παρελθόν υπήρξατε πολιτικός τεχνολόγος, διακόψατε κάθε σχέση με την πολιτική και φύγατε από τη χώρα μετά την έναρξη της υβριδικής επιθετικότητας της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας;
Μαράτ Γκέλμαν, γκαλερίστας και αρτ μάνατζερ: Πρώτα απ’ όλα, η ίδια η συμμετοχή της Ρωσίας στη Μπιενάλε της Βενετίας δεν είναι πολιτιστικό αλλά καθαρά πολιτικό πρότζεκτ. Πρέπει να πούμε ότι μέσα στο περίπτερο δεν υπήρχε ούτε ένας σημαντικός, ούτε καν μεσαίου βεληνεκούς καλλιτέχνης από τη Ρωσία. Η ρωσική εξουσία δεν εμπιστεύεται τους καλλιτέχνες, γιατί στον κόσμο της τέχνης το επίπεδο της αυτοανάλυσης και της κριτικής σκέψης είναι αρκετά υψηλό και δεν υπάρχουν καλλιτέχνες διατεθειμένοι να αναλάβουν ρόλο σε αυτή την πολιτική δράση. Άρα, όταν οι Ιταλοί, υπερασπιζόμενοι τη στάση της Μπιενάλε, λένε ότι δήθεν «είμαστε κατά της λογοκρισίας», αυτό είναι σαν πυροβολισμός στο κενό. Γιατί; Επειδή, πρώτον, εκεί δεν υπάρχουν καθόλου Ρώσοι καλλιτέχνες, ενώ οι Ρώσοι καλλιτέχνες σήμερα είτε ζουν στην εξορία είτε βρίσκονται στη φυλακή. Ή, τουλάχιστον, αρνούνται να συνεργαστούν με το κράτος.
Και δεύτερον, τελικά καταφέραμε να πετύχουμε, ίσως όχι στο 100%, αλλά τον μεγαλύτερο μέρος των στόχων μας. Πρώτα απ’ όλα, ο βασικός στόχος του Μιχαήλ Σβιντκόι (ειδικού απεσταλμένου του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας για τη διεθνή πολιτιστική συνεργασία – σημ. συντ.) και του Κρεμλίνου ήταν ύπουλα και αθόρυβα να «κανονικοποιήσουν» τη συμμετοχή της Ρωσίας σε ορισμένα πολιτιστικά γεγονότα. Αυτό το «ήσυχα και δια της πλαγίας οδού» ήταν πολύ σημαντικό. Δηλαδή όλα έπρεπε να γίνουν «όπως παλιά»· ο Σβιντκόι έλεγε: «Μα εμείς ποτέ δεν φύγαμε». Και αυτό το ήσυχα δεν τους βγήκε. Βγήκε πολύ θορυβώδες. Στην πράξη, τα εγκαίνια της Μπιενάλε μετατράπηκαν σε συζήτηση για το πόσο απαράδεκτη είναι η συμμετοχή της Ρωσίας ως κράτους σε αυτό το περίπτερο. Και, δεύτερον, πετύχαμε το γεγονός ότι μέσα σε τρεις μέρες το περίπτερο έκλεισε πραγματικά. Δηλαδή έκλεισε για το κοινό. Το ότι δεν ακύρωσαν τη τυπική, επίσημη συμμετοχή της Ρωσίας, κατά τη γνώμη μου δείχνει (και έχω λόγους να το λέω) ότι η πρωτοβουλία να προσκληθεί η Ρωσία ήταν δική τους. Ήθελαν τα ρωσικά, διαβλητά από τη διαφθορά, χρήματα. Μάλλον τα πήραν. Γι’ αυτό, παρά τις τεράστιες ζημιές στη φήμη – τόσο για τη Βενετία ως πόλη όσο και για τη Μπιενάλε της Βενετίας – δεν μπόρεσαν να αρνηθούν, επειδή οι ίδιοι τους κάλεσαν. Δηλαδή η κύρια κριτική μας δεν πρέπει να απευθύνεται στο Κρεμλίνο – η στάση του είναι απολύτως σαφής –, αλλά σε αυτούς που στη Γερμανία αποκαλούμε Putinversteher, δηλαδή «άνθρωποι διατεθειμένοι να “κατανοήσουν” τον Πούτιν».
Euronews: Ιταλικά και ρωσικά αντιπολιτευόμενα μέσα αποκάλυψαν ότι οι Ρώσοι επιμελητές, ανάμεσά τους η Αναστασία Καρνέεβα (κόρη στρατηγού της KGB και αναπληρώτρια γενική διευθύντρια της «Ροστέχ» – σημ. συντ.), και η διεύθυνση της Μπιενάλε κατήρτισαν ένα σχήμα για να παρακάμψουν τους περιορισμούς στις βίζες και τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε οι διοργανωτές της ρωσικής έκθεσης να μπορέσουν να ταξιδέψουν στην Ιταλία (ενώ η επίσημη Ρώμη το έμαθε ύστερα από τέσσερις μήνες) και να ανοίξουν το ρωσικό περίπτερο, έστω για τρεις ημέρες. Είναι αυτό μεταφορά της υβριδικής επιθετικότητας στο πεδίο της τέχνης;
Μαράτ Γκέλμαν, γκαλερίστας και αρτ μάνατζερ: Αυτούς τους ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να συνδράμουν το Κρεμλίνο, εμείς τους λέμε «χρήσιμους ηλίθιους». Δηλαδή άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν, ότι συμμετέχουν σε υβριδικό πόλεμο. Νομίζουν ότι απλώς λύνουν κάποιες γραφειοκρατικές εκκρεμότητες. Όμως αυτές οι γραφειοκρατικές εκκρεμότητες – και αυτό είναι πολύ σημαντικό – είναι εμπόδια στον δρόμο του επιτιθέμενου. Σήμερα μπορείς να σταματήσεις τον επιτιθέμενο με τρόπο που στο εσωτερικό της ρωσικής κοινωνίας να προκληθεί απορία ή ακόμη και διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο. Για να συμβεί αυτό, οι άνθρωποι της τέχνης, που αποτελούν σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, πρέπει να καταλάβουν ότι δεν έχουν το δικαίωμα να συνεργάζονται με το Κρεμλίνο, αλλιώς δεν θα τους επιτρέπεται η είσοδος. Εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια: ταυτόχρονα, χιλιάδες Ρώσοι καλλιτέχνες και μουσικοί που διαφωνούν με τον πόλεμο, που έφυγαν και συμμετέχουν ιδιωτικά στην πολιτιστική ζωή της Ευρώπης, γίνονται ευπρόσδεκτοι. Ο Ζβιαγκίντσεφ παίρνει βραβεία. Εγώ έχω έκθεση κάθε πέντε μέρες: από εδώ πηγαίνω να εγκαινιάσω στη Βερολίνο, μετά στη Βασιλεία, ύστερα στις Βρυξέλλες και μετά επιστρέφω στο Μαυροβούνιο. Δηλαδή αυτό δεν σημαίνει cancel Russian culture. Πρόκειται ακριβώς για εμπόδια στη συμμετοχή του κράτους-επιτιθέμενου. Είναι αυτό υβριδικός πόλεμος; Προφανώς είναι ζήτημα ορολογίας. Αλλά οι ίδιοι, ο Μιχαήλ Πιοτρόφσκι (διευθυντής του Ερμιτάζ – σημ. συντ.) ήταν εκείνος που εισήγαγε αυτή την ορολογία. Ο ίδιος άρχισε να λέει ότι οι εκθέσεις μας είναι «ειδικές πολιτιστικές επιχειρήσεις». Δηλαδή οι ίδιοι (όπως τώρα στο οικονομικό φόρουμ) αντιμετωπίζουν τις επιτυχίες αυτών των πολιτιστικών αποστολών τους ως μέρος του πολέμου με εμάς, με την Ευρώπη.
Euronews: Δημιουργείται η εντύπωση ότι στην Ευρώπη η Ρωσία έχει πολλούς βοηθούς. Ο διευθυντής της Μπιενάλε Πιετραντζέλο Μπουταφουόκο δεν απάντησε ποτέ στην επιστολή της Νατζέζντα Τολοκονίκοβα, την οποία του έγραψε μετά την δράση της 6ης Μαΐου και στην οποία τον καλούσε να « επιλέξει τον δρόμο της αξιοπρέπειας και να αρνηθεί στη Ρωσία το δικαίωμα να επιστρέψει στην καρδιά της πολιτιστικής Ευρώπης». Πέρα από τα χρήματα της διαφθοράς, ποιο είναι το κίνητρο τέτοιων συμμάχων;
Μαράτ Γκέλμαν, γκαλερίστας και αρτ μάνατζερ: Γιατί μιλάμε για το στοιχείο της διαφθοράς σε αυτή την περίπτωση; Επειδή πριν από δύο χρόνια πρότειναν να κάνουν το ίδιο στην Τερέζα Μαβρίκε. Ήταν επικεφαλής του Ιδρύματος Μιχέλσον (πηγή στα Ρωσικά) (ίδρυμα στήριξης της σύγχρονης τέχνης V-A-C, που νοικιάζει μέγαρο στη Βενετία – σημ. συντ.). Και εκείνη αρνήθηκε. Μάλιστα, αρνήθηκε γνωρίζοντας ότι θα ξεσπάσει σκάνδαλο και ότι αυτό θα βλάψει τους πάντες. Στην ουσία, πρόσφεραν στο Κρεμλίνο μια κακή υπηρεσία. Τώρα, σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού όσο κρατά η Μπιενάλε, ο χώρος μπροστά από το ρωσικό περίπτερο γίνεται μια ανοιχτή σκηνή διαμαρτυρίας, όπου κάθε καλλιτέχνης – και όχι μόνο καλλιτέχνης – θα έρθει και, ανάλογα με το ταλέντο του, θα πει το δικό του «όχι». Καταλαβαίνουμε ότι το στοιχείο της διαφθοράς εδώ είναι πολύ σημαντικό. Δεύτερον, είναι σαφές ότι η Ευρώπη έχει κουραστεί, ότι στην Ευρώπη έχουν σηκώσει κεφάλι δυνάμεις που λένε: πρέπει να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας, το φθηνό αέριο ή οτιδήποτε άλλο. Δηλαδή, στον πέμπτο χρόνο του πολέμου (και νομίζω ότι αυτό είναι ως έναν βαθμό φυσικό) εμφανίστηκαν διάφοροι πρόθυμοι να βοηθήσουν το Κρεμλίνο. Εγώ απλώς είμαι ευγνώμων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, ευγνώμων για το αίσθημα ευθύνης των Ευρωπαίων πολιτικών, που δεν ενδίδουν σε αυτό. Όλοι θα θέλαμε να υπάρχει ειρήνη και να παίζει κάπου ξανά τη μουσική του ο Γκέργκιεφ, να μη χρειάζεται να βγαίνουμε εναντίον του. Καταλαβαίνετε, εδώ έχει σημασία και η σχέση με την Ουκρανία. Η Ουκρανία αντιδρά κατ’ αρχήν αρνητικά σε κάθε συμμετοχή Ρώσων καλλιτεχνών. Κατά συνέπεια, η Ευρώπη απλώς διαχωρίζει τους ανθρώπους της τέχνης, με τους οποίους συνεργάζεται, από τα κράτη, με τα οποία δεν συνεργάζεται. Συνολικά θα το έλεγα έτσι: δεν ξέρω, ίσως ακουστεί προσβλητικό, αλλά η Ιταλία είναι ο αδύναμος κρίκος σε αυτό το ευρωπαϊκό μπλόκο κατά του Ρώσου επιτιθέμενου.
Euronews: «Η τέχνη της Ρωσίας είναι αίμα» – με αυτό το σύνθημα οι FEMEN και οι Pussy Riot οργάνωσαν τη διαμαρτυρία τους στη Μπιενάλε της Βενετίας στις 6 Μαΐου. Την ίδια στιγμή, μέσα στο περίπτερο, στη διάρκεια αυτών των τριών ημερών, παρουσιαζόταν η έκθεση «Δέντρο ριζωμένο στον ουρανό», της οποίας οι συμμετέχοντες, μεταξύ άλλων, αναρωτιούνταν: «Γιατί τα λουλούδια δεν μυρίζουν πια;». Μπορεί αυτό να ερμηνευτεί ως ακραία έκφραση κυνισμού ή ως ειρωνεία απέναντι στην εύπιστη Ευρώπη;
Μαράτ Γκέλμαν, γκαλερίστας και αρτ μάνατζερ: Μοιάζει πολύ με κλαμπ σε σανατόριο: έρχονται άνθρωποι και υπάρχουν ανιματέρ, υπεύθυνοι για τον «πολιτισμό», που φτιάχνουν φυτολόγια, οργανώνουν μπουφέδες, παρουσιάζουν κάτι για να διασκεδάσουν τους παραθεριστές. Δηλαδή το επίπεδο είναι πολύ χαμηλό. Και πιθανότατα το έκαναν συνειδητά, ώστε να μη προκαλέσει καμία απολύτως αντίδραση. Αυτό που έδειξαν δεν σηκώνει καν σοβαρή κριτική. Μπορείς να το δεις ως μια στρατηγική του «σιγά-σιγά, αθόρυβα, να γίνει κάτι». Όσο για τον κυνισμό, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι δίκιο έχουν όσοι μιλούν για «αίμα». Σήμερα για κυνισμό πρέπει να μιλάμε όταν κάποιοι πατούν κουμπιά και εκτοξεύουν πυραύλους. Υπάρχει η καλλιτέχνις Ζάννα Καντύροβα, Ουκρανή, η οποία τηρεί μητρώο των πολιτιστικών φορέων που έχουν καταστραφεί από το Κρεμλίνο (πηγή στα Ρωσικά), από τα όπλα του, από τον ρωσικό στρατό. Δηλαδή ναι, ίσως από καλλιτεχνική, πολιτιστική άποψη αυτές οι χειρονομίες είναι παγκόσμιας κλίμακας, βίαιες, αλλά αυτό που έφεραν στη Βενετία είναι απλώς το τίποτα. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι λένε: ναι, η ρωσική τέχνη είναι αίμα. Εμείς υιοθετούμε αυτή τη θέση ως κριτική του Κρεμλίνου ως επιτιθέμενου, όχι ως κριτική των καλλιτεχνών με ρωσικά διαβατήρια.
Euronews: Στις 8 Μαΐου ο Ρώσος καλλιτέχνης και πολιτικός πρόσφυγας Ντανίλα Τκατσένκο χάραξε με νυστέρι στο στήθος του τη λέξη ART, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, όπως είπε, ενάντια στη «νομιμοποίηση κεφαλαίου άμεσα συνδεδεμένου με τον στρατιωτικό προϋπολογισμό της Ρωσίας μέσω δυτικών πολιτιστικών θεσμών». Κατά τη γνώμη του, σε συνθήκες όπου τα ρωσικά πολιτιστικά πρότζεκτ συνδέονται άμεσα με το Κρεμλίνο, είναι αδύνατο να μιλάμε για «ουδετερότητα της τέχνης», όπως τόνιζαν οι Ιταλοί διοργανωτές.
Μαράτ Γκέλμαν, γκαλερίστας και αρτ μάνατζερ: Ο Ντανίλα είναι γενικά ένα διεθνές αστέρι. Έκανε κάτι πολύ σημαντικό, πέρα από όλα τα άλλα: πραγματοποίησε την δράση του στο Ίδρυμα Μιχέλσον, όχι εκεί όπου βρισκόταν το κοινό. Πολλά από όσα κάνουμε, τα κάνουμε σε μεγάλο βαθμό για τον εαυτό μας. Ντρεπόμαστε που συμβαίνουν όλα αυτά και καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να κάνουμε κάτι. Τέτοιοι άνθρωποι είναι πάρα πολλοί. Οι Pussy Riot έδρασαν δυναμικά, δημόσια, ηχηρά, αλλά υπάρχουν εκατοντάδες καλλιτέχνες που αντέδρασαν πιο αθόρυβα, μόνο για τον εαυτό τους. Η Νάντια Τολόκνο εστίασε στους βενετσιάνους αξιωματούχους, δηλαδή στη διεύθυνση της Μπιενάλε, που – ας το πούμε έτσι – πήρε μίζα. Αλλά κανείς δεν έδινε σημασία στο Ίδρυμα V–A–C του Μιχέλσον, που δρα στη Βενετία και λειτουργεί ουσιαστικά ως μηχανή ξεπλύματος χρήματος. Λένε ότι κατέβαλε 20 εκατομμύρια ευρώ, τη συνεισφορά του στη Μπιενάλε. Ο ίδιος ο Μιχέλσον είναι άνθρωπος που βγάζει χρήματα από τον πόλεμο, ο πιο στενός ολιγάρχης του Πούτιν (πηγή στα Ρωσικά). Και βρίσκεται στο κέντρο της Ευρώπης. Το ίδρυμά του λειτουργεί, υλοποιεί κάποια πολιτιστικά πρότζεκτ, επίσης ουδέτερα, άχρωμα, ώστε να μην προκαλούν αντίδραση ούτε «υπέρ» ούτε «κατά». Να είναι μέσα σιωπηλά και ύπουλα – αυτή είναι η στρατηγική τους.
Euronews: Το 1999 η γκαλερί σας συμμετείχε στη ρωσική εθνική έκθεση στη Μπιενάλε. Γιατί είναι τόσο σημαντικό για τη Ρωσία να συμμετέχει ειδικά σε αυτή τη διοργάνωση; Η Βενετία επιλέχθηκε απλώς επειδή οι Ρώσοι εκμεταλλεύτηκαν την ανοχή των Ιταλών διοργανωτών ή είναι συνολικά σημαντικό για τη Ρωσική Ομοσπονδία να επιστρέψει στην κεντρική σκηνή της ευρωπαϊκής τέχνης;
Μαράτ Γκέλμαν, γκαλερίστας και αρτ μάνατζερ: Όχι, νομίζω ότι δοκιμάζουν σε διάφορα μέτωπα: δοκιμάζουν και στη Eurovision, δοκιμάζουν και στη Βενετία. Απλώς βρέθηκε ένα ρήγμα σε αυτό το τείχος που έχτισε ο πολιτισμένος κόσμος ανάμεσα στον εαυτό του και τον επιτιθέμενου. Ταυτόχρονα, η Μπιενάλε της Βενετίας είναι η μοναδική διοργάνωση στην οποία υπάρχει αυτή η τυπική, κρατική συμμετοχή. Ακόμη και στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου (φυσικά, το κράτος έστελνε εκεί το Μπολσόι), αλλά το φεστιβάλ ως τέτοιο δεν διαφήμιζε ούτε δήλωνε ότι αυτό είναι επίσημη εκπροσώπηση της Ρωσίας. Η Μπιενάλε της Βενετίας είναι ξεκάθαρα επίσημη εκπροσώπηση της κάθε χώρας, ένα πολιτιστικό προξενείο. Είναι σαν την κοινοβουλευτική συνέλευση από την οποία τους πέταξαν έξω.
Και, κατ’ αναλογία με την κοινοβουλευτική συνέλευση, ας υποθέσουμε ότι αυτοί οι Ιταλοί διοργανωτές πράγματι επιθυμούν ισότητα, δεν θέλουν λογοκρισία και τα λοιπά. Τότε δεν καταλαβαίνουν ότι το ρωσικό περίπτερο είναι ο λογοκριτής, όχι ο λογοκρινόμενος. Θα μπορούσαν στο «Αρσενάλε» να παραχωρήσουν χώρο για μια εναλλακτική έκθεση Ρώσων καλλιτεχνών. Η έκθεση στο «Αρσενάλε» διαμορφώνεται από τους επιμελητές ανεξάρτητα από τις επιθυμίες των κρατών, αλλά ούτε αυτό το έκαναν. Συνολικά θα έλεγα ότι τέτοια απαξίωση της Μπιενάλε δεν έχει υπάρξει σε όλη την ιστορία της, ούτε καν όταν συμμετείχε εκεί η ναζιστική Γερμανία.
Δεν είχε στηθεί έτσι, καταλαβαίνετε; Ήταν μια εντελώς διαφορετική κατάσταση, επίσης συγκρουσιακή, με διαμαρτυρίες. Αλλά οι διαμαρτυρίες είναι φυσιολογικό φαινόμενο στον χώρο του πολιτισμού. Επομένως οι ζημιές για τη Μπιενάλε της Βενετίας είναι τεράστιες. Μου αναφέρατε την κριτική επιτροπή, αλλά δεν είπατε ότι πάνω από εκατό συμμετέχοντες στην έκθεση In Minor Keys υπέγραψαν ανοικτή επιστολή με την οποία δηλώνουν ότι αρνούνται να λάβουν μέρος στον διαγωνισμό, ακόμη και στο βραβείο κοινού, και ότι θα προσφύγουν στη δικαιοσύνη (πηγή στα Ρωσικά) εναντίον της Μπιενάλε, επειδή τα ονόματά τους παρέμειναν στη λίστα για την ψηφοφορία. Δηλαδή η φήμη της Μπιενάλε της Βενετίας έχει δεχτεί πολύ σοβαρό πλήγμα.
Euronews: Από πότε ασχολείται η Ρωσία με artwashing; Θυμάστε αντίστοιχα παραδείγματα στο παρελθόν;
Μαράτ Γκέλμαν, γκαλερίστας και αρτ μάνατζερ: Φυσικά, πρώτα απ’ όλα όταν ο Γκέργκιεφ έχασε τη θέση του στην όπερα του Μονάχου. Άρχισαν τότε να καταβάλλουν τη μέγιστη προσπάθεια, με δικά τους χρήματα, για να τον εντάξουν σε διάφορα πρότζεκτ. Όλα αυτά τα ζήσαμε μπροστά στα μάτια μας και υπήρξαν διαμαρτυρίες που επίσης στέφθηκαν με επιτυχία, αφού αυτές οι εμφανίσεις τελικά ακυρώνονταν. Δεν έχουν και τόσους πολλούς ανθρώπους της τέχνης αναγνωρισμένους από τη διεθνή πλειοψηφία. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Η Ρωσία είναι χώρα λογοκεντρική: Νο 1 ο Σορόκιν ζει στο Βερολίνο, ο Σίσκιν – Νο 2 – στην Ελβετία, ο Ακούνιν στην Αγγλία, η Ουλίτσκαγια στο Βερολίνο, ο Γκλουχόφσκι στο Παρίσι, ο Εροφέεφ στο Βερολίνο. Δηλαδή σχεδόν ολόκληρη η ρωσική κουλτούρα, η ρωσική λογοτεχνία είναι απέναντι. Το ίδιο ισχύει και για τους μουσικούς. Ακόμη και τώρα, στη Ρωσία, στις λίστες επιτυχιών, στην πρώτη θέση είναι η Monetochka. Έχει φύγει από τη χώρα και είναι γνωστή για την αντιπολεμική της στάση. Ο Noize MC, η Άλλα Πουγκάτσεβα, ο Γκρεμπενσίκωφ. Τι θέλω να πω; Ότι δεν έχουν και τόσα πολλά ονόματα που να ενδιαφέρουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Γι’ αυτό σπρώχνουν τον Γκέργκιεφ παντού. Στην ουσία, αν την σοβιετική εποχή το Κομμουνιστικό Κόμμα προσπαθούσε να μετατρέψει τους καλλιτέχνες σε προπαγανδιστές, σήμερα προσπαθούν να κάνουν το αντίθετο: από τους προπαγανδιστές να φτιάξουν καλλιτέχνες. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος της Ένωσης Συγγραφέων στη σημερινή Ρωσία είναι ο Μεντίνσκι. Δηλαδή όχι συγγραφέας, αλλά διαφημιστής, προπαγανδιστής. Οι συγγραφείς έχουν φύγει όλοι. Είναι σχεδόν κωμικό: όταν κάνουν συνέδρια, καλούν συγγενείς συγγραφέων, για παράδειγμα τη σύζυγο – μάλλον, τη χήρα – του Σολζενίτσιν, τη δεκάτη ανιψιά του Πούσκιν, απογόνους του Τολστόι. Γιατί δεν έχουν πραγματική πνευματική ελίτ που να τους στηρίζει. Αυτό είναι πολύ καλό νέο για όλους μας: το ρήγμα των ελίτ έχει ήδη συντελεστεί και η πολιτιστική ελίτ αντιπαρατίθεται στην διοικητική-στρατιωτική ελίτ της Ρωσίας.
Euronews: Η Ρωσία είναι εξαίρεση; Ποιες άλλες χώρες, πρόχειρα, ασχολούνται με artwashing τόσο ενεργά;
Μαράτ Γκέλμαν, γκαλερίστας και αρτ μάνατζερ: Είναι ενδιαφέρον ερώτημα, πρέπει να το σκεφτεί κανείς. Μπορεί να θυμηθεί κανείς τη μεταπολεμική περίοδο, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέβαλαν προσπάθειες ώστε μέσα στη Γερμανία, ήδη μετά την ήττα του Χίτλερ, να μην υπάρχει αρνητική στάση απέναντι στις ίδιες τις ΗΠΑ, επειδή εκείνες βομβάρδιζαν, εκείνες κατέλαβαν τη χώρα. Δηλαδή υπήρξε τότε μια ορισμένη πολιτιστική πολιτική.
Euronews: Πάντα δείχνατε μεγάλο ενδιαφέρον για την ουκρανική τέχνη, εκθέτατε Ουκρανούς καλλιτέχνες, στις αρχές της δεκαετίας του 2000 εκπροσωπούσατε το «Πρώτο Κανάλι» στην Ουκρανία. Από πού, κατά τη γνώμη σας, προέκυψε το πρότζεκτ του προέδρου της Ρωσίας για την καταστροφή του κυρίαρχου ουκρανικού κράτους;
Μαράτ Γκέλμαν, γκαλερίστας και αρτ μάνατζερ: Γενικά, η επιστροφή στην αυτοκρατορία, η ανασύσταση της Σοβιετικής Ένωσης έγινε γι’ αυτόν ιδέα-σταθερά κάπου ανάμεσα στο 2008 και το 2012. Αν θυμάστε, μετά την ομιλία του στο Μόναχο, όταν κατάλαβε ότι με τη Ρωσία όπως είναι δεν θα γινόταν δεκτός στο ευρωπαϊκό κλαμπ. Κατά τη δική του αντίληψη, η Σοβιετική Ένωση ήταν ισχυρή, την φοβούνταν, ενώ τη Ρωσία δεν την φοβούνται, άρα πρέπει να αποκατασταθεί η αυτοκρατορία. Και στην αποκατάσταση της αυτοκρατορίας γι’ αυτόν η τριάδα Λευκορωσία–Ρωσία–Ουκρανία θεωρούνταν πρώτο καθήκον. Είχε, όπως φαίνεται, μια ψευδή βεβαιότητα – ή κάποιος την καλλιέργησε μέσα του – ότι θα είναι πολύ εύκολο. Κάποιος του έλεγε ότι η δημοτικότητά του στην Ουκρανία είναι υψηλότερη από εκείνη του Ζελένσκι. Συνολικά, όλη αυτή η στρατιωτική επιχείρηση είναι αποτέλεσμα απολύτως εσφαλμένων αντιλήψεων ενός πολιτικού. Και λανθασμένων αντιλήψεων για τον ίδιο του τον εαυτό και λανθασμένων αντιλήψεων για την Ουκρανία.
Στην ουσία, η αυταρχική κοινωνία είναι φτιαγμένη έτσι ώστε η εξουσία, με τον καιρό, να γίνεται θύμα της ίδιας της προπαγάνδας της. Δηλαδή η προπαγάνδα επιστρέφει στην εξουσία. Αυτός που την εκκίνησε, στο τέλος πιστεύει ο ίδιος σε αυτήν. Κι έτσι, ναι, το πίστεψαν. Νομίζω ότι δεν συζητούσαν για «διαμελισμό» της Ουκρανίας, το αντίθετο. Ήθελαν να πάρουν το Κίεβο. Ήθελαν να ελέγχουν πλήρως ολόκληρη την Ουκρανία μέσω ενός δικού τους ανθρώπου στο Κίεβο. Αυτό που συνέβη στη συνέχεια, το ξέρουμε όλοι πολύ καλά. Ακολούθησε ο μετασχηματισμός της ρωσικής κοινωνίας με τέτοια ταχύτητα, που εμείς – οι άνθρωποι που ζούσαμε εκεί και το βλέπαμε αυτό – απλώς μείναμε σοκαρισμένοι. Αποδείχθηκε ότι το να προχωράς μπροστά είναι πολύ δύσκολο, ενώ να γυρίσεις πίσω μπορείς σε μια στιγμή. Και αυτή η οπισθοδρόμηση είναι βέβαια καταστροφή, γιατί ήδη αφορά τις μάζες, διαπερνά ήδη τα σχολεία.
Κι αν επιστρέψουμε στο πολιτιστικό σκέλος, ναι, άρχισαν να χρησιμοποιούν στην προπαγάνδα καλλιτέχνες τους οποίους οι ίδιοι ή οι προκάτοχοί τους καταπίεζαν, δολοφονούσαν, φυλάκιζαν. Όλα ξεκίνησαν με τους Ολυμπιακούς του Σότσι, όπου χρησιμοποίησαν εικόνες της Αχμάτοβα, το θέατρο του Μέγιερχολντ. Μετά, στις εκλογές για παράδειγμα στην Αγία Πετρούπολη, στις αφίσες έγραφαν «ο Μπρόντσκι είναι δικός μας». Καταστροφή. Βέβαια, καμιά φορά σκέφτομαι ότι όταν έχεις χάσει το κεφάλι, δεν κλαις για τα μαλλιά. Με αυτή την έννοια, όταν καταγράφουμε τέτοιες αρνητικές διεργασίες στον πολιτισμό, πόσο σημαντικές είναι σε σύγκριση με το γεγονός ότι σκοτώνονται άνθρωποι; Αλλά δεν γίνεται αλλιώς· κάπου στον κόσμο πάντα γίνονται πόλεμοι. Ο πολιτιστικός βίος δεν διακόπτεται. Σημασία έχει να μη σταθεί ο καλλιτέχνης, σε ηθικό επίπεδο, «από εκείνη την πλευρά». Πρώτον, δεν υπάρχει κουλτούρα ανεξάρτητη από την κοινωνία, ανεξάρτητη από την πολιτική. Δεύτερον, ο πόλεμος δεν είναι πολιτική, ο πόλεμος είναι ζήτημα ηθικής. Και τα ζητήματα ηθικής είχαν πάντοτε άμεση σχέση με τον πολιτισμό. Η ουκρανική τέχνη ασφαλώς υποφέρει. Από την άλλη, οι καλλιτέχνες έχουν δραστηριοποιηθεί: υπάρχουν τώρα πολύ ενδιαφέροντα πρότζεκτ σε ένα είδος εικαστικού ημερολογίου. Δηλαδή καλλιτέχνες που παρακολουθούν τι συμβαίνει, το καταγράφουν. Γίνονται ιστοριογράφοι. Αλλά όλοι περιμένουμε το τέλος της σφαγής. Όπως είπε σωστά ο Ζβιαγκίντσεφ, πρέπει ένας άνθρωπος να πει «όχι».
Euronews: Τελευταίο ερώτημα – για το μέλλον. Το 2015 λέγατε «Μπροστά μας είναι μόνο σκοτάδι». Πώς θα χαρακτηρίζατε τη σημερινή κατάσταση;
Μαράτ Γκέλμαν, γκαλερίστας και αρτ μάνατζερ: Ο πολιτισμός είναι πουλί φοίνικας. Πεθαίνει και ξαναγεννιέται. Αλλά δεν νομίζω ότι αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στη φάση όπου μπορούμε να εκτιμήσουμε σωστά τι θα ακολουθήσει. Πρώτα πρέπει να τελειώσει ο πόλεμος, μετά να καταλάβουμε τι συνέβη. Και με βάση αυτό θα εμφανιστούν οι καλλιτέχνες-μάρτυρες. Όπως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε, ας πούμε, η «πολεμική λογοτεχνία». Δηλαδή άνθρωποι που είχαν λάβει μέρος στον πόλεμο μιλούσαν… Και μετά, πάνω σε αυτή τη βάση, ελπίζω ότι θα εμφανιστεί η τέχνη…
Euronews: Της «υπέροχης μελλοντικής Ρωσίας»;
Μαράτ Γκέλμαν, γκαλερίστας και αρτ μάνατζερ: Όχι, της αυτοανάλυσης. Επιστρέφω πάλι στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί ήταν μια εξαιρετικά σημαντική στιγμή. Πρόσφατα ξαναείδα τον βιεννέζικο ακσιονισμό, όταν καλλιτέχνες, για λογαριασμό της κοινωνίας, επωμίζονταν την ενοχή: το έκαναν αυτό μέσα από την τέχνη τους, δραματοποιούσαν την κατάσταση, έφερναν ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της ενοχής. Ελπίζω ότι η ρωσική τέχνη, η οποία πάντα ήταν κοντά στα ζητήματα ηθικής (ο Ντοστογιέφσκι είπε: «Αν δεν υπάρχει Θεός, όλα επιτρέπονται»), θα περάσει μέσα από αυτή τη διαδικασία. Όχι μια «υπέροχη μελλοντική Ρωσία», αλλά μια Ρωσία που έχει συνειδητοποιήσει αυτό το παραλήρημα ως παραλήρημα και προχωράει κάπου παραπέρα….