Ο Γουόνγκ, που ήδη εκτίει ποινή, ομολογεί δεύτερη παραβίαση του νόμου εθνικής ασφάλειας του Πεκίνου του 2020, με κίνδυνο ποινή 3 ετών έως ισόβια.
Ο γνωστός ακτιβιστής υπέρ της δημοκρατίας στο Χονγκ Κονγκ, Τζόσουα Ουόνγκ, δήλωσε την Τετάρτη ένοχος για συνωμοσία με ξένες δυνάμεις με σκοπό την υπονόμευση της εθνικής ασφάλειας, βάσει νόμου που έχει επιβάλει το Πεκίνο και ο οποίος έχει ουσιαστικά καταπνίξει το κάποτε ακμάζον κίνημα υπέρ της δημοκρατίας στην πόλη.
Πρόκειται για τη δεύτερη δίωξη σε βάρος του Ουόνγκ – πρώην φοιτητικού ηγέτη του κινήματος υπέρ της δημοκρατίας και ενός από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπά του – βάσει του νόμου για την εθνική ασφάλεια που θεσπίστηκε το 2020, προκειμένου να κατασταλούν οι μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που συγκλόνισαν την πόλη έναν χρόνο νωρίτερα.
Ο 29χρονος Ουόνγκ, ο οποίος φορούσε ένα μπλε πουκάμισο, έδειχνε πιο αδύνατος καθώς δήλωνε την ενοχή του.
Η ποινή του αναμένεται να ανακοινωθεί αργότερα. Το αδίκημα τιμωρείται με κάθειρξη από τρία έως δέκα έτη ή με ισόβια, εάν κριθεί «ιδιαιτέρως σοβαρό». Η ομολογία ενοχής μπορεί συνήθως να οδηγήσει σε μείωση της ποινής.
Ήδη εκτίει ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και οκτώ μηνών, αφού είχε δηλώσει ένοχος σε άλλη υπόθεση για την εθνική ασφάλεια που συνδέεται με άτυπες πολιτικές προκριματικές εκλογές. Πριν από τη σύλληψή του για τη νέα κατηγορία περί συνωμοσίας, τον Ιούνιο του 2025, αναμενόταν να αποφυλακιστεί τον προσεχή Ιανουάριο.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η υπόθεση Ουόνγκ δείχνει την αποφασιστικότητα των αρχών να φιμώσουν εξέχοντες διαφωνούντες και να παγώσουν ουσιαστικά την κοινωνική κινητοποίηση. Για το Πεκίνο, όμως, ο Ουόνγκ είναι μια αντικινεζική φιγούρα που στηρίζει την ανεξαρτησία του Χονγκ Κονγκ, κόκκινη γραμμή για τις αρχές που θεωρούν την περιοχή κινεζικό έδαφος.
Η εισαγγελία υποστήριξε ότι ο Ουόνγκ και ο Νέιθαν Λο είχαν συμφωνήσει εδώ και χρόνια να ασκήσουν διεθνή πίεση για να πετύχουν τον στόχο τους για δημοκρατική αυτοδιάθεση. Πριν από την επιβολή του νόμου για την εθνική ασφάλεια, οι ίδιοι και άλλοι ζητούσαν από ξένες δυνάμεις να επιβάλουν κυρώσεις, αποκλεισμούς ή άλλα εχθρικά μέτρα σε βάρος του Χονγκ Κονγκ και της Κίνας, ανέφερε.
Μετά την έναρξη ισχύος του νόμου το 2020, ο Λο και άλλοι που είχαν φύγει από το Χονγκ Κονγκ συνέχισαν τη δράση τους στο εξωτερικό, συναντώντας ξένους πολιτικούς και οργανώνοντας εκστρατείες συλλογής υπογραφών.
Ο Ουόνγκ, σύμφωνα με την εισαγγελία, στήριζε αυτή την προσπάθεια από το Χονγκ Κονγκ μέσω διεθνών και κοινωνικών δικτύων, μεταξύ άλλων αναδημοσιεύοντας αναρτήσεις του Λο, με στόχο να προσελκύσει την προσοχή άλλων χωρών και να «ενισχύσει το αίτημα για κυρώσεις, αποκλεισμό ή άλλα εχθρικά μέτρα».
Οι εισαγγελείς επεσήμαναν ότι ο Ουόνγκ είχε κοινοποιήσει στο Facebook το ηλεκτρονικό ψήφισμα του Λο, με το οποίο καλούνταν οι εταιρείες ψηφιακής εγκληματολογίας να σταματήσουν να συνεργάζονται με την αστυνομία, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου. Μία εταιρεία, όπως είπαν, ανακοίνωσε αργότερα ότι θα σταματούσε να πουλά λύσεις ψηφιακής ανάλυσης δεδομένων σε πελάτες στο Χονγκ Κονγκ και την Κίνα.
Ο Ουόνγκ επιβεβαίωσε ότι συμφωνεί με τα στοιχεία που ανέγνωσε η εισαγγελία στο δικαστήριο.
Πριν από την έναρξη της διαδικασίας, ένας υποστηρικτής του φώναξε «Κάνε κουράγιο». Ένας φίλος του ανέφερε ότι ο Ουόνγκ διαβάζει βιβλία, σπουδάζει, μαθαίνει κιθάρα και γυμνάζεται στη φυλακή, δοκιμάζοντας νέα χόμπι και καινούργια πράγματα πίσω από τα κάγκελα. Ο ίδιος είπε ότι ελπίζει να τον δει εκτός φυλακής το συντομότερο δυνατό.
Το 2012, ο Ουόνγκ έγινε γνωστός ως μαθητής λυκείου που ηγήθηκε διαδηλώσεων κατά της εισαγωγής του μαθήματος εθνικής αγωγής στα σχολεία του Χονγκ Κονγκ. Η φήμη του εκτοξεύθηκε αργότερα, ως φοιτητής-ηγέτης του κινήματος Occupy το 2014.
Το 2016, ο Ουόνγκ συνίδρυσε με άλλους νεαρούς ακτιβιστές, μεταξύ των οποίων και ο Λο, το πολιτικό κόμμα «Demosisto», με τον Λο να γίνεται την ίδια χρονιά ο νεότερος βουλευτής της πόλης.
Κατά τη διάρκεια των άνευ ηγεσίας διαδηλώσεων του 2019, ο Ουόνγκ συνέβαλε στην αναζήτηση διεθνούς στήριξης για το κίνημα υπέρ της δημοκρατίας, μεταξύ άλλων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Πεκίνο, ωστόσο, καταδίκασε τις ενέργειές του, λέγοντας ότι «επαιτούσε (ξένη) παρέμβαση».
Το Demosisto διαλύθηκε όταν το Πεκίνο επέβαλε τον νόμο για την εθνική ασφάλεια το 2020, τον οποίο οι αρχές παρουσίασαν ως αναγκαίο για την αποκατάσταση της κοινωνικής σταθερότητας.