Η κυβέρνηση μειώνει την πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2026 από 0,7% σε 0,5%, μία ημέρα μετά μια ακόμη πιο απαισιόδοξη εκτίμηση της Insee.
Την ώρα που οι οικονομίες των βασικών ευρωπαίων γειτόνων της συνεχίζουν να αναπτύσσονται, η Γαλλία αποτελεί εξαίρεση.Η κυβέρνηση αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη για την ανάπτυξη το 2026 στο 0,5 %, από 0,7 % προηγουμένως, και αναμένει αύξηση 1 % το 2027, όπως ανακοίνωσε την Παρασκευή ο υπουργός Οικονομίας Ρολάν Λεσκιύρ. Η κυβέρνηση προβλέπει επίσης πληθωρισμό 2,1 % για φέτος και 1,8 % για το επόμενο έτος.
Η υποβάθμιση αυτή δυσκολεύει τον δημοσιονομικό σχεδιασμό της κυβέρνησης. Η χαμηλότερη ανάπτυξη κινδυνεύει να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα δημόσια οικονομικά, τη στιγμή που η κυβέρνηση είχε θέσει ως στόχο τη μείωση του ελλείμματος στο 5 % του ΑΕΠ το 2026, από 5,1 % το 2025. Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιέν Λεκορνύ είχε ήδη παραδεχθεί ότι δεν είναι «πολύ αισιόδοξος» ως προς την επίτευξη αυτού του στόχου.
Οι νέες αυτές προβλέψεις έρχονται μία ημέρα μετά τις ακόμη πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις του γαλλικού ινστιτούτου στατιστικής Insee. Το στατιστικό ινστιτούτο μείωσε την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη το 2026 από 0,7 % σε 0,4 %, προειδοποιώντας για την «απόκλιση» της γαλλικής οικονομίας.
Ύστερα από ένα ξεκίνημα της χρονιάς που σημαδεύτηκε από πτώση 0,2 % του ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο και στη συνέχεια στασιμότητα της δραστηριότητας το δεύτερο, η εικόνα έρχεται σε αντίθεση με εκείνη των κυριότερων γειτονικών οικονομιών. Στα δύο πρώτα τρίμηνα, η Γερμανία κατέγραψε ανάπτυξη 0,4 % και έπειτα 0,3 %, η Ιταλία 0,3 % και στη συνέχεια 0,2 % και η Ισπανία 0,6 % και έπειτα 0,7 %. Το Ηνωμένο Βασίλειο σημείωσε αύξηση 0,6 % και κατόπιν 0,4 %.
Οι κινητήρες της γαλλικής οικονομίας «μπλοκάρουν»
Για την Insee, «όλοι οι κινητήρες της εγχώριας ζήτησης» είναι «μπλοκαρισμένοι».
Η κατανάλωση των νοικοκυριών παραμένει υποτονική και οι επενδύσεις υποχωρούν, επιβαρυμένες από την επιβράδυνση των δημόσιων έργων που συνδέεται με τον δημοτικό εκλογικό κύκλο.
Το ινστιτούτο επισημαίνει επίσης τις συνέπειες των κυμάτων καύσωνα, με ιδιαίτερα έντονο αντίκτυπο στη γεωργία. Η κυβέρνηση από την πλευρά της εκτιμά ότι, αν δεν ληφθούν μέτρα, η κλιματική αλλαγή θα μπορούσε να μειώσει το γαλλικό ΑΕΠ κατά 3,6 % έως το 2050.
Η Insee κάνει επίσης λόγο για μια αγορά εργασίας «πιο υποβαθμισμένη σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη», με αύξηση της ανεργίας και ασθενική άνοδο των μισθών.
Η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών περιορίζει επίσης τον δημοσιονομικό χώρο στήριξης της οικονομίας.
Η δραστηριότητα αναμένεται πάντως να ανακάμψει ελαφρά στο δεύτερο εξάμηνο. Η Insee προβλέπει ανάπτυξη 0,1 % στο τρίτο τρίμηνο και 0,2 % στο τέταρτο. Συνολικά για τη χρονιά, η ανάπτυξη της γαλλικής οικονομίας θα παραμείνει ωστόσο περίπου τρεις φορές χαμηλότερη από εκείνη των γειτόνων της στη ζώνη του ευρώ και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ο πληθωρισμός αυξάνεται, η αγοραστική δύναμη μειώνεται
Άλλη μια κακή είδηση για τα νοικοκυριά: ο πληθωρισμός αναμένεται να συνεχίσει την άνοδό του και να φτάσει το 2,9 % στο τέλος της χρονιάς, από 2,4 % τον Αύγουστο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αγοραστική δύναμη εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κατά 0,4 % στο σύνολο της χρονιάς, κυρίως λόγω της μείωσης της μισθωτής απασχόλησης και της ανόδου των τιμών. Σύμφωνα με την Insee, «ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών» αναμένεται να επηρεαστεί.
Η κατανάλωση, παραδοσιακά βασικός μοχλός της γαλλικής οικονομίας, αναμένεται έτσι να αυξηθεί μόλις κατά 0,3 % το 2026. Τα νοικοκυριά προβλέπεται επίσης να αντλήσουν περισσότερο από τις αποταμιεύσεις τους, με τον λόγο αποταμίευσης να υποχωρεί από το 17,8 % του ακαθάριστου εισοδήματος το 2025 στο 17,3 % φέτος.
Οι επιχειρηματικές επενδύσεις εκτιμάται ότι θα μειωθούν κατά 0,3 %, ενώ οι επενδύσεις των νοικοκυριών θα υποχωρήσουν κατά 1,3 %.
Η Insee επισημαίνει πάντως ότι «παραμένουν ορισμένες αβεβαιότητες», κυρίως σε σχέση με τις επιπτώσεις των κυμάτων καύσωνα στη δραστηριότητα το τρίτο τρίμηνο και την εξέλιξη της κατάστασης στη Μέση Ανατολή.