Η Billionaires’ Row, ένα σύμπλεγμα πολυτελών κατοικιών σε ουρανοξύστες κοντά στο νότιο άκρο του Central Park στη Νέα Υόρκη, φαίνεται εγκαταλελειμμένη, σύμφωνα με εκτιμήσεις μεγάλων εταιρειών ακινήτων.
Σχεδόν τα μισά διαμερίσματα στους επτά ψηλότερους οικιστικούς πύργους της Νέας Υόρκης είναι σήμερα άδεια, ανάμεσά τους και ο Central Park Tower, που ολοκληρώθηκε το 2020 και είναι το ψηλότερο οικιστικό κτίριο στο δυτικό ημισφαίριο, με ύψος άνω των 470 μέτρων.
Η ανάπτυξη στην περιοχή ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2010 με κτίρια όπως τα One57, 432 Park Avenue και 220 Central Park South. Όλα βγήκαν στην αγορά μέσα στην ίδια δεκαετία, ενώ ο Central Park Tower άρχισε να διαφημίζεται ακόμη και πριν ολοκληρωθεί.
Με μέση τιμή καταλόγου τα 30 εκατ. δολάρια (25,2 εκατ. ευρώ), πολλά διαμερίσματα παραμένουν –αναμενόμενα– απούλητα.
Ο Central Park Tower, για παράδειγμα, είχε ακόμη 87 απούλητες κατοικίες το 2023. Στις αρχές του 2025, η Extell Development φέρεται να αναχρηματοδότησε 18 από αυτές με δάνειο 270 εκατ. δολαρίων (227,6 εκατ. ευρώ), γεγονός που υπογραμμίζει πόσο χαμηλά παραμένουν τα ποσοστά απορρόφησης.
Κι όμως, τα περισσότερα διαμερίσματα που όντως πουλήθηκαν κατέληξαν στα χέρια υπερπλουσίων απ’ όλο τον κόσμο, πολλοί από τους οποίους δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ εκεί.
«Στάθμευση χρήματος» σε ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης
Για δισεκατομμυριούχους σε όλο τον κόσμο, αυτά τα πολυτελή ακίνητα λειτουργούν λιγότερο ως κατοικίες και περισσότερο ως «θυρίδες ασφαλείας» σε μορφή ακινήτων, με τη στρατηγική να φαίνεται πως εστιάζει στη διατήρηση του κεφαλαίου και όχι στη δημιουργία κέρδους.
Κατ’ αρχάς, τα μετρητά διοχετεύονται σε ακίνητα αποτιμημένα σε δολάρια ΗΠΑ, κάτι που μπορεί να προστατεύσει τον πλούτο από τον πληθωρισμό, τις διακυμάνσεις των νομισμάτων και την πολιτική αστάθεια αλλού. Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως ενέχυρο όταν οι ιδιοκτήτες χρειάζονται ρευστότητα.
Τα ακίνητα στη Νέα Υόρκη θεωρούνται ευρέως από τους υπερπλουσίους ως κατηγορία επενδύσεων «ασφαλούς καταφυγίου», αντίστοιχη με τον χρυσό ή τα έργα τέχνης πρώτης γραμμής. Ιδίως οι πολυτελείς κατοικίες στο Μανχάταν προσφέρουν μια σταθερή αποθήκη αξίας, σχετικά θωρακισμένη από οικονομικούς κραδασμούς.
Ένας ακόμη παράγοντας είναι ότι οι επενδύσεις αυτές προσφέρουν διαφοροποίηση χαρτοφυλακίου, διατηρώντας ταυτόχρονα την ανωνυμία. Συχνά τα διαμερίσματα αγοράζονται μέσω εταιρειών περιορισμένης ευθύνης (LLC), που μπορούν να αποκρύψουν την ταυτότητα του πραγματικού ιδιοκτήτη.
Αυτή η αδιαφάνεια είναι ιδιαίτερα ελκυστική για προβεβλημένους υπερ-πλούσιους, οι οποίοι θέλουν να αποφύγουν τον δημόσιο έλεγχο των κεφαλαιακών τους ροών ή να περιορίσουν όσα μπορούν να συμπεράνουν οι φορολογικές αρχές των χωρών τους για τη συνολική τους καθαρή θέση.
Τέλος, υπάρχει το φαινόμενο των «πύργων-φαντασμάτων». Τα διαμερίσματα μένουν σκοτεινά και ακατοίκητα το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, κάτι που αποτελεί συνειδητό τμήμα της στρατηγικής.
Για έναν δισεκατομμυριούχο, τα πιθανά έσοδα από ενοίκια σε ένα πολυτελές διαμέρισμα είναι συχνά αμελητέα μπροστά στην ταλαιπωρία της διαχείρισης ενοικιαστών και στον κίνδυνο «φθοράς και χρήσης» σε ένα περιουσιακό στοιχείο που θέλει να παραμείνει αψεγάδιαστο.
Κρατώντας το διαμέρισμα κενό, διασφαλίζουν ότι μένει σε άριστη κατάσταση, έτοιμο να ρευστοποιηθεί γρήγορα όταν χρειαστούν μετρητά.
Κατά συνέπεια, η αξία του διαμερίσματος έγκειται περισσότερο στο γεγονός ότι ανήκει σε κάποιον παρά ότι κατοικείται, λειτουργώντας ως ρευστοποιήσιμη, μεταβιβάσιμη και υποθηκεύσιμη «αποθήκη» κεφαλαίου σε μία από τις πιο περιζήτητες αγορές ακινήτων στον κόσμο.
Η πιο αποκλειστική γειτονιά στον πλανήτη
Οι κάτοικοι του Billionaires’ Row συγκροτούν πιθανότατα μία από τις πιο κλειστές «λέσχες» στον κόσμο. Ωστόσο είναι μάλλον απίθανο να συναναστρέφονται μεταξύ τους ως γείτονες, ενώ πολλοί παραμένουν πλήρως ανώνυμοι.
Η σύνθεσή τους γέρνει ξεκάθαρα προς τους Αμερικανούς «τιτάνες» των hedge funds και τους μεγιστάνες της τεχνολογίας.
Ο Κεν Γκρίφιν, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Citadel, ενός από τα πιο επιτυχημένα hedge funds παγκοσμίως, βρέθηκε στα πρωτοσέλιδα το 2019, όταν έκλεισε συμφωνία για ένα τετραπλό ρετιρέ στο 220 Central Park South έναντι 238 εκατ. δολαρίων (200,6 εκατ. ευρώ), ποσό-ρεκόρ για την εποχή.
Ο Μάικλ Ντελ, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Dell Technologies, αγόρασε επίσης ακίνητο στον συγκεκριμένο «διάδρομο». Το 2014 απέκτησε ένα ρετιρέ στο One57 έναντι 100,5 εκατ. δολαρίων (84,7 εκατ. ευρώ), ποσό που τότε αποτελούσε ρεκόρ για πώληση κατοικίας στη Νέα Υόρκη.
Σε αυτούς προστίθενται κι άλλα ηχηρά ονόματα του χρηματοοικονομικού κόσμου, όπως ο Μπιλ Άκμαν της Pershing Square Capital Management και ο Ντάνιελ Οχ, πρόεδρος και πρώην διευθύνων σύμβουλος της Och-Ziff Capital Management.
Πέρα από τους Αμερικανούς αγοραστές, μεγάλο μέρος των πύργων ανήκει σε μέλη της παγκόσμιας ελίτ.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται προσωπικότητες όπως ο Σαουδάραβας μεγιστάνας ακινήτων Φαουάζ Αλχοκάιρ, που αγόρασε την ψηλότερη κατοικία στο 432 Park Avenue, ο μεγιστάνας της κλωστοϋφαντουργίας από το Χονγκ Κονγκ Σάιλας Τσου και ο Στινγκ, ο δημοφιλής Βρετανός τραγουδιστής.
Πολλοί από αυτούς τους ιδιοκτήτες προέρχονται από παλαιές οικογένειες με μεγάλη περιουσία και βιομηχανικές δυναστείες σε Ασία, Ευρώπη και Νότια Αμερική.
Ωστόσο, για κάθε ιδιοκτήτη που μπορεί να ταυτοποιηθεί, υπάρχουν δεκάδες άλλοι κρυμμένοι πίσω από πολύπλοκες εταιρικές δομές.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: μερικά από τα ακριβότερα τετραγωνικά μέτρα στον πλανήτη ανήκουν τυπικά σε εταιρείες-«κέλυφος».
Αυτό που χαρακτηρίζει πραγματικά αυτούς τους ιδιοκτήτες είναι η παροδικότητά τους. Ένας δισεκατομμυριούχος μπορεί να περνά δύο εβδομάδες τον χρόνο σε ένα ρετιρέ στο Μανχάταν, πριν μετακινηθεί σε μια έπαυλη στα Χάμπτονς, μια βίλα στο Σεν Τροπέ ή ένα διαμέρισμα στο Ναϊτσμπριτζ του Λονδίνου.
Κατά συνέπεια, η αναλογία προσωπικού προς κατοίκους σε αυτά τα κτίρια είναι εντυπωσιακά υψηλή. Πολλά λειτουργούν με υπηρεσίες θυρωρού και εξυπηρέτησης «λευκού γαντιού» όλο το 24ωρο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με ιδιωτικούς σεφ, διατηρώντας τα διαμερίσματα σε μόνιμη κατάσταση ετοιμότητας, ακόμη κι αν ο ιδιοκτήτης δεν έχει πατήσει το πόδι του μέσα επί χρόνια.
Με αυτή την έννοια, το Billionaires’ Row είναι γεμάτο και από «ενοίκους-φαντάσματα», οι οποίοι κατέχουν τη θέα αλλά σπάνια εμφανίζονται στο κάδρο.
Η επίθεση του Μαμντάνι στους δισεκατομμυριούχους
Το οικονομικό τοπίο της Νέας Υόρκης δέχθηκε ισχυρό τράνταγμα την περασμένη εβδομάδα, όταν ο δήμαρχος Ζόραν Μαμντάνι παρουσίασε τον πρώτο προκαταρκτικό προϋπολογισμό του από τότε που ανέλαβε καθήκοντα στις αρχές του έτους.
Ο δήμαρχος, που ανήλθε στην εξουσία με ατζέντα ριζικής βελτίωσης της προσιτής κατοικίας και «πάταξης» της εκμετάλλευσης από τους δισεκατομμυριούχους, ανακοίνωσε ότι η πόλη βρίσκεται αντιμέτωπη με δημοσιονομικό έλλειμμα 5,4 δισ. δολαρίων (4,5 δισ. ευρώ).
Για να το αντιμετωπίσει, ο Μαμντάνι πρότεινε μια «στρατηγική δύο διαδρομών», η οποία άμεσα προετοίμασε το έδαφος για μια πολιτική αναμέτρηση υψηλού ρίσκου τόσο με την πολιτειακή κυβέρνηση στο Όλμπανι όσο και με τη βιομηχανία ακινήτων της πόλης.
Η πρώτη διαδρομή προβλέπει σημαντική αύξηση του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για τους πλουσιότερους κατοίκους της πόλης, με στόχο συγκεκριμένα μια προσαύξηση 2% για όσους κερδίζουν πάνω από 1 εκατ. δολάρια (850.000 ευρώ) τον χρόνο, ώστε να χρηματοδοτηθεί ένα φιλόδοξο κοινωνικό πρόγραμμα.
Αυτό που πολλοί παρατηρητές περιγράφουν ως τακτική «πυρηνική επιλογή» είναι η δεύτερη διαδρομή του Μαμντάνι, που προβλέπει αύξηση κατά 9,5% του συντελεστή φόρου ακίνητης περιουσίας στην πόλη, ανεβάζοντας τον μέσο συντελεστή από 12,28% σε περίπου 13,45%.
Ο Μαμντάνι έχει χαρακτηρίσει ρητά αυτή τη δεύτερη επιλογή ως «έσχατη λύση», δηλώνοντας ότι η πόλη θα αναγκαστεί να ακολουθήσει αυτόν τον «επιζήμιο δρόμο» μόνο αν η πολιτεία αρνηθεί να της επιτρέψει να «φορολογήσει τους πλούσιους».
Η πρόταση θα επηρέαζε περισσότερες από 3 εκατομμύρια κατοικίες και 100.000 εμπορικά ακίνητα στις πέντε συνοικίες, σηματοδοτώντας ενδεχομένως την πρώτη σημαντική αύξηση του φόρου ακινήτων στην πόλη από το 2003.
Ο κλάδος των ακινήτων και το δημοτικό συμβούλιο αντέδρασαν με αναμενόμενο συναγερμό, υποστηρίζοντας ότι μια αύξηση 9,5% θα μετακυλιστεί αναπόφευκτα στους ήδη επιβαρυμένους ενοικιαστές της Νέας Υόρκης, μέσω υψηλότερων χρεώσεων από τους ιδιοκτήτες.
Ενώ οι επιχειρηματικοί φορείς φοβούνται ότι το επιπλέον κόστος θα στραγγαλίσει την οικονομική ανάκαμψη, ο Μαμντάνι παραμένει ανυποχώρητος, υποστηρίζοντας ότι το δημοσιονομικό κενό είναι κληρονομιά ετών κακοδιαχείρισης και ότι η τάξη των δισεκατομμυριούχων της πόλης πρέπει επιτέλους να καταβάλει το «δίκαιο μερίδιό» της για τη διατήρηση των βασικών δημοτικών υπηρεσιών.