Οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν με τον ταχύτερο μηνιαίο ρυθμό από τον Οκτώβριο 2022, σχεδόν αποκλειστικά λόγω του ενεργειακού σοκ από τη σύγκρουση με το Ιράν. Οι οικονομολόγοι διχάζονται για το αν η Φρανκφούρτη θα αυξήσει τα επιτόκια.
Έναν μήνα πριν, η ενέργεια τραβούσε τον πληθωρισμό της ευρωζώνης προς τα κάτω. Τον Φεβρουάριο οι τιμές ενέργειας υποχωρούσαν με ετήσιο ρυθμό 3,1% και ο συνολικός πληθωρισμός βρισκόταν άνετα στο 1,9%, λίγο κάτω από τον στόχο 2% της ΕΚΤ.
Ύστερα ξέσπασε ο πόλεμος στο Ιράν.
Ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη εκτινάχθηκε στο 2,5% τον Μάρτιο, από 1,9% τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με την ταχεία εκτίμηση της Eurostat που δημοσιεύτηκε την Τρίτη.
Η μέτρηση ήταν οριακά χαμηλότερη από τη συναίνεση της αγοράς στο 2,6%, όμως η υποκείμενη δυναμική ήταν σαφής: σε μηνιαία βάση, οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 1,2%, η μεγαλύτερη μηνιαία άνοδος από τον Οκτώβριο του 2022.
Το κρίσιμο ερώτημα τώρα είναι πόσο γρήγορα ένα ενεργειακό σοκ μπορεί να ανατρέψει ολόκληρη τη στρατηγική της ΕΚΤ για τα επιτόκια.
Σοκ στην ενέργεια: ο ταχύτερος μηνιαίος ρυθμός ανόδου του πληθωρισμού από το 2022
Ο παράγοντας ήταν ξεκάθαρος. Αφού είχε μειωθεί κατά 3,1% τον Φεβρουάριο, ο πληθωρισμός στην ενέργεια εκτινάχθηκε στο 4,9% σε ετήσια βάση – ανατροπή σχεδόν 8 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε έναν μήνα – καθώς ο πόλεμος στο Ιράν και το σχεδόν πλήρες κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ εκτόξευσαν τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Το μπρεντ έχει ξεπεράσει τα 110 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί περίπου 80% από την αρχή του έτους.
Κι όμως, παρά την ισχυρή άνοδο στον συνολικό δείκτη, ο δομικός πληθωρισμός – που εξαιρεί ενέργεια, τρόφιμα, αλκοόλ και καπνό – υποχώρησε στο 2,3% από 2,4%, χαμηλότερα από τη συναίνεση στο 2,4%.
Ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες επίσης αποκλιμακώθηκε ελαφρά, από 3,4% σε 3,2%. Τα βιομηχανικά αγαθά πλην ενέργειας έπεσαν στο 0,5% από 0,7%.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Η μέτρηση του Μαρτίου συνιστά, προς το παρόν, ένα κλασικό σοκ πρώτου γύρου από την ενέργεια.
Το αν θα μείνει εκεί θα καθορίσει την επόμενη κίνηση της ΕΚΤ.
Ποιες χώρες αισθάνονται περισσότερο τις πληθωριστικές πιέσεις;
Οι πληθωριστικές επιπτώσεις κάθε άλλο παρά ομοιόμορφες είναι σε όλη την ευρωζώνη.
Η Κροατία προηγείται με 4,7%, ακολουθούμενη από τη Λιθουανία με 4,5%, την Ιρλανδία με 3,6% και την Ισπανία και την Ελλάδα με 3,3%. Η Γερμανία κατέγραψε 2,8%, άνοδο κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Φεβρουάριο.
Στον αντίποδα, η Ιταλία βρίσκεται στο 1,5%, αμετάβλητη σε μηνιαία βάση, ενώ η Γαλλία έκλεισε στο 1,9%, σχεδόν μία πλήρη ποσοστιαία μονάδα κάτω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Αυτή η απόκλιση αντανακλά βαθιές δομικές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι τιμές ενέργειας φτάνουν μέχρι τον Ευρωπαίο καταναλωτή.
Οι οικονομολόγοι της Goldman Sachs, Niklas Garnadt και Giovanni Pierdomenico, ανέπτυξαν ένα μοντέλο που χαρτογραφεί τη μετάδοση του ενεργειακού σοκ στις τιμές καταναλωτή, δείχνοντας ότι η μετακύλιση είναι ισχυρότερη στην Ιταλία, ταχύτερη στην Ισπανία, πιο βαθμιαία στη Γερμανία και ασθενέστερη στη Γαλλία.
Η Ιταλία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το φυσικό αέριο για την παραγωγή ηλεκτρισμού, ενώ τα ευέλικτα βραχυπρόθεσμα τιμολόγια στην Ισπανία σημαίνουν ότι τα άλματα στις χονδρικές τιμές περνούν στους λογαριασμούς των νοικοκυριών σχεδόν άμεσα.
Στη Γαλλία, η εκτεταμένη παραγωγή από πυρηνική ενέργεια και τα ρυθμιζόμενα συμβόλαια ηλεκτρικού ρεύματος λειτουργούν ως «μαξιλάρι» για τα νοικοκυριά, περιορίζοντας το πόσο μεταφέρονται οι διακυμάνσεις των τιμών των εμπορευμάτων στον καταναλωτή.
Πώς θα αντιδράσει η Φρανκφούρτη στην άνοδο του πληθωρισμού;
Η ανάκαμψη του πληθωρισμού άναψε ξανά τη συζήτηση για το αν η ΕΚΤ θα επιστρέψει σε αυξήσεις επιτοκίων τους επόμενους μήνες.
Οι προσδοκίες που αποτιμώνται στις αγορές δείχνουν ότι μια νέα σύσφιγξη αργότερα μέσα στο έτος θεωρείται όλο και πιθανότερη, αλλά οι βραχυπρόθεσμες κινήσεις παραμένουν αβέβαιες.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, παρουσίασε τον συλλογισμό της κεντρικής τράπεζας στο συνέδριο ECB Watchers την περασμένη εβδομάδα.
Αναγνώρισε ότι ακόμη και μια προσωρινή υπέρβαση του στόχου πληθωρισμού μπορεί να απαιτήσει αντίδραση, προειδοποιώντας ότι η αδράνεια θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αξιοπιστία της τράπεζας.
Ταυτόχρονα, όμως, τόνισε ότι η ΕΚΤ θα περιμένει επαρκή στοιχεία προτού προχωρήσει: η στάση της, είπε, θα καθοδηγείται από τα δεδομένα και όχι από τις προβλέψεις.
Άρα, θα αυξήσει η ΕΚΤ τα επιτόκια τον Απρίλιο;
Εδώ η συζήτηση γίνεται πραγματικά αμφιλεγόμενη.
Ο επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING, Carsten Brzeski, θεωρεί ότι οι αγορές ίσως βιάζονται. Την περασμένη εβδομάδα προειδοποίησε ότι «το να παίρνουμε μαθήματα από εκείνο το επεισόδιο δεν σημαίνει ότι μια αύξηση επιτοκίων είναι επικείμενη».
Εντόπισε τρεις πιθανούς παράγοντες που θα μπορούσαν να πιέσουν την ΕΚΤ να δράσει: συνολικό πληθωρισμό πάνω από 4%, δομικό πάνω από 3% ή μια διαρκή άνοδο των προσδοκιών πληθωρισμού όπως καταγράφονται σε έρευνες. Κανένα από αυτά τα όρια δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί.
«Όσο το σοκ στις τιμές ενέργειας παραμένει σε γενικές γραμμές υπό έλεγχο… κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι ότι η ΕΚΤ θα αντιδράσει», πρόσθεσε ο Brzeski.
Ωστόσο, ένα από αυτά τα όρια ίσως είναι πιο κοντά απ’ όσο φαίνεται. Οι προσδοκίες πληθωρισμού των καταναλωτών στην ευρωζώνη εκτινάχθηκαν στο 43,4 τον Μάρτιο από 25,8 τον Φεβρουάριο – το πιο απότομο μηνιαίο άλμα εδώ και χρόνια – σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, το «όριο αξιοπιστίας» του Brzeski θα βρεθεί πολύ γρήγορα στο τραπέζι.
Άλλοι, πάντως, υιοθετούν πιο ενεργητική στάση. Αναλυτές της ολλανδικής τράπεζας ABN AMRO βλέπουν δύο αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ τους επόμενους μήνες, τις οποίες χαρακτηρίζουν «προληπτικές αυξήσεις», με στόχο να αγκυρώσουν τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε μια στιγμή που η αύξηση των μισθών μόλις έχει επιστρέψει σε επίπεδα συμβατά με τον στόχο του 2%.
Στις αγορές προβλέψεων, οι επενδυτές εμφανίζονται ακόμη πιο «γεράκια» από τα περισσότερα σενάρια που παρουσιάζουν οι επενδυτικές τράπεζες για την ΕΚΤ.
Ως την Τρίτη, η πιθανότητα αύξησης επιτοκίων από την ΕΚΤ στη συνεδρίαση του Απριλίου διαμορφώνεται στο 36,2%, με την πιθανότητα μη αύξησης στο 63,8% – ένα σενάριο ανοικτό, αλλά όχι το βασικό.
Για τον Ιούνιο, όμως, μια αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης αποτιμάται στο 76%.
Η βεβαιότητα της αγοράς για συνολική σύσφιγξη μέσα στο έτος είναι εντυπωσιακή: μια αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ κάποια στιγμή το 2026 αποτιμάται πλέον με πιθανότητα 84%.
Όσον αφορά τον ίδιο τον πληθωρισμό, οι αγορές προβλέψεων στην πλατφόρμα Polymarket τιμολογούν στο 61% την πιθανότητα ο ετήσιος πληθωρισμός της ευρωζώνης να κλείσει το 2026 πάνω από 3,1% και στο 24% το ενδεχόμενο να κινηθεί στο εύρος 2,8–3,0%.
Συνολικά, αυτό μεταφράζεται σε περίπου 85% πιθανότητα ο πληθωρισμός να βρίσκεται πάνω από 2,8% τον Δεκέμβριο.
Ζούμε ξανά το 2022;
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι απαντούν «όχι», αλλά με σημαντικές επιφυλάξεις.
Η αφετηρία είναι διαφορετική: οι τιμές φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί γύρω στο 80% από την αρχή του έτους, αλλά οι μέσες χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τις πέντε μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης παραμένουν χαμηλότερα από τα επίπεδα του Ιανουαρίου, κυρίως επειδή οι ανανεώσιμες πηγές και η πυρηνική ενέργεια υποκαθιστούν το αέριο στο περιθώριο.
Οι οικονομολόγοι της BNP Paribas, Stéphane Colliac και Guillaume Derrien, επισημαίνουν ότι ο δομικός πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει σταθερός έως και το δεύτερο τρίμηνο, με τις έρευνες να δείχνουν περιορισμένη μετακύλιση στις τιμές πώλησης στο άμεσο μέλλον.
Στο βασικό τους σενάριο, το μπρεντ παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι έως το τέλος του δεύτερου τριμήνου, με παρατεταμένο αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ αλλά χωρίς καταστροφικές ζημιές στις υποδομές.
Σε αυτό το σενάριο, αναμένουν η ΕΚΤ να ξεκινήσει αυξήσεις επιτοκίων τον Ιούνιο, συνολικά κατά 75 μονάδες βάσης μέχρι το φθινόπωρο.
Ο οικονομολόγος της Bank of America, Ruben Segura-Cayuela, τονίζει αυτό που αποκαλεί «επιχείρημα της ζωντανής μνήμης»: επειδή τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις θυμούνται ακόμη έντονα το 2022, η συμπεριφορική τους αντίδραση σε αυτό το νέο σοκ μπορεί να είναι ταχύτερη και εντονότερη απ’ ό,τι προβλέπουν τα ιστορικά μοντέλα – τόσο στη δυναμική του πληθωρισμού όσο και στην προληπτική αποταμίευση που μπορεί να φρενάρει την κατανάλωση.
Η αγορά εργασίας, υποστηρίζει, μπαίνει σε αυτό το σοκ σε σαφώς πιο αδύναμη κατάσταση απ’ ό,τι πριν από τέσσερα χρόνια.
Σύμφωνα με την Bank of America, μια αύξηση επιτοκίων τον Απρίλιο είναι «πιθανή, αλλά λιγότερο βέβαιη», με την επισήμανση ότι οι υπεύθυνοι πολιτικής πιθανότατα θα περιμένουν πιο καθαρή εικόνα για το πώς τροφοδοτεί το ενεργειακό σοκ τον πληθωρισμό.
Αντίθετα, η BofA βλέπει μεγαλύτερη πιθανότητα δράσης αργότερα μέσα στη χρονιά, με «δύο αυξήσεις το καλοκαίρι (Ιούνιο και Ιούλιο)» σε σενάριο επίμονου ενεργειακού σοκ.
Το επόμενο διάστημα
Η ΕΚΤ βρίσκεται αντιμέτωπη με το ίδιο δίλημμα που τη στοίχειωνε το 2022: να σφίξει την πολιτική για να αγκυρώσει τις προσδοκίες πληθωρισμού ή να κρατήσει στάση αναμονής καθώς η οικονομία αποδυναμώνεται κάτω από το βάρος του σοκ.
Τα στοιχεία του Μαρτίου επιβεβαιώνουν ότι οι τιμολογιακές πιέσεις επανεμφανίζονται, αλλά δεν έχουν ακόμη επεκταθεί καθοριστικά πέρα από την ενέργεια.
Ο δομικός πληθωρισμός στην πραγματικότητα μειώθηκε και οι υπηρεσίες έδειξαν αποκλιμάκωση, δίνοντας στα πιο «ήπια» μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αρκετό έρεισμα για να υποστηρίξουν την υπομονή στη συνεδρίαση του Απριλίου.
Όμως η υπομονή έχει όρια. Αν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά, το πετρέλαιο μείνει πάνω από τα 100 δολάρια και ο δομικός πληθωρισμός αρχίσει να φουσκώνει τους επόμενους μήνες, η ΕΚΤ θα έχει ελάχιστα περιθώρια να μην αντιδράσει.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει η Φρανκφούρτη δεν είναι αν είναι διατεθειμένη να αυξήσει τα επιτόκια – η Λαγκάρντ το έχει ήδη καταστήσει σαφές.
Είναι αν μπορεί να αντέξει να περιμένει μέχρι να φανεί η ζημιά στα δεδομένα ή αν τα «φαντάσματα» του 2022 θα την αναγκάσουν να κινηθεί πριν τα στοιχεία μιλήσουν ξεκάθαρα.