Η εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου φέρνει αλλαγές για την Ελλάδα σε έλεγχο συνόρων, καταγραφή αφίξεων και διαδικασίες ασύλου. Έμφαση δίνεται στην ταχύτερη εξέταση αιτημάτων και στη διαχείριση των ροών με πιο οργανωμένο και αυστηρό σύστημα
Η Ελλάδα προετοιμάζεται για την εφαρμογή του νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο τίθεται σταδιακά σε ισχύ από τις 12 Ιουνίου, με την κυβέρνηση να θεωρεί ότι το νέο πλαίσιο προσφέρει περισσότερα εργαλεία για τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών και την προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο επίκεντρο της ελληνικής στρατηγικής βρίσκεται η πλήρης εφαρμογή του υποχρεωτικού προελέγχου όλων των παράτυπων αφίξεων στα σύνορα. Οι νεοεισερχόμενοι θα υποβάλλονται σε διαδικασίες ταυτοποίησης, λήψης βιομετρικών στοιχείων, ελέγχου ασφαλείας και υγειονομικής αξιολόγησης, με αξιοποίηση του αναβαθμισμένου συστήματος Eurodac και διασύνδεση με τις ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η χώρα διαθέτει πλέον καλύτερα οργανωμένες δομές υποδοχής και καταγραφής σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και εκτιμά ότι το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο μπορεί να ενσωματωθεί στις υπάρχουσες υποδομές, αν και αναγνωρίζεται ότι θα απαιτηθούν επιπλέον πόροι, προσωπικό και στενότερη συνεργασία μεταξύ όλων των αρμόδιων υπηρεσιών.
Οι νέες διαδικασίες Fast Track για το άσυλο
Παράλληλα, η Αθήνα δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις νέες συνοριακές διαδικασίες ταχείας εξέτασης ασύλου. Σύμφωνα με το νέο μοντέλο, αιτήσεις που θεωρούνται προδήλως αβάσιμες θα εξετάζονται με ταχύρρυθμες διαδικασίες και θα ολοκληρώνονται εντός 12 εβδομάδων. Όσοι έχουν αυξημένες πιθανότητες να λάβουν διεθνή προστασία θα μεταφέρονται σε ανοιχτές δομές, ενώ οι υπόλοιποι θα παραμένουν σε ελεγχόμενες δομές έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας και, σε περίπτωση απόρριψης, θα δρομολογείται η επιστροφή τους.
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης έχει περιγράψει το νέο Σύμφωνο ως ένα σημαντικό εργαλείο για την προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων και έχει δώσει έμφαση στην ενίσχυση των επιστροφών όσων δεν δικαιούνται διεθνή προστασία. Παράλληλα έχει προειδοποιήσει ότι, εάν οι μεταναστευτικές πιέσεις στα σύνορα αυξηθούν περαιτέρω, η κυβέρνηση είναι έτοιμη να εξετάσει ακόμη αυστηρότερα μέτρα διαχείρισης.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα επιδιώκει να εξασφαλίσει ουσιαστική ευρωπαϊκή στήριξη για την εφαρμογή του νέου πλαισίου. Η Αθήνα υπογραμμίζει ότι, ως χώρα πρώτης γραμμής, εξακολουθεί να σηκώνει σημαντικό βάρος στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και ζητά η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη να αποτυπωθεί στην πράξη μέσω χρηματοδότησης, επιχειρησιακής συνδρομής και μηχανισμών κατανομής ευθύνης μεταξύ των κρατών-μελών.
Το υποχρεωτικό screening στα σύνορα
Το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο του νέου Συμφώνου αφορά τον υποχρεωτικό προέλεγχο όλων των παράτυπα εισερχόμενων μεταναστών και προσφύγων πριν ακόμη θεωρηθεί ότι έχουν εισέλθει κανονικά στην ευρωπαϊκή επικράτεια.
Στο στάδιο αυτό, θα πραγματοποιείται εξακρίβωση ταυτότητας, λήψη βιομετρικών δεδομένων, έλεγχος ασφαλείας, υγειονομικός έλεγχος και διασταύρωση στοιχείων με ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων.
Κεντρικό ρόλο αποκτά το νέο Eurodac, το οποίο επεκτείνεται σημαντικά, επιτρέποντας ευρύτερη συλλογή βιομετρικών στοιχείων και ενισχυμένη παρακολούθηση μετακινήσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το νέο Eurodac και τα βιομετρικά δεδομένα
Σημαντικές αλλαγές φέρνει και η νέα μορφή του Eurodac, το οποίο θα λειτουργεί ως ο βασικός ευρωπαϊκός μηχανισμός καταγραφής και παρακολούθησης αφίξεων.
Ο Διοικητής της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του EUAA, Μάριος Καλέας χαρακτηρίζει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, το νέο Eurodac «τον ψηφιακό πυρήνα του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου διαχείρισης μετανάστευσης και ασύλου».
Όπως εξηγεί, «η βασική αλλαγή είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει πλέον πιο ακριβή και πιο διαλειτουργική καταγραφή των αφίξεων, ώστε να γνωρίζει καλύτερα ποιος εισέρχεται, πού καταγράφεται και πώς μετακινείται εντός του ευρωπαϊκού χώρου».
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει «ενίσχυση των υποδομών καταγραφής στα σημεία πρώτης υποδοχής, εκτενέστερη χρήση βιομετρικών δεδομένων και διασύνδεση με ευρωπαϊκές βάσεις ασφαλείας και ταυτοποίησης».
Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η διεύρυνση της χρήσης βιομετρικών δεδομένων εγείρει σοβαρά ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων.
«Η χρήση τόσο ευαίσθητων δεδομένων δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η πρόσβαση στα στοιχεία αυτά είναι διαβαθμισμένη, καταγράφεται ηλεκτρονικά, υπόκειται σε ελέγχους και περιορίζεται αποκλειστικά για συγκεκριμένους σκοπούς που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία», σημειώνει.
Οι ανησυχίες για «τυποποιημένες» απορρίψεις
Το νέο Σύμφωνο έχει ήδη προκαλέσει έντονες συζητήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και νομικούς φορείς να εκφράζουν ανησυχίες ότι η πίεση χρόνου μπορεί να οδηγήσει σε βιαστικές ή «τυποποιημένες» απορρίψεις αιτήσεων ασύλου.
Ο Μάριος Καλέας αναγνωρίζει ότι πρόκειται για έναν προβληματισμό που υπάρχει σε όλη την Ευρώπη.
«Είναι μια συζήτηση που υπάρχει σε όλη την Ευρώπη και είναι απολύτως θεμιτό να τίθεται. Όταν οι διαδικασίες γίνονται πιο γρήγορες, εύλογα γεννάται το ερώτημα αν μπορεί να χαθεί η εξατομικευμένη κρίση κάθε υπόθεσης», δηλώνει.
Απορρίπτει, ωστόσο, το ενδεχόμενο επιστροφής σε ένα μοντέλο μακροχρόνιων καθυστερήσεων.
«Η απάντηση, όμως, δεν μπορεί να είναι η επιστροφή σε ένα αργό και δυσλειτουργικό σύστημα που παράγει τεράστιες καθυστερήσεις και τελικά υπονομεύει την ίδια την αξιοπιστία του ασύλου. Το ζητούμενο είναι να συνδυαστεί η ταχύτητα με τις θεσμικές εγγυήσεις», σημειώνει.
Όπως υπογραμμίζει, «κάθε αίτηση εξακολουθεί να εξετάζεται ατομικά, με βάση το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο, το προσωπικό ιστορικό του αιτούντος και τις πραγματικές συνθήκες στη χώρα προέλευσης».
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι «υπάρχουν δικλείδες όπως η δυνατότητα προσφυγής, η νομική συνδρομή και ο δικαστικός έλεγχος».
Κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι το νέο Σύμφωνο δεν λύνει από μόνο του όλες τις προκλήσεις του μεταναστευτικού, ωστόσο θεωρούν ότι δημιουργεί ένα πιο σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο διαχείρισης, με μεγαλύτερη έμφαση στον έλεγχο των συνόρων, στην ταχύτερη εξέταση των αιτήσεων ασύλου και στην αποτελεσματικότερη εφαρμογή των επιστροφών.