Η Ευρώπη έχει κατά μέσο όρο δεκάδες αργίες τον χρόνο, όμως, όπως έδειξε η Δανία κόβοντας μία για να ενισχύσει τον στρατό της, κάθε ρεπό κοστίζει
Κάθε άνοιξη, η Ευρώπη κατεβάζει ρολά λόγω μιας σειράς ετήσιων αργιών.
Κυριακή και Δευτέρα του Πάσχα, Εργατική Πρωτομαγιά, Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος, όλες επίσημες αργίες που συγκεντρώνονται από τον Μάρτιο έως τον Μάιο.
Οι οικονομολόγοι – και ίσως και κάποιοι εργοδότες που ανησυχούν για το κόστος – θέτουν εδώ και χρόνια ένα δύσκολο ερώτημα: ποιο είναι το πραγματικό τίμημα της χορήγησης πληρωμένων ημερών αδείας στους εργαζόμενους;
Η Δανία έδωσε μια ωμή απάντηση το 2024. Η κυβέρνηση κατήργησε την Ημέρα της Μεγάλης Προσευχής (Store Bededag) – μια σχεδόν 340 ετών λουθηρανική εορτή που τιμάται την τέταρτη Παρασκευή μετά το Πάσχα – όχι λόγω κάποιου θεολογικού ζητήματος, αλλά για να πληρώσει για όπλα.
Η Κοπεγχάγη εκτίμησε ότι η κατάργηση θα αποφέρει περίπου 3 δισ. δανικές κορώνες (400 εκατ. ευρώ) ετησίως σε επιπλέον φορολογικά έσοδα, χρήματα που, όπως υποστήριξε η κυβέρνηση, χρειάζονταν για να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες προς τον στόχο του ΝΑΤΟ για 2% του ΑΕΠ.
Η απόφαση εγκρίθηκε από το κοινοβούλιο τον Φεβρουάριο του 2023 και τέθηκε σε ισχύ τον επόμενο χρόνο, προκαλώντας διαδηλώσεις στους δρόμους και ένα κύμα ανεπίσημων «αναρρωτικών» αδειών την ημέρα που θα ήταν η πρώτη καταργημένη αργία.
Παραμένει το πιο σαφές πρόσφατο παράδειγμα κυβέρνησης που βάζει τιμή σε μια ημέρα αργίας.
Η Δανία δεν είναι η μόνη χώρα που το έχει κάνει.
Η Πορτογαλία κατήργησε τέσσερις δημόσιες αργίες το 2012 – δύο πολιτικές, την Ημέρα της Δημοκρατίας και την Ημέρα Αποκατάστασης της Ανεξαρτησίας, και δύο θρησκευτικές, τη γιορτή του Σώματος και Αίματος του Χριστού (Corpus Christi) και την Ημέρα των Αγίων Πάντων – στο πλαίσιο του προγράμματος λιτότητας μετά την κρίση, για να τις επαναφέρει όλες το 2016, όταν είχε περάσει η πιο δύσκολη φάση της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Οι οικονομολόγοι που μελέτησαν την πορτογαλική περίπτωση δυσκολεύτηκαν να απομονώσουν καθαρά την επίδραση, καθώς οι αλλαγές ήταν βαθιά ενσωματωμένες σε ένα ευρύτερο πακέτο μεταρρυθμίσεων. Η πολιτική λογική όμως ήταν η ίδια με της Δανίας: σε ένα πιεσμένο δημοσιονομικό περιβάλλον, μια αργία είναι κάτι που οι κυβερνήσεις είναι όλο και λιγότερο πρόθυμες να αναλάβουν.
Τι λένε οι έρευνες
Τα πιο σαφή διακρατικά στοιχεία προέρχονται από τους οικονομολόγους Lucas Rosso και Rodrigo Wagner, των οποίων η εργασία – στην οποία παραπέμπει και το ΔΝΤ στην ανάλυσή του το 2023 για την κατάργηση της αργίας στη Δανία – βασίστηκε σε ένα φυσικό πείραμα που κάλυψε περίπου 200 χώρες την περίοδο 2000-2019.
Όταν μια δημόσια αργία πέφτει σε σαββατοκύριακο και δεν αντικαθίσταται από άλλη ημέρα, η χώρα αποκτά σιωπηρά μία επιπλέον εργάσιμη ημέρα εκείνο το έτος, δημιουργώντας μια σχεδόν τυχαία μεταβολή που οι συγγραφείς αξιοποίησαν για να απομονώσουν την αιτιώδη επίδραση.
Διαπίστωσαν ότι η ελαστικότητα του ΑΕΠ ως προς τις εργάσιμες ημέρες είναι περίπου 0,2 – πράγμα που σημαίνει ότι κάθε επιπλέον δημόσια αργία συνεπάγεται απώλεια περίπου 0,08% της ετήσιας παραγωγής, δηλαδή περίπου το μισό από ό,τι θα υπεδείκνυε ένας απλός υπολογισμός βάσει εργασίας, επειδή η κατανάλωση σε εστίαση και τουρισμό καλύπτει εν μέρει το κενό.
Η επίδραση είναι εντονότερη στη μεταποίηση και σχεδόν δεν καταγράφεται σε κλάδους όπως η εξόρυξη ή η γεωργία, που συνεχίζουν να λειτουργούν ούτως ή άλλως.
Οι αριθμοί συσσωρεύονται γρήγορα. Το ΑΕΠ της Γερμανίας ξεπέρασε τα 4,3 τρισ. ευρώ το 2024, γεγονός που καθιστά κάθε χαμένη εργάσιμη ημέρα ισοδύναμη με περίπου 3,4 δισ. ευρώ σε μη πραγματοποιηθείσα παραγωγή, πριν από οποιαδήποτε αντιστάθμιση.
Οι μικρότερες οικονομίες υφίστανται μικρότερη απώλεια σε απόλυτα μεγέθη, αλλά η αναλογική επιβάρυνση είναι ίδια – και συχνά έχουν περισσότερες αργίες.
Το χάσμα αργιών στην Ευρώπη και το παράδειγμα της Κύπρου και της Λιθουανίας
Οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ είναι εντυπωσιακές.
Σύμφωνα με το EURES, την πύλη Ευρωπαϊκών Υπηρεσιών Απασχόλησης που λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Αρχή Εργασίας, η Κύπρος, όπως και η Λιθουανία. έχει φέτος 15 δημόσιες αργίες.
Στον αντίποδα, η Γερμανία έχει 9 εθνικές αργίες, αν και τα επιμέρους ομόσπονδα κρατίδια προσθέτουν τις δικές τους.
Η Δανία, μετά την κατάργηση της Store Bededag, έχει 10 αργίες, δηλαδή μία λιγότερη σε σχέση με πριν από το 2024 και κάτω από τον πανευρωπαϊκό μέσο όρο των 11,7 ημερών, σύμφωνα με τη Eurostat.
Αυτό το χάσμα έχει πραγματικές δημοσιονομικές συνέπειες.
Μια χώρα που λειτουργεί με 15 αργίες αντί για εννέα, σύμφωνα με το υπόδειγμα Rosso-Wagner, στερείται ετησίως το ισοδύναμο περίπου ενός επιπλέον 0,48% του ΑΕΠ – πριν ληφθούν υπόψη τυχόν αντισταθμιστικές επιδράσεις μέσω κατανάλωσης – σε σύγκριση με τη «λιγότερο γενναιόδωρη» ομόλογή της.
Για τη Λιθουανία, της οποίας η οικονομία άξιζε περίπου 79 δισ. ευρώ το 2024, αυτό μεταφράζεται σε μια θεωρητική διαφορά παραγωγής της τάξης των 360 εκατ. ευρώ ετησίως σε σχέση με τη Γερμανία.
Το αντεπιχείρημα της παραγωγικότητας
Οι οικονομολόγοι αποφεύγουν να αντιμετωπίζουν τις ημέρες άδειας ως απλή σπατάλη.
Η ίδια μελέτη του ΔΝΤ για τη Δανία σημειώνει ότι η σχέση μεταξύ ωρών εργασίας και παραγωγής δεν είναι γραμμική: όσο περισσότερο δουλεύουν οι άνθρωποι, τόσο λιγότερο παραγωγική γίνεται κάθε επιπλέον ώρα, ενώ ένα ξεκούραστο εργατικό δυναμικό μπορεί να διατηρεί υψηλότερη παραγωγικότητα ανά ώρα καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας.
Η μελέτη των Rosso και Wagner διαπίστωσε επίσης ότι τα έτη με περισσότερες περιστασιακές δημόσιες αργίες συνδέονται με λιγότερα εργατικά ατυχήματα και μετρήσιμες αυξήσεις στη δηλωμένη βραχυπρόθεσμη ευτυχία, παράγοντες που δεν αποτυπώνονται στο ΑΕΠ αλλά είναι σημαντικοί σε κάθε ολοκληρωμένο υπολογισμό της κοινωνικής ευημερίας.
Καμία ευρωπαϊκή κυβέρνηση δεν εξετάζει σοβαρά την πλήρη κατάργηση των δημόσιων αργιών.