Το ινστιτούτο DIW έχει μειώσει στο μισό την πρόβλεψη για φέτος- Η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική μπορεί να συγκρατήσει, όχι όμως να απορροφήσει τον πληθωρισμό
Η ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας αποδεικνύεται πιο περιορισμένη από ό,τι αναμενόταν ακόμη την άνοιξη. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγουν οι ειδικοί του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (DIW). Μειώνουν στο μισό την πρόβλεψή τους για την ανάπτυξη φέτος, στο 0,5 %.
«Το σοκ των τιμών ενέργειας φρενάρει αισθητά την ανάκαμψη», δηλώνει η επικεφαλής για τη συγκυρία του DIW, Τζεραλντίν Ντάνι-Κνέντλικ. «Ωστόσο, δεν βιώνουμε μια δεύτερη φορά το 2022/23». Τη χρονιά εκείνη ξεκίνησε η μεγάλης κλίμακας ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. «Το σοκ είναι μικρότερο, ο ενεργειακός εφοδιασμός παραμένει διασφαλισμένος και η Γερμανία σήμερα εξαρτάται λιγότερο από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων σε σχέση με την περίοδο μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία», εξηγεί στη συνέχεια η Ντάνι-Κνέντλικ.
«Το γεγονός ότι η οικονομία καταγράφει φέτος έστω και μικρή ανάπτυξη οφείλεται αποκλειστικά στη δημόσια διοίκηση», υπογραμμίζει η επικεφαλής για τη συγκυρία. Τα ιδιωτικά νοικοκυριά εμφανίζουν κόπωση, ενώ και οι επιχειρήσεις εμφανίστηκαν τελευταία ιδιαίτερα συγκρατημένες. Αντίθετα, οι αυξανόμενες δημόσιες δαπάνες, για παράδειγμα μέσω των υψηλότερων αμυντικών δαπανών και του ειδικού ταμείου, στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη.
Η κυβέρνηση είχε ήδη αναθεωρήσει προς τα κάτω την πρόβλεψη για την ανάπτυξη ήδη στην εαρινή της έκθεση. Ενώ αρχικά υπολόγιζε σε ρυθμό ανάπτυξης 1,0 %, στα τέλη Απριλίου ανέμενε πλέον μόνο 0,5 %. Αυτό αντιστοιχεί και στην εκτίμηση του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας (IfW). Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση σημειώνει πάντως ρητά ότι και η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να αποτελεί στήριγμα για την οικονομία. Οι δημόσιες επενδύσεις, από την άλλη, προσφέρουν σημαντικά αναπτυξιακά κίνητρα.
Σταθερότητα μέσω των αμυντικών δαπανών
Οι αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες και – με χρονική υστέρηση – τα κονδύλια από το ειδικό ταμείο για τις υποδομές και την κλιματική ουδετερότητα στηρίζουν τη γερμανική οικονομία και εξασφαλίζουν ήπια ανάπτυξη και στα δύο έτη της πρόβλεψης, όπως υποστηρίζει το DIW σε πρόσφατο δελτίο Τύπου.
«Οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις δεν απορροφούν όμως πλήρως την επιβράδυνση της συγκυρίας», συμπληρώνει η Ντάνι-Κνέντλικ. «Καθοριστικής σημασίας είναι τα κονδύλια από τα ειδικά ταμεία να εκταμιεύονται γρήγορα και πραγματικά επιπρόσθετα, και όχι απλώς να χρηματοδοτούν ούτως ή άλλως ήδη προγραμματισμένες επενδύσεις».
Άλλα προβλήματα της γερμανικής οικονομίας το DIW τα χαρακτηρίζει «διαρθρωτικά». Η βιομηχανία δεν είναι πλέον τόσο ανταγωνιστική όσο ήταν κάποτε, με τον αυτοκινητοβιομηχανικό τομέα ειδικότερα να βρίσκεται υπό πίεση. Υψηλό κόστος παραγωγής και η δημογραφική αλλαγή επιβαρύνουν επίσης την ανταγωνιστικότητα. Σύμφωνα με το DIW, αυτοί οι παράγοντες περιορίζουν το δυνητικό αναπτυξιακό δυναμικό και δυσκολεύουν μια ταχεία κυκλική ανάκαμψη, ανεξάρτητα από τη σημερινή γεωπολιτική συγκυρία.
ΗΠΑ κερδισμένες ως παραγωγός ενέργειας, χαμένη η Eυρωζώνη
Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως μεγάλος παραγωγός ενέργειας, αναμένεται να συνεχίσουν να πετυχαίνουν σχετικά σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης λίγο πάνω από 2 %, η εξέλιξη στην ευρωζώνη αναμένεται να είναι σαφώς πιο ασθενής, σύμφωνα με τη διεθνή πρόγνωση του DIW.
Οι ΗΠΑ ανήκουν πλέον στους μεγαλύτερους εξαγωγείς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) παγκοσμίως και επωφελούνται εν μέρει από τις υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου, ενώ η Ευρώπη πρέπει να εισάγει ενέργεια. Μετά τη διακοπή των ρωσικών παραδόσεων φυσικού αερίου, η πρώτη εναλλακτική οδός προμηθειών ήταν οι αγορές από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Η Ευρώπη δεν παράγει η ίδια αρκετή ενέργεια και, ως εκ τούτου, εξαρτάται από τις εισαγωγές. Τα συνακόλουθα σοκ τιμών επιβαρύνουν την οικονομία και την αγοραστική δύναμη. Το DIW δεν αναμένει όμως σοκ στις ποσότητες· η ασφάλεια εφοδιασμού με πετρέλαιο και φυσικό αέριο δεν θεωρείται ότι απειλείται, ιδίως χάρη στη διαφοροποίηση των πηγών.
Ιδιαίτερα ενεργοβόροι κλάδοι όπως η χημική βιομηχανία, ο χάλυβας και το χαρτί υποφέρουν πάντως από τις αυξανόμενες τιμές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου. Έτσι, σύμφωνα με τις υποθέσεις του DIW, η Γερμανία επηρεάζεται εντονότερα σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης.
Η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική μετριάζει τον πληθωρισμό, αλλά δεν τον απορροφά
Επειδή το σοκ αναστέλλει την ανάπτυξη ενώ ταυτόχρονα ωθεί τις τιμές προς τα πάνω, η Ντάνι-Κνέντλικ κάνει λόγο για «μια δυσχερή κατάσταση». Μέχρι στιγμής, η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική μπορεί κυρίως να μετριάζει την υψηλότερη πληθωριστική πίεση. Ο στόχος για την επιθυμητή ανάπτυξη, ωστόσο, δεν επιτυγχάνεται με αυτόν τον τρόπο.
Για τους καταναλωτές, οι υψηλότερες ενεργειακές δαπάνες γίνονται αισθητές στην καθημερινότητα, για τη θέρμανση, το ρεύμα και τις μετακινήσεις. Έτσι απομένουν λιγότερα χρήματα για ιδιωτική κατανάλωση, όπως εξηγεί το ινστιτούτο ifo στην κοινή διάγνωση Άνοιξη 2026. Αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αντιδράσει αύριο, Πέμπτη, με αύξηση των βασικών επιτοκίων, παραμένει ανοιχτό.
Αυτό αποτελεί πρόβλημα, καθώς, σύμφωνα με την κυβέρνηση, η κατανάλωση θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικούς μοχλούς ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας. Το DIW το βλέπει επικριτικά· θεωρεί ότι η ανάπτυξη οφείλεται αποκλειστικά στη δημόσια διοίκηση.
Προστίθενται και διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η απασχόληση μειώνεται περισσότερο στη μεταποιητική βιομηχανία και στο εμπόριο, ενώ αυξάνεται σταθερά, έστω και οριακά, στον δημόσιο τομέα. Η διαρθρωτική μετατόπιση προς τις υπηρεσίες είναι ορατή, συνολικά όμως ο αριθμός των ενεργά απασχολούμενων μειώνεται.
Εργοδότες, συνδικάτα και οι επικεφαλής των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού συναντώνται σήμερα στην Καγκελαρία για να συζητήσουν μεταρρυθμίσεις. Μεταξύ άλλων, το ερώτημα για το ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες της επίμονης διαρθρωτικής αναπτυξιακής αδυναμίας της Γερμανίας θα πρέπει, σύμφωνα με την κυβέρνηση, να έχει ήδη προετοιμαστεί από τους κοινωνικούς εταίρους εκ των προτέρων.