Newsletter Newsletters Events Εκδηλώσεις Ποντάκαστ Βίντεο Africanews
Loader
Διαφήμιση

Ο Έκτορας Λυγίζος και η Αμαλία Μουτούση μας «κάνουν μια βόλτα» στον δικό τους Βυσσινόκηπο

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Πνευματικά Δικαιώματα  Γιάννης Κουσκούτης
Πνευματικά Δικαιώματα Γιάννης Κουσκούτης
Από Γιώργος Μητρόπουλος
Δημοσιεύθηκε ανανεώθηκε πριν
Μοιραστείτε το Σχόλια
Μοιραστείτε το Close Button
Αντιγραφή/Επικόλληση το λινκ του βίντεο πιο κάτω: Copy to clipboard Σύνδεσμος αντιγράφηκε!

Το εμβληματικό έργο του Αντόν Τσέχωφ παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

«Ο Βυσσινόκηπος» του Αντόν Τσέχωφ, ένα από εμβληματικότερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Έκτορα Λυγίζου.

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

Στο κύκνειο άσμα του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα, τα μέλη μιας «ευρύτερης οικογένειας» ξαναβρίσκονται μετά από πέντε χρόνια στο υποθηκευμένο σπίτι τους. Όλες και όλοι γνωρίζουν μέσα τους πως είναι η τελευταία ευκαιρία να ζήσουν παρέα την ανακούφιση της οικειότητας που τους ενώνει, αλλά και να αποχαιρετίσουν όλα αυτά που, ακόμα και την ώρα που τα βιώνουν, αισθάνονται πως είναι ήδη παρελθόν.

Η σπαρακτική τραγικωμωδία εστιάζει στη φθορά, το θάνατο, το τέλος μιας εποχής και το ξεκίνημα μιας άλλης σε προσωπικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Ο Έκτορας Λυγίζος διάβασε το έργο με όρους ενός ιδιότυπου «μουσικού ρεαλισμού», όπου η παρτιτούρα είναι το κείμενο και τα μουσικά όργανα είναι οι ανθρώπινες φωνές.

Θεωρεί ότι ένα υπέροχο ποίημα, με αξιοζήλευτη αρμονία και διαφορετικές υφές λόγου. Αφουγκράζεται διαρκώς τις λέξεις, τις σκέψεις των ηρώων, το ρυθμό του κειμένου, τοποθετώντας όλους τους χαρακτήρες του έργου διαρκώς στην σκηνή. Δημιουργεί με αυτόν τον τρόπο ένα πολυφωνικό σύνολο, σχεδόν χορογραφημένο που φωτίζει διαφορετικά την πλοκή, αλλά και τους χαρακτήρες του έργου, ισορροπώντας εξαιρετικά μεταξύ κωμωδίας και δράματος.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

Οι ιδιοκτήτες του Βυσσινόκηπου, πνιγμένοι στα χρέη και στις αυταπάτες τους, αρνούνται να δεχτούν πως το κτήμα χάνεται και πως ο κόσμος γύρω, αλλάζοντας δραματικά, τους ξεπερνά. Δεν κάνουν τίποτε για να αλλάξουν τα πράγματα, διαρκώς υπεκφεύγουν, κοιτάζουν πώς να βολευτούν. Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι η Λιουμπόφ Αντρέγεβνα, η οποία παραμένει ανέμελη και επιπόλαιη, καθώς αποχαιρετά το παρελθόν και το σπίτι της.

Ο διάσημος ρωσικός οπωρώνας λειτουργεί ως σύμβολο φθοράς, απώλειας, θανάτου και ταυτόχρονα αλλαγής, αναγέννησης και συνέχειας της ζωής. Είναι η τρίτη φορά που ο «Βυσσινόκηπος» ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, 41 χρόνια μετά από την παράσταση σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη και 58 από εκείνη σε σκηνοθεσία του Τάκη Μουζενίδη.

Το Euronews βρέθηκε στο Εθνικό Θέατρο και μίλησε με τον σκηνοθέτη της παράστασης Έκτορα Λυγίζο, που ερμηνεύει παράλληλα τον Λοπάχιν και την Αμαλία Μουτούση, που υποδύεται την Λιουμπόφ Αντρέγεβνα.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

-Έκτορα πώς «διάβασες» το θεατρικό έργο του Τσέχωφ; Ποια είναι η δική σου προσέγγιση και γιατί εστιάζεις στην έννοια του μουσικού ρεαλισμού;

Δεν θεωρώ ότι έβγαλα κάτι από το κεφάλι μου. Νομίζω ότι αναγνώρισα κάτι που κάνει ήδη ο Τσέχωφ. Μπορεί τα έργα να φαίνονται καθημερινά και σε πολλά εισαγωγικά, ρεαλιστικά, αλλά αν τα σκάψεις λίγο παρακάτω, θα καταλάβεις, τουλάχιστον εγώ καταλαβαίνω ότι είναι γραμμένα με ποιητικούς όρους. Οπότε με κάποιο τρόπο αυτή η μουσικότητα που εγώ προσπάθησα να χρησιμοποιήσω, βλέπω να ενυπάρχει στο πρωτότυπο. Αν τόνισα κάτι σε σχέση με το έργο, είναι και πάλι ένα στοιχείο που θεωρώ ότι ενυπάρχει και είναι η ομαδικότητά του. Ούτως ή άλλως, όλα τα έργα του Ρώσου συγγραφέα είναι έργα συνόλου.

Στη συγκεκριμένη παράσταση, αυτό προσπάθησα να το εντείνω με πολύ ελαφριές παρεμβάσεις, πάντα μέσα από το έργο. Να τονίσω με έναν τρόπο ακόμα πιο πολύ ότι πρόκειται για τον κλειστό πυρήνα μιας οικογένειας. Είναι άτομα που ακόμα κι αν δεν τα συνδέουν όλα δεσμοί αίματος, έχουν μια τόσο βαθιά οικειότητα, ώστε συμπεριφέρονται σαν να είναι μια οικογένεια. Γι’ αυτό και πολλές φορές παρατηρείς στον Τσέχωφ ότι οι άνθρωποι λένε σχεδόν τις σκέψεις τους. Δεν λένε απλώς λόγια για να συνεννοηθούν. Οπότε, αυτή τη βαθιά οικειότητα που εγώ «μυρίστηκα» στο πρωτότυπο, θεώρησα ότι πρέπει με κάποιο τρόπο να είναι σε πρώτο πλάνο.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

- Πώς μετουσιώνεται αυτή η έννοια της μουσικότητας στην παράσταση; Πώς λειτουργεί το κείμενο ως παρτιτούρα και πώς οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε μουσικά όργανα;

Αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύω γενικά, όσον αφορά στη διαχείριση του λόγου και στη διαχείριση της κίνησης. Είναι ένα πράγμα μετρημένο, εν πολλοίς χορογραφημένο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι από εκεί και πέρα δεν έχει περιθώρια για εξέλιξη. Πάντα υπάρχουν κενοί χώροι, που μπορεί να ανακαλύψει ο ηθοποιός. Για να καταφέρεις όμως να κάνεις κάτι πραγματικά συνολικό, όπως βλέπουμε από το παράδειγμα της μουσικής και του χορού, αυτό πρέπει να είναι συντονισμένο με όρους παρτιτούρας.

Εγώ σε σχέση με το λόγο, προσπαθώ πάντα να αναδείξω το βιωματικό και νοηματικό περιεχόμενο, θεωρώντας ότι υπάρχει μια φόρμα για κάθε φράση που επειδή μοιάζει πολύ με κάτι στερεότυπο, κουβαλάει όσο πιο αρχετυπικά τη σημασία κάθε φράσης. Αυτή προσπαθώ να αναδείξω με τους ηθοποιούς. Από εκεί και πέρα, όλο αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι συνδυαζόμενα 10 άτομα επί σκηνής, είναι σαν να κρατάς ουσιαστικά την αίσθηση μιας κοινής ανάσας. Μπορεί ο καθένας να αναπνέει διαφορετικά, αλλά με κάποιο τρόπο αυτή η ανάσα γίνεται κοινή.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

-Ποιος είναι λοιπόν ο πυρήνας αυτής της τραγικωμωδίας;

Αυτό που με ενδιαφέρει, είναι ο μηχανισμός με τον οποίο είναι γραμμένο ένα έργο. Αν κάνουμε πολλές διαιρέσεις και πάμε να βρούμε τον πυρήνα του, καταλαβαίνω με κάποιο τρόπο ότι αυτός έχει να κάνει με τη φθορά και το θάνατο. Αυτό εφαρμόζεται στους διάφορους άξονες του έργου. Για παράδειγμα ο πολιτικοκοινωνικός άξονας ουσιαστικά αναφέρεται στην πτώση μιας προηγούμενης εποχής και σε μια προεπαναστατική περίοδο. Υπάρχει δηλαδή μια φοβερή ζύμωση και οι κοινωνικές τάξεις έχουν μια δυσκολία να προσαρμοστούν σε αυτές τις αλλαγές. Αυτός ο άξονας έχει να κάνει και πάλι με τη φθορά.

Υπάρχει όμως και ο άξονας του «απλού» αποχαιρετισμού του σπιτιού, των παιδικών χρόνων και της εστίας, που γίνεται άπαξ και δια παντός, αν και τα πρόσωπα προσπαθούν να παρατείνουν αυτόν τον αποχωρισμό. Και αυτό είναι ένα είδος θανάτου και φθοράς. Υπάρχει και ο αποχαιρετισμός γενικά του παρελθόντος, που κι αυτό είναι ένα είδος θανάτου και φθοράς. Το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι ο συγκεκριμένος συγγραφέας, όπως και κάποιοι άλλοι πολύ προικισμένοι, μπορούν να μιλούν για τέτοια θέματα και να κάνουν τέτοιες καταβυθίσεις σε πράγματα που σχεδόν δεν αντέχουμε, ενώ η επιφανειακή δομή αυτού του πράγματος είναι φτιαγμένη σαν κωμωδία και τα πρόσωπα χρησιμοποιούν τους μηχανισμούς της κωμωδίας.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

-Τι σημαίνει αυτό το τέλος εποχής για τους χαρακτήρες; Είναι τέλος μιας αυταπάτης ή τελικά αυτοί οι άνθρωποι δεν θέλουν να αποδεχτούν την αλλαγή των πραγμάτων, το αβέβαιο μέλλον; Μήπως δεν θέλουν δηλαδή να αποχαιρετίσουν την εποχή τους;

Ναι, αυτό είναι: δεν μπορούν και δεν θέλουν. Όλα τα πρόσωπα δυσκολεύονται να προσαρμοστούν σε αυτή την αλλαγή, γιατί είναι και ο ίδιος ο μηχανισμός των ανθρώπων και της περσόνας που εξυπηρετούμε στην καθημερινή ζωή και που με κάποιο τρόπο υπερασπιζόμαστε. Είναι πολύ δύσκολο να εγκαταλείψεις αυτή την περσόνα. Πάλι επιμένω εδώ ότι ενδιαφέρον είναι ότι ο συγγραφέας ουσιαστικά με κάποιο τρόπο εξετάζει πολύ εξονυχιστικά αυτή την κατάσταση. Δεν την παρατηρεί μόνο, δεν την επισημαίνει, αλλά βάζοντας και ένα θέμα που φαίνεται κομβικό σε μία φιλοσοφική συζήτηση που γίνεται για τον υπερήφανο άνθρωπο και την έννοια μιας υπερηφάνειας.

Είναι ένα αινιγματικό θέμα σε σχέση με το έργο, αλλά μάλλον είναι από τα πυρηνικά θέματα και αυτό. Αυτό που καταλαβαίνω, είναι ότι αναφέρεται στον τρόπο που ο καθένας μας με υπερηφάνεια, υπερασπίζεται και την περσόνα του και την τάξη του και αυτά που θεωρεί δεδομένα. Τελικά όλο αυτό καταλήγει να είναι και αστείο: ο τρόπος που καθένας εμμένει δηλαδή σε αυτά που ξέρει και σε αυτά που μπορεί να αντιληφθεί. Κάποια στιγμή γίνεται και πολύ συγκινητικό γιατί σε αναγκάζει να αυτοπαρατηρήσεις και τους δικούς σου προσωπικούς μηχανισμούς, που έχουν και αυτοί μεγάλη δυσκολία προσαρμογής.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

-Πέρα από το αστείο και τη συγκίνηση, υπάρχει όμως στο έργο και μια αίσθηση βαθιάς τραγικότητας, καθώς βλέπουμε μια ομάδα ανθρώπων σε μια μεταιχμιακή εποχή - που θα μπορούσε να είναι οποτεδήποτε, ακόμη και σήμερα - να μην μπορούν ουσιαστικά να δεχτούν ότι όλα τα πράγματα γύρω τους αλλάζουν και ότι υπάρχει ένα πολιτικό, κοινωνικό, ιστορικό κύμα αλλαγής που τους παρασύρει.

Ναι, αν το δεις σε μια πιο μακρινή εικόνα, είναι τραγικό πώς αυτή η ομάδα ανθρώπων παρασύρεται από την ιστορία. Όμως σε σχέση με το μηχανισμό του έργου, επειδή ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πολλές αλλαγές εστίασης σε σχέση με τα πρόσωπα, δηλαδή άλλοτε αισθάνεσαι ότι είσαι μέσα σε ένα πρόσωπο, άλλοτε αισθάνεσαι ότι τους βλέπεις συνολικά, νομίζω ότι κρατάει πολύ συνειδητά την κλίμακα σε αυτούς τους όρους, έτσι ώστε το έργο να μην μπατάρει προς την καθαρή τραγωδία ή να μην μπατάρει προς την καθαρή φάρσα. Και να είναι σε μια μεταιχμιακή περιοχή τόνου που με κάποιον τρόπο τα πράγματα επίτηδες δεν βαραίνουν τόσο, έτσι ώστε να συνεχίζουν να είναι πολυσήμαντα. Αυτό αισθάνομαι κι εγώ σκηνικά.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

-Τι είναι αυτό που σε απασχόλησε περισσότερο στο συγκεκριμένο ανέβασμα;

Το πιο δύσκολο με διαφορά ήταν για μένα η διαχείριση της ομάδας, με τη λογική ότι το μεγάλο στοίχημα ήταν κυρίως οι ομαδικές σκηνές, που είναι επίτηδες ένα πολύ μεγάλο μέρος της παράστασης. Εννοώ ότι σε αντίθεση με το πρωτότυπο, επιδίωξα να είναι όλοι οι χαρακτήρες επί σκηνής, πολύ πιο συχνά. Αυτό που με απασχόλησε, είναι όλα τα πρόσωπα, όλοι οι χαρακτήρες να εξακολουθούν να είναι ζωντανοί, ακόμα και αν η εστίαση της σκηνής είναι αλλού.

Οπότε η μεγάλη και χρονική δυσκολία αυτού του πράγματος ήταν ότι στην πρόβα έπρεπε να διαχειριστώ την κάθε σκηνή, μέσα από την οπτική του καθενός. Όταν τελείωνε μια σκηνή, έπαιρνα από δεξιά προς αριστερά όλους τους χαρακτήρες, έτσι ώστε όλη η δράση τους να είναι συνεπής και αδιάκοπη ροή τους. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο από όλα. Το θεατρικό βίωμα κρίνεται, όπως όλοι γνωρίζουμε, στις λεπτομέρειες. Ναι, οι ισορροπίες είναι πολύ λεπτές στην επιτέλεση ενός ζωντανού πράγματος, σε αντίθεση με το σινεμά που το κατασκευάζεις, το τυλίγεις, είναι έτοιμο. Εδώ πέρα, κάθε μέρα και με τον τρόπο που είναι φτιαγμένο το έργο, είναι σαν να γίνεται εκ νέου ένα μοντάζ και ένα μιξάζ με πολύ δύσκολους όρους επί σκηνής. Οπότε σαφώς οι κίνδυνοι είναι πολλοί.

-Τι τελικά μένει σε σένα από την εμπειρία του Βυσσινόκηπου;

Ότι είναι ανεξάντλητος. Φαίνεται ότι όσες πρόβες και παραστάσεις και να κάνεις, με κάποιον τρόπο δεν φτάνουν για να τον εξαντλήσουν.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

Η Αμαλία Μουτούση γνωρίστηκε με τον Έκτορα Λυγίζο, στις πρόβες του «Καθαροί πια», που ανέβηκε πριν από 25 χρόνια σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή. Παρόλο που η φιλία και η αλληλοεκτίμησή τους μετρά πολλά χρόνια, η πρώτη τους συνεργασία ήρθε πρόπερσι στον αριστουργηματικό «Αποτυχημένο» του Τόμας Μπέρνχαρντ, που ανέβηκε στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ.

Και οι δύο έχουν μια ιδιαίτερη αγάπη για την ποιητικότητα του λόγου και παλεύουν διαρκώς με το θεατρικό υλικό, σε κάθε θεατρικό εγχείρημα με το οποίο καταπιάνονται. «Ο Βυσσινόκηπος» είναι η δεύτερη συνεργασία τους.

- Κυρία Μουτούση, περιγράψτε μας την Λιουμπόφ Αντρέγεβνα, τον χαρακτήρα που ερμηνεύετε

Καταρχάς είναι η ιδιοκτήτρια του Βυσσινόκηπου. Είναι σαν προσωπικότητα και σαν γυναίκα ανεύθυνη. Δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες της. Είναι πολύ γοητευτική, πανέξυπνη, αξιολάτρευτη. Δεν είναι καλή μάνα. Το κέντρο της ζωής της είναι ο έρωτας. Ερωτεύεται και αφοσιώνεται ψυχή τε και σώματι στον άνθρωπο, που ερωτεύεται κάθε φορά. Και σαν οντότητα, νομίζω ότι είναι στην κατηγορία των μεγάλων που δεν έχουν μεγαλώσει. Ο Βυσσινόκηπος, έτσι όπως είναι γραμμένο το έργο, δίνει την ευκαιρία στην Λιουμπόφ να μεγαλώσει, θέλοντας και μη. Είναι λίγο αυτό που ενώ ξέρουμε, κάνουμε ότι δεν ξέρουμε και πρέπει να συμβούν τα πράγματα για να πούμε ποια είναι η αλήθεια, ενώ ξέρουμε.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

- Μαθαίνει κάτι από όλη αυτή την ιστορία ή είναι από αυτούς τους ανθρώπους που παραμένει ανέμελη με έναν τρόπο και δεν θέλει να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια για το τι συμβαίνει γύρω της;

Βέβαια και δεν κοιτάει κατάματα την αλήθεια, αλλά βέβαια και αρχίζει και την κοιτάει μέσα στο έργο με τον τρόπο που μπορεί, με τον τρόπο που αντέχει και με τα περιθώρια που έχει. Αυτή η διαδικασία πριν από το έργο του Βυσσινόκηπου δεν υπήρχε καν σαν δυνατότητα στην Λιουμπόφ, η οποία ποτέ δεν κοίταξε τον εαυτό της, όχι μόνο τι γίνεται γύρω της, γιατί ζει εις βάρος των άλλων, είναι συνέχεια με δανεικά, ξοδεύει χρήματα αλόγιστα, τα οποία δεν είναι δικά της. Χρωστάει.

Και πέρα από όλα αυτά, είναι ένα πρόσωπο το οποίο δεν επεξεργάστηκε ποτέ και δεν κοίταξε ποτέ κατάματα την ίδια της τη ζωή, το παρελθόν της, τις πράξεις της, τα λάθη της, πού έκανε κακό, τι θα μπορούσε ενδεχομένως να διορθώσει. Αυτό δεν το έκανε καθόλου στη ζωή της. Δηλαδή έφευγε πάντοτε μακριά, προσπαθώντας να βιώσει το παρελθόν της με μια παιδική ξεγνοιασιά και νοσταλγία. Να αποφύγει τον πόνο της γιατί έχει κι ένα παιδί το οποίο πνίγηκε στο ποτάμι στα εφτά του χρόνια. Ο Βυσσινόκηπος είναι συνδεδεμένος μέσα της και με τον πνιγμό αυτού του αγοριού. Υπεκφεύγει με την έννοια των ενοχών.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

-Σε τι αναφέρεται λοιπόν το έργο;

Νομίζω ότι το έργο μιλάει πάρα πολύ γι’ αυτό το κομμάτι της ενηλικίωσης. Δηλαδή βεβαίως και μιλά για τον πόνο και την απώλεια. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Βυσσινόκηπος είναι η απώλεια, ο αποχαιρετισμός, ο θάνατος, είναι το πένθος. Αλλά πιο πολύ είναι η ενηλικίωση των ανθρώπων γενικά απέναντι στο πώς αποχαιρετούν και τι σημαίνει αυτό γι’ αυτούς. Διότι η Λιουμπόφ υπεκφεύγει συνέχεια μέσα από ενοχές. Νιώθει ενοχές προς τα παιδιά της, προς την κόρη της. Οπότε οι ενοχές είναι ένα άλλοθι: να μην βρεθούμε μπροστά σ’ αυτό που έχουμε κάνει, που έχουμε ζήσει, που έχει συμβεί. Να μην αναλάβουμε τις ευθύνες των πράξεών μας.

Στη δική μας παράσταση, είδαμε αυτό το πρόσωπο να αρχίζει σιγά σιγά να τις αναλαμβάνει, θέλει δεν θέλει. Με το που επιστρέφει μετά από πέντε χρόνια στον Βυσσινόκηπο, αρχίζουν και έρχονται όλα αυτά τα φαντάσματα του παρελθόντος πάνω της. Η ίδια δεν αντέχει τη φθορά, δεν αντέχει το τέλος, δεν αντέχει τα γηρατειά. Θέλει για πάντα τη νεότητα, με ό,τι μπορεί αυτό να σημαίνει και έρχονται όλα. Έρχεται η φθορά, ο θάνατος του παιδιού της. Έρχονται τα οικονομικά που όλοι ζητάνε αυτά που δικαιούνται, έρχεται η τσεκουριά στον ίδιο το Βυσσινόκηπο και τον χάνει. Αυτό που εγώ κατάλαβα μέσα από αυτή τη δουλειά, είναι ότι τελικά κανένας δεν κάνει κάτι για να μη χαθεί ο Βυσσινόκηπος. Όλοι κοιτάνε πώς θα βολευτούν. Ο Τσέχωφ φωτίζει όχι τόσο την απώλεια αυτή καθαυτή, αλλά τον άνθρωπο απέναντι σ’ αυτήν και πώς την αντιμετωπίζει.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

-Αν κάνουμε zoom out στο έργο, πώς βλέπετε τον κόσμο αυτών των χαρακτήρων; Είναι ένας κόσμος μεταιχμιακός μεταξύ μεγάλων ιστορικών αλλά και προσωπικών αλλαγών για όλους τους χαρακτήρες. Πώς τελικά επιβιώνουν από αυτό το ρεύμα της ιστορίας, της κοινωνίας, της μεγάλης αλλαγής;

Δεν μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα γιατί διαβάζοντας το έργο και δουλεύοντάς το, είναι τόσο αληθινό που καθρεφτίζει τον άνθρωπο με όλες του τις αντιφάσεις. Έχει να κάνει τόσο πολύ με το να αναλάβει ο καθένας προσωπικά το γιατί βρίσκεται σε αυτή τη ζωή τελικά και τι κάνει με αυτήν. Αυτό είναι το ένα που μπορώ να σκεφτώ και έτσι και σε μένα είναι ανοιχτό. Δηλαδή θα ήμουν αφελής να πω ότι εντάξει, μετά από αυτό που μας γράφει ο Τσέχωφ εδώ, αλλάζει πραγματικά ο άνθρωπος προς το καλύτερο. Είναι πολύ μεγάλος ποιητής. Έχει γράψει κάτι ανεπανάληπτο, μοναδικό γιατί μπορούμε πραγματικά να κοιτάξουμε τον εαυτό μας σε αυτό το έργο και να δούμε όλες τις σκιές, τις ατέλειες και τις αδυναμίες μας και στο τώρα.

Από κει και πέρα, ίσως με τα νέα παιδιά, δηλαδή με τον Τροφίμοφ και με την Άνια, την κόρη της Λιουμπόφ, ανοίγεται οπωσδήποτε ένας άλλος ορίζοντας μέσα από τον Τσέχωφ. Εκείνοι θα φυτέψουν έναν καινούριο κήπο. Η ζωή συνεχίζεται, θα χαθεί. Αυτά τα παιδιά δεν έχουν ζήσει ακόμα, δεν έχουν πονέσει με τον τρόπο που έχουν πονέσει οι ενήλικες του έργου και τα έχουν όλα κλείσει στη ντουλάπα. Είναι όμως τραυματισμένα, έχουν το τραύμα των γονιών τους. Παράλληλα, μέσα από τους νεότερους χαρακτήρες, νομίζω το έργο ανοίγει έναν ορίζοντα για το παραπέρα του ανθρώπου. Αν μπορεί ο άνθρωπος να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

_-_Ποια ήταν για σας η μεγαλύτερη πρόκληση - δυσκολία σε αυτό το πολυφωνικό ανέβασμα του Βυσσινόκηπου;

Εμένα μου αρέσει πάρα πολύ αυτό το ανέβασμα, από υποκριτική σκοπιά. Μου αρέσει δηλαδή η ιδέα του χορικού και το πώς δουλεύεται κάτι συλλογικά. Δεν το λέω με την έννοια ότι αυτό είναι κάτι συγκινητικό. Το λέω με την έννοια, ότι νομίζω ότι είναι ένας τρόπος πραγματικά να φωτιστεί το νόημα ενός πράγματος, μέσα από τη ρυθμολογία που προκύπτει από την κάθε φωνή και από το κάθε σώμα και σε σχέση με το συντονισμό και σε σχέση με το σολιστικό κομμάτι του καθενός, αν το προσεγγίσω με μουσικούς όρους. Για μένα είναι μια πραγματική πρόκληση. Δεν θα ήθελα πραγματικά να τον παίξω αλλιώς αυτό το ρόλο, τώρα που βλέπω πώς είναι έτσι. Δεν θα ήθελα, επειδή μου αρέσει πολύ έτσι.

Με έλκει πολύ η τεράστια απόσταση που πρέπει να διανύσει η Λιουμπόφ στο συγκεκριμένο ανέβασμα, από την πάνω πάνω επιφάνεια, δηλαδή πιο ρηχά δεν γίνεται και να κάνει βουτιές πάρα πολύ μέσα, στα βαθιά: να μπαίνει και να βγαίνει συνέχεια. Δηλαδή υπάρχει αυτό το πράγμα το οποίο υποκριτικά αλλά και σαν διάθεση με ανοίγει πάρα πολύ. Μου αρέσει πάρα πολύ. Νομίζω ότι είναι καταπληκτικό!

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

-Η συγκεκριμένη σκηνοθετική προσέγγιση, αυτό το πολυφωνικό εγχείρημα αναδεικνύει εξαιρετικά τόσο την ανεμελιά και την επιφανειακότητα της ζωής των χαρακτήρων, όσο και τη βαθύτερη στοχαστική διάθεση, που εκλύει το έργο.

Ναι, γιατί αν κάτσουμε λίγο να σκεφτούμε πώς είναι η καθημερινότητά μας και σκεφτούμε τις σκέψεις μας, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι οι σκέψεις μας είναι από ρηχές, ανώδυνες και σκουπίδια μέχρι πολύ σοβαρές. Και αυτό είναι μια πραγματικότητα. Αυτό το ταξίδι, αυτός ο στοχασμός γίνεται συνέχεια μέσα στο μυαλό μας και επηρεάζει πάρα πολύ τον ψυχισμό μας. Επειδή τα πρόσωπα και σε αυτό το έργο και στον Τσέχωφ γενικότερα, αλλά και σ’ αυτό το έργο ακόμη περισσότερο, είναι πάρα πολύ σαν παιδιά. Όπως τα παιδιά δηλαδή τη μια στιγμή μπορεί να διεκδικούν κάτι, να κλαίνε, να τσιρίζουν και μετά να είναι ήρεμα μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο και να χαίρονται και να τρώνε και να γελάνε και να τους αρέσει ένα παιχνίδι και να παίζουν και να ξεχνιούνται. Αυτό το στοιχείο το έχουμε δουλέψει πάρα πολύ σε αυτό το πολυφωνικό, συλλογικό εγχείρημα. Είναι πολύ δουλεμένο και με μεγάλη λεπτομέρεια. Και μας αρέσει πολύ.

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη

Διασκευή - Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος

Σκηνικά: Μυρτώ Λάμπρου

Κοστούμια: Άλκηστη Μάμαλη

Μουσική σύνθεση – Μουσική προσαρμογή: Λίνα Ζάχαρη

Συνεργασία στην κίνηση – Χορογραφία: Δημήτρης Μυτιληναίος

Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης

Σχεδιασμός ήχου: Brian Coon

Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύα Βλασσοπούλου

Σχεδιασμός μακιγιάζ - κομμώσεων: Ιωάννα Λυγίζου

Βοηθός σκηνογράφου: Άννα Μπίζα

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Γιώργος Ζιάκας, Γιάννης Κλίνης, Σοφία Κόκκαλη, Έκτορας Λυγίζος, Υβόννη Μαλτέζου*, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Μουτούση, Ράνια Οικονομίδου*, Γιάννης Παπαδόπουλος, Κατερίνα Πατσιάνη, Φοίβος Συμεωνίδης

*Σε διπλή διανομή

Φωτογραφίες: Γιάννης Κουσκούτης

Βίντεο: Νίκος Πάστρας

«Ο Βυσσινόκηπος»
«Ο Βυσσινόκηπος» Γιάννης Κουσκούτης

INFO

Εθνικό Θέατρο

Κτήριο Τσίλλερ

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη & Κυριακή στις 17.00 | Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο στις 20.00

Μέρες και ώρα παραστάσεων καθολικής προσβασιμότητας: Πέμπτη 12 & Παρασκευή 13 Μαρτίου στις 20.00

Τιμές εισιτηρίων: Τετάρτη & Πέμπτη, Διακεκριμένη Ζώνη 20€, Α' Ζώνη 17€, Β' Ζώνη 15€, Γ’ Ζώνη 10€, Παρασκευή Γενική είσοδος 14€, Σάββατο, Κυριακή Διακεκριμένη Ζώνη 25€, Α' Ζώνη 22€, Β' Ζώνη 18€, Γ' Ζώνη 10€ | Φοιτητικό - Νεανικό (έως 28 ετών) 12€, 65+ ετών: Τετάρτη 12€ & Πέμπτη έως Κυριακή 14€, Άνεργοι, ΑμεΑ & συνοδοί 5€, Πολύτεκνοι 10€

Προπώληση Εισιτηρίων

Μετάβαση στις συντομεύσεις προσβασιμότητας
Μοιραστείτε το Σχόλια

Σχετικές ειδήσεις

Χρήστος Θεοδωρίδης: Πρέπει να δίνουμε χρόνο στην απώλεια, στον αποχαιρετισμό των αγαπημένων μας

«Kontakthof»: Ο ποιητικός κόσμος της Πίνα Μπάους αναβιώνει στο Εθνικό Θέατρο με Έλληνες ερμηνευτές

Εθνικό Θέατρο: Ο προγραμματισμός της επόμενης σεζόν κι οι τολμηρές αλλαγές που φέρνει η Αργυρώ Χιώτη