Ο Χρήστος Θεοδωρίδης σκηνοθετεί στο Εθνικό Θέατρο, στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» την «Ιεροτελεστία» του Γάλλου συγγραφέα και δραματουργού Γκιγιόμ Πουά. Το έργο αποτελείται από μια σειρά από ιστορίες που έχουν να κάνουν με τη θνητότητα, την απώλεια, αλλά και την επόμενη μέρα
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης σκηνοθετεί στο Εθνικό Θέατρο, στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», την «Ιεροτελεστία» του Γάλλου συγγραφέα και δραματουργού Γκιγιόμ Πουά. Το έργο αποτελείται από μια σειρά από ιστορίες που έχουν να κάνουν με τη θνητότητα, την απώλεια, αλλά και την επόμενη μέρα. Στο επίκεντρο βρίσκονται δηλαδή αφηγήσεις ανθρώπων που τους έχει στιγματίσει, με τη μορφή ενός τραύματος, ο θάνατος ενός ατόμου. Είναι μια πολυφωνική διαδρομή, όπου η προσωπική ιστορία γίνεται η αφορμή για να αναδειχθούν ευρύτερα κοινωνικά θέματα και συλλογικά ζητήματα.
Αντλώντας έμπνευση από 300 συνεντεύξεις που πάρθηκαν μεταξύ 2020 και 2021, μια περίοδο αυξημένης συλλογικής μοναξιάς, ο Γκιγιόμ Πουά γράφει την «Ιεροτελεστία» (Un Sacre), σε μια ιδέα της Γαλλίδας σκηνοθέτριας θεάτρου και όπερας Lorraine de Sagazan. Η παράσταση ακολουθεί τη λογική συνεντεύξεων του συγγραφέα, προσθέτοντας στο τελικό αποτέλεσμα και τρεις νέες ιστορίες εμπνευσμένες από την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων, γραμμένες από την τακτική συνεργάτιδα του Έλληνα σκηνοθέτη, Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου.
Πέρα από τις αναφορές σε έθιμα και στη διαφορετική προσέγγιση που έχουν διάφορες κοινωνίες για το θάνατο, η Ιεροτελεστία έχει να κάνει με το χρόνο που δίνουμε για να αποχαιρετίσουμε τα προσφιλή μας πρόσωπα και να διαχειριστούμε την απώλεια, που πάντα κουβαλάμε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται το εφαλτήριο για τους χαρακτήρες του έργου να συνεχίσουν τη ζωή τους.
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης έχει ανεβάσει τα προηγούμενα χρόνια εξαιρετικές παραστάσεις με έργα πολιτικού θεάτρου Ελλήνων και ξένων δημιουργών. Αυτή τη φορά στρέφεται σε ένα υπαρξιακό θέμα που αναδεικνύει μέσα από τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες τη μεγάλη Ιστορία της ανθρωπότητας, την ανίκητη θνητότητά μας, τη σημασία και τη βαρύτητα που έχει ο θάνατος για τους ζωντανούς.
Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη στο Εθνικό Θέατρο και μιλήσαμε μαζί του για το έργο, για τα ζητήματα που εστίασε και τον απασχολούν αυτή τη φορά, αλλά και τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα.
-Γιατί επέλεξες το συγκεκριμένο έργο και πώς θα μας το περιέγραφες;
Καταρχάς πρέπει να ομολογήσω ότι δεν ήξερα τον συγγραφέα. Ήταν μια πρόταση της Αργυρώς Χιώτη, της καλλιτεχνικής διευθύντριας του Εθνικού Θεάτρου. Άρχισα να διαβάζω λοιπόν τα έργα του. Η «Ιεροτελεστία» ήταν αυτή που μου άρεσε περισσότερο, γιατί με ενδιαφέρει πάντα να ασχολούμαι με πράγματα που με συγκινούν στην πρώτη ανάγνωση. Αυτό ήταν ένα από αυτά τα έργα. Θα έλεγα ότι η «Ιεροτελεστία» έχει να κάνει κυρίως με τη ζωή. Αφορμάται από το θάνατο, παίρνει αφορμές από διάφορους θανάτους, από αφηγήσεις ανθρώπων που έχουν χάσει κάποιο πρόσωπο, είτε αγαπημένο, είτε μη αγαπημένο.
Υπάρχει και τέτοια περίπτωση μέσα στο έργο. Και ουσιαστικά με έναν τρόπο, αυτές οι ιστορίες, αυτοί οι χαρακτήρες μας δίνουν ένα μικρό οδηγό για το πώς να διαχειριστούμε εμείς την απώλεια. Δηλαδή ο κάθε χαρακτήρας έχει μια δική του οπτική πάνω στο πώς μπορεί να συνεχίσει τη ζωή του, μετά από την απώλεια κάποιου προσώπου. Είναι επίσης ένα έργο το οποίο αγγίζει πάρα πολλά θέματα, γιατί η ίδια η ζωή αγγίζει πάρα πολλά θέματα. Αλλά η κεντρική δομή είναι πάντα αφηγήσεις ανθρώπων που τους έχει στιγματίσει με τη μορφή ενός τραύματος, ο θάνατος ενός ανθρώπου.
-Ποιος είναι ο συνδετικός κρίκος των συνεντεύξεων, αυτών των ανθρώπινων ιστοριών που βασίζεται το έργο και η παράστασή σου;
Στην ουσία δεν υπάρχει ροή στο έργο, δεν υπάρχει κοινή δραματουργική συνθήκη, ένας κοινός τόπος, ούτε ένας κοινός χρόνος. Θα μπορούσαν να είναι και κάποιες άλλες ιστορίες από αυτές που ακούμε και βλέπουμε. Κατά τη διάρκεια της παράστασης, αυτοί οι χαρακτήρες δεν ενώνονται με κάποιον τρόπο. Οπότε είναι ένα πρόβλημα το οποίο προσπαθείς να λύσεις εσύ ως σκηνοθέτης για το τι είναι αυτό που φέρνει αυτούς τους ανθρώπους κοντά, ποια είναι αυτή η κοινή ανάγκη και γιατί αυτή η κοινή ανάγκη τώρα. Αυτό ήταν που με απασχόλησε πολύ. Δηλαδή την στιγμή που έρχεται ο κόσμος να παρακολουθήσει αυτή την παράσταση, τι είναι αυτό που τους σηκώνει από την καρέκλα τους για να μιλήσουν;
Στη δομή του κειμένου, διακριτικά στο έργο του Πουά, αρκετά φανερά στη δική μου σκηνοθεσία, υπάρχει αυτή η μικρή σχέση με το θέατρο. Βάζει σε κάποιους χαρακτήρες να κάνουν καθαρό στο κοινό ότι αυτοί είναι ηθοποιοί που μιλάνε με τα λόγια των ανθρώπων που τους έδωσαν αυτές τις ιστορίες. Για να απαντήσω στην ερώτησή σου, ο σκηνοθέτης και οι άνθρωποι που ασχολούνται με αυτό το έργο, πρέπει να βρουν τη ροή και τη σχέση αυτών των ανθρώπων. Δηλαδή από το ίδιο το έργο δεν προτείνεται κάτι τέτοιο. Προφανώς νοηματικά, υπάρχει από κάτω ένας άξονας που, ενώ ξεκινάει στην αρχή με προσωπικές μικρές ιστορίες, σιγά σιγά ανοίγει σε πιο κοινωνικά θέματα. Υπάρχει μια συγκεκριμένη ροή από κάτω από το κείμενο, που θα πρέπει κάπως να την αφουγκραστείς και να την ακολουθήσεις. Δεν υπάρχει όμως μια κοινή δραματουργική συνθήκη στο έργο.
- Είναι ενδιαφέρον αυτό που αναφέρεις για το πώς ο ηθοποιός και το θέατρο καλούνται να διαχειριστούν τη θνητότητα. Ποια είναι η σύνδεση του θεάτρου με το θάνατο;
Το ίδιο το θέατρο διαχειρίζεται τον καθημερινό του θάνατο. Οπότε με έναν τρόπο αυτό ήταν που ήθελα να ενδυναμώσω σαν νόημα στην παράσταση. Γιατί αυτό είναι που συμβαίνει κάθε μέρα με μια παράσταση, αυτό το πολύ κλισέ που λέμε, αλλά τελικά ισχύει.
Το θέατρο είναι πάντα στο τώρα, οπότε πάντα υπάρχει ένας θάνατος και μετά μια επιστροφή ξανά στο τώρα. Οπότε ήθελα να κάνω αυτή τη σύνδεση, με αφορμή το έργο του Γάλλου συγγραφέα. Έχει δηλαδή πολύ μεγάλη σχέση το θέατρο με το θάνατο.
-Πώς βλέπει ο συγγραφέας την ανθρώπινη απώλεια, τη θνητότητα και το τέλος της ζωής μας;
Θεωρώ ότι βλέπει την απώλεια ως ένα βατήρα για να μπορέσεις να συνεχίσεις να ζεις. Δηλαδή δεν θεωρώ ότι μένει στην απώλεια ως απώλεια. Πρέπει να τονίσω ότι είναι ένα πολύ δύσκολο θέμα. Το παρατήρησα και το κατάλαβα στις πρόβες, γιατί ενώ στην αρχή ξεκίνησα όντως με αυτήν τη λογική ότι ήθελα η παράσταση να μιλήσει για τη ζωή, γιατί θεωρώ ότι το έργο μιλάει για τη ζωή και για όλη αυτή την αναρχία που υπάρχει στην ζωή, δυσκολεύτηκα πολύ στην αρχή και ακόμα δυσκολεύομαι με το θέμα. Με δυσκολεύει πολύ η απώλεια. Ίσως επειδή προσωπικά λείπω από τις απώλειες της ζωής μου, δηλαδή δεν είμαι εκεί για κάποιο λόγο, ενώ εδώ έπρεπε να είμαι κάθε μέρα στις πρόβες με μια απώλεια μπροστά μου.
Αυτό με δυσκόλεψε πάρα πολύ, παρόλο που το έργο μιλά μόνο για τη ζωή, για το πώς μπορείς να συνεχίσεις να ζεις παρά την απώλεια. Εκεί που καταλήγει είναι ότι η απάντηση στη ζωή, είναι στον άλλον, δηλαδή στο πώς διαχειρίζεσαι αυτή την απώλεια μαζί με κάποιον άλλον. Όχι μόνος σου. Και αυτό είναι ένας άλλος άξονας που έχω παρατηρήσει στο έργο. Ενώ δηλαδή στην αρχή υπάρχουν μοναδικότητες, πιο άδειες ποιότητες, οι χαρακτήρες σιγά σιγά ανοίγουν λίγο περισσότερο σε μία κοινότητα, ανοίγουν λίγο πιο πολύ ο ένας απέναντι στον άλλον. Οπότε θεωρώ ότι η απάντηση που δίνει το έργο και σίγουρα θα κάνω μια απόπειρα να δώσω κι εγώ, είναι στο μαζί στη ζωή. Δεν είναι στο μόνος σε καμία περίπτωση.
-Στο έργο, υπάρχει μια συναισθηματική αποστασιοποίηση στις ιστορίες. Δεν είναι δηλαδή «φορτωμένες» με συναίσθημα. Τις παρακολουθείς, χωρίς να σε βαραίνουν.
Είναι σωστό που εξέλαβες αυτό από την παράσταση, γιατί είναι ένας στόχος μας. Αυτός είναι βασικά και ένας τρόπος που εγώ συγκινούμαι. Νομίζω δηλαδή ότι δεν συγκινούμαι ποτέ, όταν υπάρχει κάποια πρόθεση να με συγκινήσει κάποιος. Συγκινούμαι όταν συμβαίνουν πράγματα μικρά και δίπλα από το βασικό γεγονός. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει στην ουσία αποστασιοποίηση. Υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος που ο Πουά βλέπει το συναίσθημα, το θάνατο, την απώλεια και τη ζωή. Δεν περιγράφει απλά μια ιστορία ή μια απώλεια. Θεωρώ ότι μπαίνει πολύ βαθιά μέσα σε αυτή. Αυτός ο τρόπος μου ταιριάζει πολύ.
-Γιατί αποκάλεσε το έργο Ιεροτελεστία;
Στο έργο υπάρχουν αναφορές σε ιεροτελεστικά έθιμα διαφόρων χωρών. Κάποιες τις έχω κρατήσει, κάποιες όχι. Έχουν να κάνουν με το πώς οι κοινωνίες προσεγγίζουν το θάνατο και πώς είθισται να αντιμετωπίζουν την στιγμή της ταφής ενός αγαπημένου προσώπου. Μπήκαμε κι εμείς πολύ σε αυτή την έρευνα. Ανακάλυψα πράγματα τα οποία δεν είχα ξανακούσει ποτέ στη ζωή μου, τα οποία είναι πολύ τρομακτικά. Για παράδειγμα χωριά ολόκληρα μένουν με τους νεκρούς τους βαλσαμωμένους μέσα στο σπίτι για δύο χρόνια, μέχρι να τους αποχαιρετίσουν. Υπήρχαν και πράγματα τα οποία είναι περισσότερο δυτικής νοοτροπίας και έχουν να κάνουν ότι πολλοί σε αυτές τις κοινωνίες δεν δίνουν χρόνο στο θάνατο και τον αποχαιρετισμό. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα του έργου.
Οι δυτικές κοινωνίες θέλουν να τελειώνουν πολύ γρήγορα με τον θάνατο. Να τον καλουπώσουν και να τον κλείσουν για να συνεχίσουν τη ζωή τους. Δεν αντιλαμβάνονται ότι αυτή η απώλεια δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φύγει ποτέ από τη μέση. Την κουβαλάς πάντα. Δεν καταλαβαίνουν ότι όσο χρόνο δίνεις, τόσο πιο πολύ βοηθάς τον άνθρωπο που έχει μείνει στη ζωή, να ανακουφιστεί και να μπορέσει να πατήσει με σταθερότητα για να μπορέσει να συνεχίσει. Πρέπει να δίνουμε χρόνο στην απώλεια, στον αποχαιρετισμό των αγαπημένων μας προσώπων.
-Εσύ πώς το έχεις βιώσει όλο αυτό στις δικές σου απώλειες;
Έζησα τον θάνατο του πατέρα μου σε ένα από αυτά τα σούπερ μάρκετ κηδειών. Είχα συνηθίσει αλλιώς, όσο ήμουν μικρός, με τους παππούδες και τις γιαγιάδες μου. Τότε είχαμε την ολονυχτία, είχαμε δύο μέρες, δίναμε χρόνο. Αντίθετα τον πατέρα μου, τον βάλανε σε ένα κουτί. Υπήρχαν μικρές αίθουσες, η μία δίπλα στην άλλη, με όλες τις οικογένειες να κρύβονται πίσω από ένα κουρτινάκι και να κλαίνε για μία ώρα, που σου δίνουν το νεκρό. Μετά μεταφερόμασταν σε ένα κοινό σαλόνι, όπου συναντούσες τις άλλες οικογένειες, που είχαν τους δικούς τους νεκρούς. Έπειτα έγινε η κηδεία μέσα σε ένα απόγευμα, χωρίς ουσιαστικά να προλάβεις να συνειδητοποιήσεις τι έγινε ακριβώς. Ήταν σαν να έχει γίνει ένα τσαφ, να έχεις χάσει τον άνθρωπό σου και να μην έχεις δώσει στον εαυτό σου την ευκαιρία να του πεις αντίο.
Οπότε για να επιστρέψω σε ερώτησή σου, είδαμε διαφορετικούς τρόπους, έθιμα και συνήθειες αντιμετώπισης αυτού του πράγματος. Τώρα σε σχέση με τον ίδιο το συγγραφέα, αυτό που προσπάθησα να ανιχνεύσω και κατάλαβα κάνοντας την παράσταση, είναι ότι η οποιαδήποτε ιεροτελεστία απαιτεί χρόνο. Θέλησα σχεδόν με το στανιό σε αυτή την παράσταση να δώσω χρόνο στους ανθρώπους, στο λόγο, στη μνήμη. Οπότε θεωρώ πως η ιεροτελεστία έχει να κάνει με τον τρόπο και όχι τόσο με αυτό που συνηθίζουμε να λέμε ιεροτελεστία. Δηλαδή έχει να κάνει πολύ με τον χρόνο που προσεγγίζεις αυτό το θέμα. Είναι ουσιαστικά μια διαδικασία να αποχαιρετίσουμε τους δικούς μας ανθρώπους.
-Μέσα από την πρόβα που είδα και τις ιστορίες που ερμήνευσαν οι ηθοποιοί, αισθάνθηκα ότι η θνητότητα, το σύντομο του βίου μας και το απροσδόκητο είναι κεντρικά στοιχεία της παράστασης. Η ζωή είναι τελικά μόνο μια στιγμή;
Ένα τσαφ είναι αυτό που ζούμε. Νομίζω ότι όλα είναι απίστευτα τυχαία, όπως λέει και η Ζαϊα στο έργο. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει κάτι μετά, ότι κάπως μένουμε με έναν τρόπο ζωντανοί, ότι ενωνόμαστε με κάποια ενέργεια και κάπως επιστρέφουμε. Θεωρώ ότι όλα είναι ένα τσαφ. Ο,τι κάνεις, το κάνεις τώρα. Όσο μπορείς να θυμίζεις στον εαυτό σου ότι το τώρα είναι πάρα πολύ σημαντικό, είναι ευτύχημα για τη ζωή σου.
Διότι κάπως σε κάνει λίγο να ξεφεύγεις από αυτό που έχεις ορίσει, αυτό το βαγόνι που έχεις βάλει τον εαυτό σου μέσα και λες ότι έτσι εγώ θα πάω σε όλη μου τη ζωή. Προσωπικά δεν το κάνω καθόλου. Δηλαδή μπαίνω σε ένα βαγόνι και ξεχνιέμαι εντελώς, αλλά θεωρώ ότι η ζωή είναι ένα τσαφ.
-Γιατί αποφασίσατε να ενθέσετε και κάποιες δικές σας ιστορίες στην παράσταση; Αισθανόσουν ότι έλειπε κάτι από το κείμενο ή αισθανόσουν ότι ήθελες να πεις κάτι παραπάνω, κάτι δικό σου προσωπικό σε σχέση με τη θνητότητα και με την απώλεια;
Δεν μου έλειπε στην ουσία κάτι. Όλες οι ιστορίες όμως έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με τη Γαλλία και αυτό που με ενδιέφερε, ήταν να δούμε κάποιες ιστορίες που να έχουν σχέση με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Ξεκίνησα λοιπόν από συγκεκριμένες γνωστές ιστορίες, δηλαδή ιστορίες που έγιναν γνωστές μέσα από τις ειδήσεις. Με τον καιρό κατάλαβα ότι δεν έχουν χώρο στο έργο και έτσι κράτησα μια πιο απομακρυσμένη σχέση, ενώ πήραμε αφορμή από αυτές τις ιστορίες. Κρατήσαμε μια πιο αόριστη σχέση με τα πραγματικά συμβάντα.
Η τελευταία ιστορία για παράδειγμα ξεκίνησε με αφορμή την ιστορία του Αντώνη που δολοφόνησαν στον Πειραιά, που τον ρίξανε στο λιμάνι. Γρήγορα κατάλαβα ότι δεν χωράει στο έργο να μιλήσεις με πραγματικά ονόματα και να βάλεις μέσα ένα είδος ντοκουμέντου. Οπότε αποφάσισα να κρατήσουμε μια πιο ανοιχτή σχέση με το συμβάν. Μου έλειπε στην ουσία λοιπόν περισσότερο μια σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, που ίσως να μας ήταν λίγο πιο αναγνωρίσιμη. Βέβαια, αν με ρωτήσεις τώρα, θα σου πω ότι δεν υπάρχει κάτι πιο αναγνωρίσιμο από τη διαχείριση της απώλειας σε όλες τις κοινωνίες. Η δραματουργική επεξεργασία έγινε έτσι ώστε αρκετά γαλλικά πράγματα να βγουν από τη δική μας παράσταση, ώστε να μη μας ξενίζουν τόσο. Γιατί υπάρχουν πράγματα τα οποία, όταν τα ακούει το γαλλικό κοινό τα καταλαβαίνει 100% με τη μία και αναγνωρίζει το συνειρμό και την αφορμή. Εδώ δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό.
-Έχεις ήδη κάνει μια σπουδαία διαδρομή στο πολιτικό θέατρο. Τι είναι αυτό που σε φέρνει τώρα πιο κοντά σε πιο υπαρξιακά ζητήματα, που σίγουρα δεν παύουν να έχουν και την πολιτική πτυχή ή την πολιτική διαχείριση;
Αυτό που με φέρνει τώρα σε αυτό το υπαρξιακό θέμα, θεωρώ ότι είναι δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι αισθάνομαι ότι μεγαλώνω. Οπότε κάπως αρχίζω και βλέπω τη ζωή με ένα άλλο μάτι και κάπως με ενδιαφέρει να μιλήσω γι’ αυτήν. Και το δεύτερο είναι ότι θεωρώ ότι η μεγαλύτερη επανάσταση αυτή τη στιγμή είναι να υπάρχεις και να σε αφήνουν να υπάρχεις. Οπότε με έναν τρόπο τα δύο αγαπημένα μου θέματα, το πολιτικό και το υπαρξιακό, είναι μαζί σε ένα. Δηλαδή πραγματικά θεωρώ ότι ζούμε από τύχη σ’ έναν κόσμο, ο οποίος είναι συγκλονιστικά εχθρικός απέναντι σε οποιαδήποτε ανθρώπινη ύπαρξη. Οπότε νομίζω ότι και μόνο το να υπάρχεις και να μπορείς να υπάρχεις σε μία ζωή δική σου, σε έναν κόσμο δικό σου, χωρίς κάποιος όχι απλά να ενοχλεί αυτήν τη ζωή, αλλά να την σταματά, θεωρώ ότι είναι μια επαναστατική πράξη.
-Άρα ποιο είναι σήμερα το μεγαλύτερο διακύβευμα για την ανθρωπότητα σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες που περιέγραψες_;_
Το μεγαλύτερο διακύβευμα είναι να επιστρέψουμε στο φως όσο γίνεται πιο γρήγορα. Γιατί νομίζω ότι εκεί που πάμε, είναι σκοτάδι. Νομίζω ότι έχουμε ήδη πάει και ότι θα βυθιστούμε ακόμη περισσότερο. Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος. Απλά έχω την αίσθηση ότι αυτό που θα πρέπει να κάνει κάπως ο κόσμος, ίσως με κάποιες εγγεγραμμένες μνήμες από το παρελθόν που μπορεί να έχει το ανθρώπινο DNA, είναι να επιστρέψουμε πολύ γρήγορα, να βρούμε αυτό το μηχανισμό που επέστρεψε στο παρελθόν ιστορικά, τις κοινωνίες στο φως, να μας επιστρέψει πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι επέστρεψε τον άνθρωπο στο παρελθόν.
-Σε ατομικό επίπεδο, πώς διαχειρίζεσαι αυτή την πολιτική και υπαρξιακή αγωνία;
Ο τρόπος που διαχειρίζομαι εγώ τον κόσμο σήμερα, είναι ότι δημιουργώ ένα μικρόκοσμο για να μπορέσω να επιβιώσω με ανθρώπους που επιλέγω, σε χώρους που επιλέγω, με θέματα που επιλέγω. Σε αυτό με έχει βοηθήσει πάρα πολύ το θέατρο. Δηλαδή θεωρώ το θέατρο πραγματικά τον τελευταίο τόπο λογικής. Δηλαδή μπαίνω και συνεννοούμαι.
Μπορώ και συνειδητοποιώ και καταλαβαίνω και ανταλλάσσω συναισθήματα, ιδέες, πράγματα σ’ ένα περιβάλλον το οποίο είναι ανοιχτό στα πάντα και ανοιχτό στη δική μου ποιότητα. Νομίζω ότι κάπως είναι ένα ιερό καταφύγιο. Έχω λοιπόν κρατήσει αυτό το μικρόκοσμο. Εκεί μπορώ και ζω άνετα, εύκολα και ωραία και όπως θα ήθελα, γιατί έξω δεν μου επιτρέπουν να το κάνω 100%.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Μετάφραση: Δήμητρα Κονδυλάκη
Δραματουργική επεξεργασία: Χρήστος Θεοδωρίδης – Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου
Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια: Χρήστος Θεοδωρίδης
Σκηνικά: Λουκάς Μπάκας – Φιλάνθη Μπουγάτσου
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Χορογραφία: Ξένια Θεμελή
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος
Βοηθός ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα – Αναστασία Φτούλη
Φωτογραφίες: Mike Rafail / @thatlongblackcloud
Video & Edit: Mike Rafail / @thatlongblackcloud
Μουσική: Βασίλης Ντοκάκης
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Ελευθερία Αγγελίτσα, Χαράλαμπος Αθανασόπουλος, Ειρήνη Δάμπαση, Γιώργος Εξακοΐδης, Γιώργος Κισσανδράκης, Κωνσταντίνος Κρομμύδας, Θάνος Μαγκλάρας, Ιωάννα Μαυρέα, Χρήστος Τζον Μούσλλι, Μαρία Μπαγανά, Ανδρέας Νάτσιος, Ηλίας Σγουραλής, Θωμάς Τσακνάκης
INFO
Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» | Κτήριο Τσίλλερ
Μέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη & Κυριακή στις 19.00 | Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο στις 20.30
Τιμές εισιτηρίων: Τετάρτη & Πέμπτη 17€, Παρασκευή 14€, Σάββατο & Κυριακή 22€, Φοιτητικό - Νεανικό (έως 28 ετών) 12€, 65+ ετών: Τετάρτη 12€ & Πέμπτη έως Κυριακή 14€, Άνεργοι, ΑμεΑ & συνοδοί 5€, Πολύτεκνοι 10€