Το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στο Παγκράτι φιλοξενεί μια ολοκληρωμένη έκθεση - σύνοψη της πλούσιας και πληθωρικής πορείας του σπουδαίου ζωγράφου
70 έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη συνθέτουν το μεγάλο αφιέρωμα στον σπουδαίο ζωγράφο που φιλοξενεί το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στο Μουσείο του στην Αθήνα. Η έκθεση με τίτλο «Γιάννης Ψυχοπαίδης: Τοπία της Μνήμης. Αυτά που κράτησα», χαρτογραφεί την πορεία του καλλιτέχνη από το 1962 μέχρι σήμερα. Διαρθρώνεται σε 20 κεφάλαια και είναι μια ολοκληρωμένη σύνοψη μιας πλούσιας και πληθωρικής πορείας.
Τα έργα αυτής της μικρής αναδρομικής έχουν επιλεγεί από τον ίδιο τον δημιουργό και βρίσκονται στην προσωπική του συλλογή. Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης έχει συμπληρώσει έξι δεκαετίες καλλιτεχνικής διαδρομής και έχει παρουσιάσει 107 ατομικές εκθέσεις. Τον συναντήσαμε στο χώρο της έκθεσης και μιλήσαμε για αυτό το εκθεσιακό εγχείρημα:
«Αποφασίσαμε να κάνουμε μια έκθεση, η οποία να έχει αναδρομικό χαρακτήρα. Με αυτή την έννοια, ήταν σχεδόν αδύνατον ή τελείως αδύνατο να κάνουμε μια πραγματική αναδρομική σε όλη την έκταση του έργου μου που αναπτύσσεται μέσα στα χρόνια σε μεγάλες ενότητες. Θα ήταν αδύνατο να τις συμπεριλάβουμε κατά κάποιο τρόπο σε πλήρη ανάπτυξη. Αυτό σημαίνει ότι αυτός ο χώρος των περιοδικών εκθέσεων, ο οποίος είναι ικανοποιητικότατος για μια αναδρομική έκθεση μικρής κλίμακας, μας οδήγησε στο να σκεφτούμε κάτι το οποίο είναι πολύ ιδιαίτερο και δίνει και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της έκθεσης.
Θέλαμε να παρουσιάσουμε μια επιλογή από έργα, τα οποία εγώ από ένστικτο μέσα στα χρόνια έχω κρατήσει και με βοηθούσαν να μπορώ να προχωράω από τη μια ενότητα στην άλλη, στο πώς εξελίσσεται δηλαδή εικαστικά μια ιδέα και πώς μετά μετασχηματίζεται σε κάτι άλλο, έχοντας σαν προϋπόθεσή της, εκ του θετικού ή του αρνητικού κάθε φορά, αυτού που έχει προηγηθεί. Και με αυτή την έννοια χωρίς να το πολυσκέφτομαι, αλλά σαν κάτι το οποίο συστηματικά το τηρούσα κατά κάποιο τρόπο, ήταν το να κρατώ δυο-τρία έργα από κάθε περίοδο.
Έτσι μπορέσαμε και κάναμε κάτι το οποίο έχει αυτό το χαρακτήρα της αναδρομής μ’ έναν ελλειπτικό τρόπο: διαλέγοντας δηλαδή δυο-τρία έργα από κάθε περίοδο. Έτσι έχουμε μια συνέχεια από το 1962, που ξεκινάει η έκθεση με τα πρώτα έργα, μέχρι σχεδόν σήμερα. Αναπτύσσεται ένα πολύ μεγάλο μέρος των ενοτήτων, των σειρών, των κύκλων δουλειάς μου. Βρήκε εδώ τον παραδειγματικό του εκθεσιακό χώρο».
Σε τι ακριβώς αναφέρεται ο τίτλος της έκθεσης; «Τα Τοπία της μνήμης, δεν έχουν γεωγραφική, ή χωροταξική κατά κάποιο τρόπο έννοια. Με μια μεταφορική έννοια είναι κομμάτια ζωής τα οποία έρχονται και επανέρχονται συνέχεια. Είναι πνευματικά, εικαστικά, ζωγραφικά τοπία, το οποία όμως στην πραγματικότητα κατά κάποιο τρόπο διοχετεύονται το ένα μέσα στο άλλο και μέσα στις μνήμες και στις συνέχειες της μνήμης, αποκαλύπτοντας ένα συνολικό κόσμο. Αυτά τα έργα από μόνα τους υπήρχαν ως πνευματικές παρακαταθήκες ενός συνολικού έργου».
Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης έκανε την εμφάνισή του στο εικαστικό προσκήνιο τη δεκαετία του 1960, ως εξέχον μέλος της Ομάδας Τέχνης Α, της ομάδας των Νέων Ελλήνων Ρεαλιστών, καθώς και του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών. Ήδη από το ξεκίνημα της πορείας του, τα έργα του αποτελούν απτά δείγματα μιας νεοπαραστατικής στροφής που γινόταν αισθητή σε παγκόσμια κλίμακα και αναπόφευκτα είχε φτάσει και στην Ελλάδα.
Η γονιμότητα και η παραγωγικότητά του οφείλεται, στη σύζευξη δυο κόσμων: της ελληνοπρεπούς και της δυτικότροπης εικαστικής παιδείας. Αυτό που αντιλαμβάνεται ο θεατής, μέσα από την έκθεση είναι η αλλαγή και αναζήτηση εκ μέρους του καλλιτέχνη μιας φόρμας που διαρκώς εξελίσσεται, σε σχέση πάντα με τα ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά δεδομένα της κάθε εποχής:
«Εγώ θα έλεγα ότι υπάρχει ένα ζήτημα σε αυτή την έκθεση, το οποίο δεν είναι και εύκολο, με την έννοια ότι η φύση της δικής μου δουλειάς είναι μια διαρκής ανανέωση, ανατροπή, αλλαγή και αναζήτηση μιας φόρμας η οποία κάθε φορά παραλλάσσεται και αλλάζει. Και αυτό έχει να κάνει με τη βιωματική σχέση που έχουμε με την έκφραση. Στην ουσία τα έργα αυτά, άμα τα δει κανένας έτσι, χωρίς να υπάρχει προϊστορία ή γνώση, ίσως θεωρήσει ότι είναι έργα διαφορετικών ζωγράφων. Αλλά αυτός είναι στην πραγματικότητα και ο χαρακτήρας της δικής μου δουλειάς, δηλαδή μια διαρκής εναλλαγή και μια αναζήτηση μιας φόρμας η οποία διαρκώς εξελίσσεται σύμφωνα με τα ψυχοπνευματικά και γεωγραφικά δεδομένα, κυρίως με τα ιστορικά δεδομένα.
Στην ουσία ανανεώνουμε διαρκώς ένα πνευματικό, ψυχικό ρεπερτόριο, το οποίο μας δημιουργεί καινούργιες διαστάσεις ευαισθησίας, ζωής, έκφρασης, εμπειρίας. Όλη αυτή λοιπόν η προσωπική πορεία μέσα στα χρόνια έχει να κάνει με τη δική μου βιογραφική σχέση, με τον τόπο μου και με το εξωτερικό. Έζησα πολλά χρόνια έξω. Ποτέ δεν έχασα όμως την σχέση μου με την Ελλάδα. Ήμουνα σε ένα μόνιμο πηγαινέλα. Δηλαδή κράτησα πάντα μια αναφορά σε αυτό που ήταν η βιωματική και βιογραφική σχέση μου με την Ελλάδα. Μονίμως ήθελα να δείχνω και εδώ τα πράγματα που έκανα στο εξωτερικό και ανάποδα.
Μ' αυτή την έννοια κρατήθηκε μια εσωτερική συνάφεια και συνέχεια. Μέσα όμως από τις αλλαγές των τόπων και των εμπειριών, δηλαδή όλα αυτά τα χρόνια από την Ελλάδα στο Μόναχο, μετά στο Βερολίνο, στη συνέχεια στις Βρυξέλλες και πάλι πίσω, τα θέματα της διδασκαλίας στη Σχολή Καλών Τεχνών, όλα αυτά τα ζητήματα που αφορούσαν μια κοινωνία η οποία βρισκόταν σε μεγάλη εξέλιξη, αναταραχή, ζωντάνια, αμφισβήτηση και κριτική ματιά για τον κόσμο, ιδίως τα χρόνια του 1960 και μετά, ήταν μια φοβερή και πολύ πλούσια εμπειρία ζωής, η οποία αποτυπώνεται και στα έργα που βλέπουμε εδώ γύρω μας. Έχει να κάνει ακριβώς με όλες αυτές τις μεταλλάξεις που συνέβησαν, που στην ουσία είναι κάτι επιφανειακό.
Γιατί αυτό που μας ενδιαφέρει, όχι μόνο εμένα σαν ερευνητή του εαυτού μου εκ των υστέρων, κοιτώντας προς τα πίσω, αλλά ταυτόχρονα και ένα θεατή που αναζητά τι συνδέει όλα αυτά τα πράγματα μεταξύ τους, που είναι φαινομενικά διαφορετικά, θα έλεγα ότι υπάρχει μία εσωτερική κόκκινη γραμμή. Αυτή συνδέει τα τόσο «διαφορετικά» φαινομενικά πράγματα, εκφράσεις, έργα, την οποία θα χαρακτήριζα ως ένα είδος ταυτότητας. Δηλαδή είναι ακριβώς η στάση ζωής μου, η οποία κάνει αυτά τα έργα να ενοποιούνται εσωτερικά, μέσα από τη φαινομενική διαφορετικότητά τους. Στην ουσία υπάρχει μια σύνδεση που είναι η στάση μας απέναντι στον κόσμο».
Το έργο του Γιάννη Ψυχοπαίδη λειτουργούσε πάντα ως ένας καθρέφτης της εποχής της, ως ένα κριτικό σχόλιο σε όλα αυτά που συνέβαιναν γύρω του, ειδικά τις δεκαετίες του 1960, 1970 και 1980:
«Η σχέση μεταξύ κοινωνίας και τέχνης είναι άμεση έτσι κι αλλιώς. Εμείς είχαμε πραγματικά την τύχη και τη μεγάλη εμπειρία ζωής να μεγαλώσουμε, να αναζητήσουμε και να αποκτήσουμε την ταυτότητά μας, στα χρόνια του ’60. Ήταν μια περίοδος, όπως και το 1970 και τα επόμενα χρόνια, μεγάλων αναταράξεων, αναταραχών και μεγάλων διεκδικήσεων. Ταυτόχρονα υπήρχε και ένα αίσθημα ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να πολεμηθεί, να κερδηθεί, να ανατραπεί και να μπορέσει να αποκτήσει μια ανθρωπιστική διάσταση. Να βρεθούν δηλαδή οι μεγάλες ανθρωπιστικές αξίες μέσα από μια κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική διεκδίκηση. Και η τέχνη είχε εκφράσει ακριβώς αυτό και το εξέφραζε από τα γεννοφάσκια της. Πόσο μάλλον η δική μας γενιά.
Μιλάω στον πληθυντικό γιατί ο πληθυντικός αριθμός ήταν και κάτι που μας χαρακτήριζε πάρα πολύ εκείνα τα χρόνια. Ήταν η δική μας έκφραση μέσα από μια τέχνη που πίστευε μέσα της ότι μπορούσε να εκφράσει ένα καινούργιο κόσμο, ο οποίος, ιδίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε αποκτήσει κατά κάποιο τρόπο απελευθερωτικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή αναζητούσε με μια έννοια μια αλήθεια πέρα από τη σύμβαση, πέρα από το καθιερωμένο, πέρα από το συμβατικό.
Αναζητούσαμε λοιπόν μια καινούργια φόρμα, η οποία ήταν ταυτόχρονα φόρμα καλλιτεχνική, αλλά και ένας τρόπος ζωής, δηλαδή μια στάση ανθρώπινη απέναντι στην κοινωνία. Και εκεί πια γεννήθηκαν όλες αυτές οι ιστορίες που έχουν να κάνουν με τον κριτικό ρεαλισμό, που για μας ήταν και η γέννηση καλλιτεχνικών ομάδων που λειτούργησαν πολύ ενεργητικά μέσα στην κοινωνία. Ο,τι ακολούθησε μετά, ήταν για μένα μια εναλλαγή, η οποία δεν ήταν απότομες τομές μιας διαφορετικής γλώσσας, αλλά διαρκείς εναλλαγές ανάμεσα στην πολιτική και στον έρωτα.
Ήταν πράγματα τα οποία φαίνεται να είναι ξένα, στην πραγματικότητα όμως συνυπήρχαν ταυτόχρονα ή ακολουθούσε η μια εποχή την άλλη εποχή. Από τη μια μεριά υπήρχε μια εξωτερίκευση, μια κοινωνικοποίηση και μια πολύ μαχητική σχέση με την εξωστρέφεια. Από την άλλη μεριά, υπήρχε η ανάγκη μιας εσωτερικής ισορροπίας, η αναζήτηση δηλαδή μιας πνευματικότητας και μιας ευαισθησίας, η οποία κινδύνευε να χαθεί και αυτή μέσα από την υπερβολική πολιτικοποίηση, εξωτερίκευση και δραστηριότητα προς τα έξω.
Πολλές φορές υπήρχε λοιπόν η ανάγκη να επιστρέψουμε σε κάτι εσωτερικό, το οποίο είχε ακριβώς ένα συναισθηματικό λόγο, μια άλλη ευαισθησία που κινδύνευε να χαθεί. Κι έτσι, αν με ρωτήσει κάποιος τι ήταν αυτό το οποίο χαρακτήριζε όλη αυτή την πορεία, θα έλεγα ότι είναι ακριβώς αυτή η εναλλαγή, μια αναγκαία και πολύ σημαντική ανάγκη να μπορέσουμε να βρούμε μια εξισορρόπηση σε έναν αντιφατικό, σκληρό, ευαίσθητο, μπερδεμένο, συγχυσμένο, σε κρίση, κόσμο. Μέσα σε όλα αυτά τα πράγματα, έπρεπε να βρεθεί τελικά μια εσωτερική ισορροπία ανάμεσα στο εγώ και στο εμείς, αλλά και τα δύο να διεκδικήσουν τον κόσμο τους με κάποιο τρόπο. Αυτό είναι τελικά, θα έλεγα, το κόκκινο νήμα που συνδέει αυτά τα τόσο φαινομενικά διαφορετικά μεταξύ τους έργα».
Ποια είναι η θέση του καλλιτέχνη σήμερα; Αφουγκράζεται την κοινωνία; Ασκεί κριτική με το έργο του σε όσα συμβαίνουν γύρω μας ή η τέχνη ακολουθεί πλέον έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο;
«Ο καλλιτέχνης αφουγκραζόταν πάντα την κοινωνία. Πάντα έχουμε τις εκφάνσεις ενός κριτικού βλέμματος που άλλοτε γίνεται μαχητικό, άλλοτε γίνεται εσωστρεφές. Στην ουσία δεν έχει χαθεί ποτέ αυτό το παιχνίδι της δυνατότητας της τέχνης όχι να αλλάξει τον κόσμο, αλλά να αλλάξει τις συνειδήσεις. Να μπορέσει δηλαδή να επηρεάσει ή να φανερώσει έναν κόσμο που δεν υπάρχει, αλλά που ενώ φαινομενικά είναι μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, μιλάει γι αυτή την πραγματικότητα που ζούμε. Και εκεί εσωτερικά μπορεί να γίνει όλη αυτή η εσωτερική διάβρωση μιας συνείδησης με το να φανερώσει η τέχνη τη διάσταση μιας άλλης πραγματικότητας, η οποία είναι εφικτή τουλάχιστον μέσω της τέχνης. Όταν γίνεται μέσω της τέχνης, μπορεί να γίνει και μέσω της ανθρώπινης συνείδησης και της κοινωνίας ευρύτερα.
Με αυτό το αισιόδοξο μήνυμα στην ουσία, το οποίο είναι και παράξενο στις μέρες μας, νομίζω ότι πάντα επιβιώνει η τέχνη και πάντα έχει να πει ένα δικό της λόγο. Βέβαια σήμερα τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, με την έννοια ότι έχει κυριαρχήσει ένα μοντέλο μιας καταναλωτικής αντίληψης, μιας ταχύτητας, μιας αντιγραφής μοντέλων τα οποία είναι επιφανειακά, εύπεπτα και διακοσμητικά. Δηλαδή είναι ένας κόσμος ο οποίος παλεύει να ξεχάσει με κάθε τρόπο. Δηλαδή αντί να διεκδικεί μαχητικά να θυμηθεί, παλεύει εδώ μαχητικά να ξεχάσει.
Πρέπει να βρούμε λοιπόν τις σχέσεις μας ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη. Η μνήμη είναι ένας πραγματικός τόπος. Πρέπει να θυμόμαστε ακριβώς αυτά που μας έχουν διαμορφώσει και να έχουμε την ικανότητα να διώχνουμε από πάνω μας κάθε πράγμα το οποίο προσπαθεί να μας αλλοιώσει τη συνείδηση, τα αισθητικά μας κριτήρια, είτε τις ανθρώπινες σχέσεις. Και γι’ αυτό, μέσα σε αυτόν τον τρομερό ατομικισμό, την εγωπάθεια και τον ιδιωτισμό που ζούμε, να μπορέσει να ανοίξει κάθε φορά μια μικρή χαραμάδα να περάσει κάτι, το οποίο έχει να κάνει με τη συλλογικότητα. Έχει να κάνει με έναν ανθρωπισμό και μια σχέση ανθρώπων προς άνθρωπο, όπου γεννιέται αυτό που είναι το δυσκολότερο των πάντων, δηλαδή ένας αυθεντικός ανθρώπινος διάλογος. Αυτό είναι το ζήτημα».
Η έκθεση «Γιάννης Ψυχοπαίδης: Τοπία της Μνήμης. Αυτά που κράτησα» στο Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή στο Παγκράτι διαρκεί μέχρι τις 4 Οκτωβρίου.
INFO
Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή
Ερατοσθένους 13, τηλ. 2107252895
«Γιάννης Ψυχοπαίδης: Τοπία της Μνήμης. Αυτά που κράτησα»
Επιμέλεια: Κυριάκος Κουτσομάλλης, Γενικός Διευθυντής Ιδρύματος Β&Ε Γουλανδρή
Σκηνογραφία: Παρασκευή Γερολυμάτου, Ανδρέας Γεωργιάδης
Διάρκεια έκθεσης: Μέχρι 4 Οκτωβρίου
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα, Τετάρτη, Πέμπτη, Σάββατο & Κυριακή 10.00-18.00 Παρασκευή 10.00-20.00, Τρίτη κλειστά