Ο Πέτερ Μάγιαρ είχε υποσχεθεί αλλαγή καθεστώτος και φαίνεται ότι ξεκινούν όντως αλλαγές: άλλη σύνθεση κυβέρνησης, άλλη στάση προς τα ΜΜΕ και πιο αποτελεσματικές αρχές
Τεχνοκράτες στην κυβέρνηση
Τα τελευταία 16 χρόνια είχαμε συνηθίσει ότι η ουγγρική κυβέρνηση απαρτίζεται από σκληροπυρηνικούς επαγγελματίες πολιτικούς, οι οποίοι συχνά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τον τομέα για τον οποίο είναι υπεύθυνοι. Ο Lázár János, νομικός και καριερίστας πολιτικός χωρίς σχετική εμπειρία, βρέθηκε επικεφαλής του υπουργείου Κατασκευών και Μεταφορών. Ο Szalay-Bobrovniczky Kristóf ήταν υπουργός Άμυνας χωρίς να έχει υπηρετήσει ποτέ ως στρατιωτικός. Ο Pintér Sándor, πρώην αστυνομικός, επέβλεπε όχι μόνο το Εσωτερικών, αλλά και την Υγεία και την Παιδεία – και τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχιστούν.
Στη νέα κυβέρνηση, ωστόσο, συμμετέχουν πολύ περισσότερα στελέχη με τεχνοκρατικό υπόβαθρο από ό,τι είχαμε συνηθίσει μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά: ο Hegedűs Zsolt, έπειτα από ιατρική καριέρα, αναλαμβάνει υπουργός Υγείας· η Lannert Judit, ειδική στην εκπαίδευση, προάγεται σε υπουργό Παιδείας· τον Bóna Szabolcs τον ανέδειξαν το 2022 «αγροτικό άνθρωπο της χρονιάς» στην κατηγορία κτηνοτροφίας και το 2026 γίνεται υπουργός Γεωργίας και Αγροδιατροφής. Ο Vitézy Dávid υπήρξε πολιτικός, αλλά με σαφή εξειδίκευση: από ίσως τον πιο γνωστό ειδικό στην πολιτική των μεταφορών στη χώρα έγινε υπουργός Μεταφορών και Επενδύσεων.
Υπάρχουν βέβαια και αντίθετα παραδείγματα – συχνότερα αναφέρεται ο Pósfai Gábor, ο οποίος έγινε υπουργός Εσωτερικών χωρίς να διαθέτει εμπειρία στις δυνάμεις ασφαλείας, έχοντας προηγουμένως διατελέσει στέλεχος της Decathlon. Η συνολική εικόνα πάντως δείχνει ότι το σημερινό υπουργικό συμβούλιο μοιάζει πολύ περισσότερο με τεχνοκρατική κυβέρνηση σε σχέση με τις προηγούμενες. Το αν αυτό οφείλεται σε συνειδητή επιλογή του κόμματος Tisza ή απλώς στο ότι προς το παρόν υπάρχουν λίγοι δοκιμασμένοι πολιτικοί γύρω από τον Πέτερ Μάγιαρ, δεν είναι απολύτως σαφές, αλλά δεν αλλάζει το αποτέλεσμα.
Γυναίκες στην κυβέρνηση
Σημαντική καινοτομία σε σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση Όρμπαν είναι ότι αυτήν τη φορά συμμετέχουν και γυναίκες στο υπουργικό συμβούλιο, αν και όχι πολλές: δίπλα σε 12 άνδρες, τέσσερις γυναίκες πήραν υπουργική θέση. Βέβαια, επί πρωθυπουργίας Όρμπαν η χώρα είχε για ένα διάστημα και γυναίκα αρχηγό κράτους, στο πρόσωπο της Κάταλιν Νόβακ, αλλά η ιστορία της δεν είχε καλή κατάληξη.
Η Νόβακ το 2024 αναγκάστηκε να παραιτηθεί εξαιτίας του μεγαλύτερου πολιτικού σκανδάλου της εποχής Όρμπαν, όταν αποκαλύφθηκε ότι είχε απονείμει χάρη στον συνεργό ενός παιδεραστή. Η μοναδική τότε γυναίκα στην κυβέρνηση, η υπουργός Δικαιοσύνης Varga Judit, παραιτήθηκε ταυτόχρονα μαζί της, και από τότε ο Όρμπαν είχε μόνο άνδρες υπουργούς (και σε κάθε περίπτωση, από το 2010 ποτέ δεν είχε περισσότερες από δύο γυναίκες στην κυβέρνηση, με τις ίδιες τις δύο να θεωρούνται ήδη εξαίρεση).
Η αλλαγή είναι αισθητή όχι μόνο στην κυβέρνηση αλλά και στην Εθνοσυνέλευση. Στο νέο ουγγρικό κοινοβούλιο υπάρχουν περισσότερες γυναίκες βουλευτές από κάθε προηγούμενη σύνθεση. Το μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών βρίσκεται στην κοινοβουλευτική ομάδα του Tisza, όπου το 33% των 141 βουλευτών είναι γυναίκες, ποσοστό σχεδόν ταυτόσημο με τον μέσο όρο της ΕΕ. Από τους 44 βουλευτές του Fidesz, οι επτά είναι γυναίκες, δηλαδή 16%. Στο KDNP δύο από τους οκτώ (25%), ενώ στο Mi Hazánk μία από τους έξι βουλευτές (16,5%) είναι γυναίκα.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το κόμμα Tisza επέλεξε γυναίκες τόσο για την προεδρία της κοινοβουλευτικής ομάδας, στο πρόσωπο της Bujdosó Andrea, όσο και για την προεδρία της Εθνοσυνέλευσης, με την Forsthoffer Ágnes. Και οι τρεις κυβερνητικές εκπρόσωποι είναι επίσης γυναίκες, ενώ η υπουργός Εξωτερικών Ανίτα Όρμπαν ανέλαβε και τα καθήκοντα της αντιπροέδρου της κυβέρνησης.
Ο πρώτος υπουργός με αναπηρία στη χώρα
Ο Kátai-Németh Vilmos έχασε την όρασή του στα 16 του χρόνια εξαιτίας μιας κληρονομικής ασθένειας, αλλά αυτό δεν διέλυσε τη ζωή του. Αποφοίτησε από το λύκειο, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Νομική, έγινε μάλιστα δάσκαλος αϊκίντο (ανέπτυξε και δική του τεχνική με την ονομασία Fehér Kard -«Λευκό Σπαθί», που έχει στόχο να ενισχύσει τις ικανότητες αυτοάμυνας των ατόμων με προβλήματα όρασης) και με τα χρόνια ασχολήθηκε σοβαρά και με ζητήματα ίσων ευκαιριών.
Το 2024, παράλληλα με την άνοδο του Tisza, μπήκε και ο ίδιος στην πολιτική και σύντομα έγινε ένα από τα αναγνωρίσιμα πρόσωπα του κόμματος. Στην προεκλογική εκστρατεία, για παράδειγμα, έτρεξε πιο γρήγορα από το τρένο που περνά από τη γέφυρα Gubacsi, για να στρέψει την προσοχή στην ανεπάρκεια της προηγούμενης κυβέρνησης. Στις 12 Απριλίου κέρδισε με μεγάλη διαφορά την εκλογική του περιφέρεια και έναν μήνα αργότερα ορκίστηκε υπουργός Κοινωνικών Υποθέσεων και Οικογένειας.
Ο Kátai-Németh έγινε ο πρώτος υπουργός με αναπηρία στην ιστορία της χώρας. Ο διορισμός του δεν αντανακλά μόνο την κατάρτιση και την καταλληλότητά του, αλλά αποτελεί και συμβολική κίνηση προς τους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες με αναπηρία της χώρας.
Με το όνομα του Kátai-Németh Vilmos συνδέονται επίσης αρκετές από τις πιο αξέχαστες στιγμές των τελευταίων μηνών. Μία από τις πιο συγκινητικές σκηνές της προεκλογικής περιόδου ήταν όταν ο πατέρας του τον συνεχάρη για την εκλογή του στο κοινοβούλιο και, εμφανώς συγκινημένος, του ζήτησε «να υπηρετεί με τιμιότητα τον λαό του, πάντα με ίσια μέση και με ραχοκοκαλιά που δεν θα λυγίσει ποτέ».
Ο Τύπος ρωτά ξανά
Τα τελευταία χρόνια τα μέλη της κυβέρνησης μιλούσαν με τους δημοσιογράφους μόνο όταν ήταν απολύτως αναπόφευκτο. Τους περισσότερους υπουργούς μπορούσε κανείς να τους «πιάσει» μόνο στο πόδι, στον δρόμο ή βγαίνοντας από κάποιο κτίριο, και ελάχιστοι δέχονταν να απαντήσουν σε περισσότερες από μία-δύο ερωτήσεις σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν έδινε μία και μοναδική συνέντευξη Τύπου τον χρόνο και, πέρα από αυτό, συνομιλούσε μέχρι και την προεκλογική εκστρατεία του 2026 σχεδόν αποκλειστικά με φιλικά μέσα, εμφανιζόμενος κυρίως σε εκπομπές influencer που τον στήριζαν ανοιχτά.
Αυτό τώρα φαίνεται να αλλάζει. Ο Πέτερ Μάγιαρ δίνει συνεντεύξεις Τύπου με εντυπωσιακό ρυθμό και μέχρι στιγμής έχει εμφανιστεί μπροστά στους δημοσιογράφους σχεδόν σε κάθε κρίσιμη στιγμή, ξεκινώντας από την τρίωρη διεθνή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε την επομένη των εκλογών.
Τις πρώτες φορές υπήρξαν μέσα ενημέρωσης των οποίων οι εκπρόσωποι δεν πρόλαβαν να κάνουν ερωτήσεις. Οι διοργανωτές το απέδωσαν στην έλλειψη χρόνου και τη Δευτέρα, μετά τη δεύτερη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, είχαν πια όλοι τη δυνατότητα να ρωτήσουν. Περίπου 12 ώρες αργότερα, το πρωί της Τρίτης, ακολούθησε και νέα συνέντευξη Τύπου, όπου οι δημοσιογράφοι είχαν ξανά την ευκαιρία να απευθύνουν ερωτήσεις στον πρωθυπουργό. Κάτι αντίστοιχο δεν είχε συμβεί τα τελευταία 16 χρόνια.
Επί κυβέρνησης Fidesz, ο τότε πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης Kövér László περιόρισε πολύ τους χώρους όπου μπορούσαν να εργάζονται οι δημοσιογράφοι μέσα στο κτίριο του κοινοβουλίου. Όποιος βουλευτής το επιθυμούσε, μπορούσε εύκολα να αποφύγει τη μικρή αυτή ζώνη, όπου επιτρεπόταν στους δημοσιογράφους να θέτουν ερωτήσεις. Με βάση όσα έχουμε δει μέχρι τώρα, και αυτό έχει αλλάξει μετά την άνοδο του Tisza στην εξουσία: οι δημοσιογράφοι μπορούν και πάλι να κινούνται πιο ελεύθερα στο κοινοβούλιο και έτσι είναι πολύ ευκολότερο να «αρπάξουν» με το μικρόφωνο τους πολιτικούς.
Η θέση της Ουγγαρίας είναι στην Ευρώπη
«Δεν θα είμαστε πλέον το ραβδί στις ακτίνες» – έτσι συνόψισε η Ανίτα Όρμπαν, στην ακρόασή της ως υποψήφια υπουργός Εξωτερικών, το τέλος μιας εποχής κατά την οποία οι σχέσεις της Ουγγαρίας με την ΕΕ σκοντάφτουν συνεχώς από σύγκρουση σε σύγκρουση. Με αυτή τη φράση παρέπεμψε στην ομιλία του Βίκτορ Όρμπαν στις 23 Οκτωβρίου 2021: τότε ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει ότι οι Βρυξέλλες συμπεριφέρονται στην Ουγγαρία σαν να ήταν εχθρός τους, αλλά η χώρα δεν θα το δεχθεί, «εμείς είμαστε η άμμος στα γρανάζια, το ραβδί στις ακτίνες, το αγκάθι κάτω από το νύχι».
Η νέα κυβέρνηση θέλει να επαναθεμελιώσει από την αρχή τις σχέσεις με την ΕΕ. Σύμφωνα με την Ανίτα Όρμπαν, η κυβέρνηση δεν θα μπλοκάρει πλέον αποφάσεις της ΕΕ για εσωπολιτικούς λόγους. Αντίθετα, επιδιώκει εποικοδομητική συνεργασία με τους θεσμούς της Ένωσης, παραμένοντας παράλληλα έτοιμη να συγκρουστεί μαζί τους όταν το επιβάλλει πραγματικά το εθνικό συμφέρον. Πιο επείγων στόχος της συνεργασίας είναι η αποδέσμευση και επιστροφή στην Ουγγαρία των ευρωπαϊκών κονδυλίων που της αναλογούν αλλά παραμένουν παγωμένα.
Ο Πέτερ Μάγιαρ ήδη κατά την προεκλογική εκστρατεία τόνιζε τακτικά ότι η θέση της Ουγγαρίας είναι στο δυτικό σύστημα συμμαχιών και στην Ευρώπη. Την ημέρα που ανέλαβε καθήκοντα η νέα κυβέρνηση, αυτή η σαφής επιλογή αξιών εκφράστηκε και με συμβολικές κινήσεις. Η νέα πρόεδρος της Βουλής, Forsthoffer Ágnes, με την πρώτη της απόφαση διέταξε να αναρτηθεί ξανά στην πρόσοψη του κοινοβουλίου η σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία είχε αφαιρέσει ο Kövér László το 2014. Στο τέλος της εναρκτήριας συνεδρίασης, πέρα από το «Szózat» και τον ύμνο των Σεκέι, ακούστηκε και ο ύμνος της ΕΕ, η «Ωδή στη Χαρά».
Ενεργοποιούνται οι διωκτικές αρχές
Επί κυβέρνησης Βίκτορ Όρμπαν, η κοινή γνώμη είχε συχνά την εντύπωση ότι οι έρευνες για υποθέσεις με μεγάλο πολιτικό βάρος προχωρούν εξαιρετικά αργά και ότι οι αρχές σπάνια έφταναν μέχρι την άσκηση δίωξης εναντίον πολιτικών. Από την αλλαγή κυβέρνησης και μετά, όμως, αυτό φαίνεται να αλλάζει.
Η αστυνομία ετοιμότητας, για παράδειγμα, ανακοίνωσε ότι διεξάγει έρευνα για τις φερόμενες προσπάθειες φυγάδευσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό, με την υποψία απιστίας. Η κίνηση αυτή αποτελεί στην ουσία απάντηση στις πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες επιχειρηματίες που συνδέονται με την προηγούμενη κυβέρνηση άρχισαν να βγάζουν την περιουσία τους από την Ουγγαρία, φοβούμενοι πιθανή λογοδοσία.
Υπάρχει πρόοδος και στο μεγαλύτερο –τουλάχιστον σε χρηματοοικονομικούς όρους– σκάνδαλο της πρόσφατης περιόδου, μέσα σε μόλις λίγες εβδομάδες. Μέχρι τώρα, η εξέλιξη της υπόθεσης ήταν προκλητικά αργή: παρότι κάθε ενημερωμένος αναγνώστης γνώριζε ότι, σύμφωνα με τις υπόνοιες, η διοίκηση της Magyar Nemzeti Bank είχε σπαταλήσει πάνω από 500 δισεκατομμύρια φιορίνια (σχεδόν 1,5 δισ. ευρώ) δημόσιου χρήματος, επί κυβέρνησης Fidesz δεν είχε γίνει σχεδόν τίποτα. Εννέα ημέρες μετά τις εκλογές, όμως, ο γενικός εισαγγελέας ανακοίνωσε ότι αναλαμβάνει ο ίδιος την εποπτεία της έρευνας ως αρμόδια εισαγγελία και διαβεβαίωσε ότι θα βρεθεί τρόπος να επιστραφούν στο κράτος τα πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία των εμπλεκομένων ακόμη και από το Ντουμπάι.
Δύο πολιτικοί του Fidesz βρέθηκαν επίσης μπλεγμένοι σε ποινικές υποθέσεις τις τελευταίες εβδομάδες. Τον Sára Botond, κυβερνητικό επίτροπο της Βουδαπέστης (főispán), τον κατηγόρησε η εισαγγελία για παθητική δωροδοκία, επειδή δέχθηκε ακριβά κρασιά από εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της ενοικίασης εργαζομένων. Τον πρώην βουλευτή του Fidesz Bóna Zoltán τον συνέλαβε στις 11 Μαΐου η Κεντρική Εισαγγελία Ερευνών. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, απασχολούσε μια γνωστή του ως προσωπική γραμματέα, χωρίς εκείνη να εργάζεται πραγματικά, ενώ έπρεπε να του επιστρέφει μέρος του μισθού της.
Κοινό στοιχείο στις δύο υποθέσεις είναι ότι αφορούν μικρής κλίμακας πράξεις διαφθοράς (η αξία των κρασιών που έλαβε ο Sára Botond ήταν, για παράδειγμα, περίπου 70.000 φιορίνια, δηλαδή λιγότερο από 200 ευρώ). Παρόμοιες, ακόμη και μεγαλύτερες, περιπτώσεις κατάχρησης αποκαλύπτονταν κατά καιρούς και στα 16 χρόνια διακυβέρνησης Όρμπαν. Ο πρώην βουλευτής του Fidesz Mengyi Roland, για παράδειγμα, εξέτισε και ποινή φυλάκισης, ενώ οι συνάδελφοί του Boldog István και ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Völner Pál βρέθηκαν επίσης ενώπιον της δικαιοσύνης, με τις αρχές να ζητούν και για τους δύο ποινή κάθειρξης.
Το ερώτημα είναι τι θα γίνει με τα «μεγάλα ψάρια» που μέχρι σήμερα έμοιαζαν ανέγγιχτα. Ο Πέτερ Μάγιαρ έχει υποσχεθεί ότι θα λογοδοτήσουν όλοι όσοι έχουν λερωμένη τη φωλιά τους. Υπεύθυνος για τη διαδικασία της λογοδοσίας θα είναι ο υπουργός Επικεφαλής της πρωθυπουργικής καγκελαρίας, Ruff Bálint, ο οποίος στην ακρόασή του ανακοίνωσε ότι η Εθνική Υπηρεσία Ανάκτησης και Προστασίας Δημόσιας Περιουσίας θα συσταθεί ήδη μέσα στο καλοκαίρι και θα ανακτά για λογαριασμό του κράτους τα παράνομα αποκτηθέντα περιουσιακά στοιχεία. Το έργο της υπηρεσίας μόνο εύκολο δεν είναι, αλλά προς το παρόν φαίνεται ότι υπάρχει η πολιτική βούληση.