Οι Καναδοί καλλιτέχνες Caitlind Brown & Wayne Garrett κέρδισαν φέτος το Βραβείο Τέχνης του Ιδρύματος Γεωργίου & Αριστέας Μαμιδάκη, με τη γλυπτική εγκατάσταση «Chronotopia»
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ΚΡΗΤΗΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Το έργο «Chronotopia» των Caitlind Brown & Wayne Garrett έλαβε το φετινό Βραβείο Τέχνης του Ιδρύματος Γεωργίου & Αριστέας Μαμιδάκη. Η μεγάλης κλίμακας site specific γλυπτική εγκατάσταση, ξεχώρισε ανάμεσα σε πάνω από 450 προτάσεις από 65 χώρες και τοποθετήθηκε στο ξενοδοχείο Minos Palace στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης. Όπως και τις προηγούμενες χρονιές, έτσι και το φετινό κάλεσμα της εικαστικής διοργάνωσης επικεντρώθηκε σε έργα μεγάλης κλίμακας, σχεδιασμένα για υπαίθριο χώρο, τα οποία εντάσσονται οργανικά στο τοπίο λειτουργώντας ως σημεία αναφοράς και μετασχηματίζοντας την εμπειρία του φυσικού περιβάλλοντος.
Το «Chronotopia» των δύο καλλιτεχνών από το Κάλγκαρι του Καναδά προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο θέασης του τοπίου της Κρήτης και του θαλάσσιου ορίζοντα, μέσα από τα στρώματα 1500 φακών οράσεως που έχουν τοποθετηθεί σε δύο τοξωτά πάνελ. Η εγκατάσταση, που έχει γίνει ειδικά για το συγκεκριμένο σημείο, προσκαλεί τον θεατή να περιηγηθεί στον χώρο, να παρατηρήσει το τοπίο μέσα από τους φακούς και να αφεθεί στη γοητεία των εικόνων που δημιουργούνται.
Αυτό που αντιλαμβάνεται γρήγορα είναι ότι η εμπειρία της θέασης δεν είναι άμεση, αλλά διαμεσολαβημένη και πάντα υποκειμενική και εξαρτάται από τη θέση του στο χώρο και το χρόνο, από την ατομική του όραση και τα δικά του φίλτρα.
«Το έργο μας ονομάζεται “Chronotopia”, που, όπως γνωρίζουν όσοι μιλούν ελληνικά, είναι ένας συνδυασμός των λέξεων “χρόνος” και “τόπος”. Το έργο είναι η δική μας απάντηση στον τόπο της Κρήτης και το σχεδιάσαμε ειδικά ώστε να αλληλεπιδρά με τη Μεσόγειο Θάλασσα. Αντλήσαμε έμπνευση για το έργο απευθείας από τον τόπο και το ευρύτερο πλαίσιο της Κρήτης. Για εμάς, αυτός είναι ένας τόπος για τον οποίο πάντα ακούγαμε ότι διαθέτει μια απίστευτη αρχαία ιστορία και μυθολογία. Έτσι λοιπόν η έννοια του χρόνου και η σύνδεσή του με τον τόπο ήταν πραγματικά σημαντική για εμάς» είπαν οι δύο καλλιτέχνες στο Euronews.
«Εκεί που ζούμε στον Καναδά, είμαστε περικυκλωμένοι από ξηρά και δεν έχουμε πρόσβαση στη θάλασσα. Γι’ αυτό, συγκεκριμένα, μας τράβηξε το νερό και μας τράβηξε η θάλασσα. Όμως αυτό το μέρος, η Κρήτη, είναι κάτι για το οποίο ακούγαμε από τότε που ήμασταν παιδιά. Μας ενδιέφερε να δούμε πώς η μυθολογική ιστορία του τόπου συνδέεται με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Οι φακοί είναι ένας τρόπος να κοιτάξεις αυτό που σε περιβάλλει. Μπορείς να δεις μόνο ό,τι υπάρχει ήδη εκεί. Έτσι γίνεται ένα εργαλείο ερμηνείας του τόπου» εξηγεί η Caitlind Brown.
«Μπορείτε να κοιτάξετε μέσα από τους φακούς των συνταγογραφημένων γυαλιών και το τοπίο μοιάζει να μπαίνει σε εστίαση, χάρη σε αυτά τα οπτικά φαινόμενα. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο τέχνης συνδέεται με το συγκεκριμένο τοπίο. Ο επισκέπτης καλείται να καθίσει στη θέση που βρίσκεται στο κέντρο του έργου και να αφιερώσει λίγο χρόνο για να συλλογιστεί τη σχέση του με τον χώρο που τον περιβάλλει και τις έννοιες που συνδέονται με το τοπίο.
Έτσι, για παράδειγμα, η μπλε γραμμή του ορίζοντα μπορεί να γίνει κατανοητή, ως μια ομοιόμορφη απεικόνιση της γραμμικής ροής του χρόνου. Ο τρόπος όμως με τον οποίο το έργο την παραμορφώνει και την διαχωρίζει, προσφέρει μια εικόνα για την αντίληψή μας για τον χρόνο» υπογραμμίζειο Wayne Garrett.
Από το εσωτερικό της εγκατάστασης, οι φακοί συλλαμβάνουν εικόνες που μεταβάλλονται ανάλογα με τις συνθήκες. Μετατοπίζονται με τον άνεμο, αλλάζουν με το φως και ανασυντίθενται διαρκώς, χωρίς ποτέ να σταθεροποιούνται σε μία ενιαία εικόνα. Κάθε φακός αντιπροσωπεύει μια διαφορετική ανθρώπινη ματιά και υπόσχεται έναν διαφορετικό τρόπο θέασης. Δεκάδες μικρόκοσμοι και μια ατελείωτη σειρά προοπτικών αποκαλύπτονται μέσα από αυτό το έργο που είναι ενσωματωμένο τέλεια στους κήπους του ξενοδοχείου:
«Βλέποντας μέσα από διαφορετικές χρονικές διαδρομές, δεν λαμβάνετε υπόψη μόνο την τωρινή στιγμή σας εδώ, καθώς κάθεστε στον χώρο και αισθάνεστε παρόντες, αλλά και το μέλλον και το παρελθόν. Κάθε παράθυρο αντιπροσωπεύει μια διαφορετική ανάμνηση ή ένα πιθανό μέλλον, με όλες αυτές τις χρονικές διαδρομές να συγκλίνουν ταυτόχρονα. Ελπίζουμε πραγματικά ότι τόσο οι καλεσμένοι όσο και οι επισκέπτες θα νιώσουν ότι μπορούν να ζήσουν μια οικεία στιγμή, έναν προσωπικό χρόνο με το έργο τέχνης, και ότι μπορούν να καθίσουν όσο θέλουν και να χαθούν μέσα σε αυτό.
Είναι μια πρόσκληση για στοχασμό, αλλά θεωρούμε επίσης αυτό το έργο ως μια συνεργασία με το τοπίο. Και έτσι, καθώς το τοπίο αλλάζει κατά τη διάρκεια της ημέρας, το ίδιο συμβαίνει και με το έργο τέχνης, ενώ αλλάζουν και τα χρώματα. Και για εμάς, αυτό είναι πραγματικά ισχυρό. Έτσι, ανάλογα με την ώρα της ημέρας που το επισκέπτεστε, το νόημα μπορεί να αλλάξει. Επίσης, θεωρούμε τον θεατή συνεργάτη στη δημιουργία του νοήματος του συγκεκριμένου έργου.
Υπάρχει λοιπόν η δική μας πρόθεση ως προς τον τρόπο με τον οποίο μπορείτε να κατανοήσετε τις έννοιες του χώρου, του χρόνου και της πολλαπλότητας, αλλά ταυτόχρονα πιστεύουμε ότι η βιωμένη εμπειρία του θεατή είναι έγκυρη και ότι ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύει το έργο είναι προσωπικός και συχνά εξαιρετικά διορατικός» τονίζει ο Wayne Garrett.
Οι φακοί οράσεως προέρχονται από το Canadian Lions Eyeglass Recycling Centre στο Κάλγκαρι, έναν οργανισμό που ανακυκλώνει μεταχειρισμένα γυαλιά και τα διαθέτει δωρεάν σε ανθρώπους σε περισσότερες από 70 χώρες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι φακοί προορίζονταν για ανακύκλωση γιατί κρίθηκαν μη αξιοποιήσιμοι από τον οργανισμό, έτσι επανεντάχθηκαν δημιουργικά στη διαδικασία των καλλιτεχνών και μετατράπηκαν σε καλλιτεχνικό υλικό:
«Το έργο τέχνης αποτελείται από 1.500 φακούς γυαλιών οράσεως, οπότε πρόκειται ουσιαστικά για υλικά που προέρχονται από τον πραγματικό κόσμο. Είναι καινούργιοι, αλλά είναι φακοί από αποθέματα που δεν έχουν πωληθεί, οπότε στην ουσία είναι μεταχειρισμένοι, και τους έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει σε δύο άλλες εγκαταστάσεις. Αυτή όμως είναι η μορφή που έχουν οι φακοί γυαλιών πριν κοπούν για να τοποθετηθούν σε σκελετούς γυαλιών.
Έτσι, οι επιμέρους συνταγές διαφέρουν, το πάχος των φακών ποικίλλει, αλλά όλοι έχουν ως σκοπό να διορθώσουν την όρασή σας, ώστε να μπορέσουμε να μοιραστούμε μια εκδοχή της πραγματικότητας.
Ελπίζουμε ότι οι άνθρωποι θα περπατήσουν μέσα στο έργο τέχνης και θα βυθιστούν σε αυτόν τον κόσμο των φακών και ότι κάθε μικρός κόσμος που θα κοιτάξουν θα γίνει ένα διαφορετικό είδος σχέσης με τον τόπο στον οποίο βρίσκονται, σαν να είναι πάρα πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι. Έτσι, κοιτάζετε μέσα από τα μάτια πολλών, πολλών, πολλών διαφορετικών ανθρώπων» επισημαίνει η Caitlind Brown και συμπληρώνει:
«Ελπίζουμε ότι το έργο θα σας οδηγήσει σε μια στιγμή ηρεμίας. Οι ίδιοι οι φακοί κινούνται με τον άνεμο και έτσι δημιουργείται μια αίσθηση αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον. Ελπίζουμε όμως να βιώσετε μια στιγμή κατά την οποία θα μπορέσετε να παρατηρήσετε όλους αυτούς τους μικροκόσμους και απλώς να βρεθείτε μέσα στο χρόνο, μέσα στο χρόνο του τώρα, αλλά και στο χρόνο του χθες και στο χρόνο του μέλλοντος».
«Ελπίζουμε ότι ο θεατής θα νιώσει περιέργεια, θα ανακαλύψει το έργο και θα γοητευθεί από την αισθητική και την ομορφιά του. Και όταν πλησιάσει, ελπίζουμε ότι η περιέργεια θα τον ωθήσει να αφιερώσει χρόνο και να καθίσει μέσα στο έργο τέχνης. Και όταν καθίσει, θα βρει ένα διαφορετικό τρόπο να δει το τοπίο, επειδή κάθε φακός όρασης έχει διαφορετική συνταγή. Αυτό μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς όλες αυτές οι διαφορετικές οπτικές γωνίες συγκλίνουν για να δουν το ίδιο τοπίο, αλλά και πώς το ίδιο τοπίο μπορεί να κατακερματιστεί σε χιλιάδες διαφορετικές στιγμές ταυτόχρονα» αναφέρει ο Wayne Garrett.
Η υπαίθρια εγκατάσταση προστίθεται στη μόνιμη, ανοικτή έκθεση της συλλογής του Ιδρύματος Γ.&Α. Μαμιδάκη στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, η οποία αριθμεί πάνω από 70 έργα σημαντικών Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών.
Caitlind Brown - Wayne Garrett
Η Caitlind Brown και ο Wayne Garrett είναι καλλιτέχνες από τον Δυτικό Καναδά, συγκεκριμένα από το Calgary, μια πόλη σχεδόν δύο εκατομμυρίων κατοίκων στην επαρχία της Αλμπέρτας. Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε μια πόλη με ανοιχτό ορίζοντα, πλαισιωμένη από τα Καναδικά Βραχώδη Όρη. Η δύναμη και η ομορφιά της φύσης, επομένως, έχει κεντρική θέση στη ζωή τους και στην καλλιτεχνική τους πρακτική αφού η σχέση τους με το τοπίο επηρέασε άμεσα την αντίληψή τους για τον κόσμο, τους ανθρώπους και τις σχέσεις μεταξύ τους.
Συνεργάζονται από το 2010. Τα πρώτα τους κοινά έργα ξεκίνησαν στο πλαίσιο της ευρύτερης πρακτικής του «expanded cinema» και σταδιακά εξελίχθηκαν σε φωτεινά γλυπτά, εγκαταστάσεις και παρεμβάσεις στον χώρο. Η κοινή τους καλλιτεχνική πρακτική και το ενδιαφέρον τους επικεντρώνεται κυρίως σε μη παραδοσιακούς χώρους τέχνης, όπως δημόσια πάρκα, δάση, εγκαταλελειμμένα κτίρια και χώρους στάθμευσης, πάντα αναζητώντας τις δυνητικές συνδέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους, τόπους και καταστάσεις.
Ο άνθρωπος αποτελεί διαρκώς το μέτρο μέσα από το οποίο σκέφτονται και αναπτύσσουν τη δουλειά τους, όχι ως έναν αδρανή παρατηρητή, αλλά συχνά ως ενεργό μέρος του ίδιου του έργου. Εξίσου κεντρικό ρόλο παίζει και ο χώρος: το περιβάλλον μέσα στο οποίο το έργο τοποθετείται και ενεργοποιείται.
Το έργο Chronotopia εντάσσεται οργανικά σε αυτή τη διαδρομή, συμπυκνώνοντας βασικά ερωτήματα που απασχολούν τους καλλιτέχνες: την υποκειμενικότητα της εμπειρίας, τη ρευστότητα του χρόνου και τη διαρκή διαπραγμάτευση ανάμεσα στο άτομο και το σύνολο.
Η Caitlind r.c. Brown είναι καλλιτέχνιδα και πολιτιστική διοργανώτρια με έργο που εκτείνεται από πειραματικές δράσεις στο δημόσιο χώρο έως συνεργατικά πρότζεκτ. Αποφοίτησε από το Alberta University of the Arts (2010) και τιμήθηκε με το Alumni of Merit Career Award το 2019. Έχει ιδρύσει και συντονίσει πολυάριθμα συλλογικά και συνεργατικά εγχειρήματα, μεταξύ των οποίων THE WRECK CITY, The Wandering Island και The Hibernation Project, εστιάζοντας σε εμβυθιστικές και συμμετοχικές πρακτικές.
Ο Wayne Patrick Garrett είναι καλλιτέχνης και μουσικός, με πολυεπιστημονικό έργο που περιλαμβάνει επιτόπιες καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις, γλυπτική, ήχο και performances. Εκπαιδεύτηκε ως Τεχνικός Μηχανουργίας στο Southern Alberta Institute of Technology και στη τζαζ μουσική στο Mount Royal University. Εισήλθε στον χώρο της σύγχρονης τέχνης μέσω του Arbour Lake Sghool (sic), μιας πειραματικής καλλιτεχνικής συλλογικότητας στο Calgary, όπου γνώρισε την Caitlind Brown, διαμορφώνοντας έτσι την κοινή τους καλλιτεχνική πορεία.
Όπως δηλώνουν οι καλλιτέχνες: «Εργαζόμαστε στο ενδιάμεσο μεταξύ των πραγμάτων – φύση και πολιτισμός, ιδιωτικότητα και κοινότητα, φως και σκοτάδι, ήχος και ακρόαση, Εγώ και Εσύ. Τα έργα μας ανταποκρίνονται στο χώρο, επιδιώκοντας τη διεύρυνση της ανθρώπινης εμπειρίας μέσω ριζοσπαστικών πράξεων θέασης, ακρόασης, αίσθησης και ύπαρξης. Πιστεύουμε στην ουτοπική δύναμη της τέχνης να δημιουργεί νέες αντιλήψεις για την καθημερινότητα, να μικραίνει την απόσταση μεταξύ των ανθρώπων και να χτίζει την ανθρώπινη ικανότητά μας για ενσυναίσθηση και διορατικότητα».
Το Βραβείο Τέχνης Ιδρύματος Γεωργίου & Αριστέας Μαμιδάκη
Το 2026 σηματοδοτεί την έκτη χρονιά του Βραβείου Τέχνης. Από το 2019, το Βραβείο ενσαρκώνει την αρχική ιδέα και έμπνευση της Τζίνας Μαμιδάκη: τη δημιουργία ενός πλαισίου που προσφέρει χώρο και χρόνο σε σύγχρονους καλλιτέχνες για ελεύθερη έκφραση και καλλιτεχνική δημιουργία, μια πρακτική που βρίσκει τις ρίζες της ήδη στα πρώτα συμπόσια Τέχνης στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Έκτοτε, ο θεσμός εξελίσσεται δυναμικά, ακολουθώντας τις μεταβολές της σύγχρονης καλλιτεχνικής σκηνής, παραμένοντας ωστόσο σταθερά προσηλωμένος στην ενίσχυση της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας και στη σύνδεση της τέχνης με τον τόπο, μέσα από έργα τοποειδικά (site-specific), σχεδιασμένα για μόνιμη έκθεση στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης.
Τα τελευταία τρία χρόνια το Βραβείο έχει αποκτήσει διεθνή χαρακτήρα, προσελκύοντας κάθε χρόνο εκατοντάδες συμμετοχές από όλον τον κόσμο. Φέτος, περισσότερες από 450 προτάσεις από 65 χώρες κατέδειξαν το δυναμισμό και την απήχηση του θεσμού σε ένα ευρύ και πολυφωνικό καλλιτεχνικό κοινό. Όπως και τις προηγούμενες χρονιές, έτσι και το φετινό κάλεσμα επικεντρώθηκε σε έργα μεγάλης κλίμακας, σχεδιασμένα για υπαίθριο χώρο, τα οποία εντάσσονται οργανικά στο τοπίο λειτουργώντας ως σημεία αναφοράς και μετασχηματίζοντας την εμπειρία του φυσικού περιβάλλοντος.
Ο θεσμός του βραβείου συνεχίζει να εξελίσσεται, φιλοδοξώντας να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία και ως πλατφόρμα ουσιαστικής υποστήριξης της καλλιτεχνικής κοινότητας.
Παράλληλα, αποτελεί ένα σπάνιο παράδειγμα στην Ελλάδα υποστήριξης παραγωγής έργων μεγάλης κλίμακας, συχνά σχεδιασμένων για υπαίθριο χώρο. Τα έργα εντάσσονται σε μια ιδιωτική συλλογή με δημόσιο χαρακτήρα, ανοιχτή στο ευρύ κοινό, δημιουργώντας πολλαπλά επίπεδα εμπειρίας και διαλόγου, όχι μόνο για τους γνώστες και τους φίλους της τέχνης, αλλά και για την κοινότητα και τους επισκέπτες του Αγίου Νικολάου.