Στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, ο Γάλλος Γιοάν Μπουρζουά παρουσίασε το έργο «He Who Falls», ενώ ο Φινλανδός Κάλε Νίο το «Tempo»
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους χορογράφους της εποχής μας, ο Γιοάν Μπουρζουά (Yoann Bourgeois) άνοιξε το φετινό πρόγραμμα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας. Ο καταξιωμένος Γάλλος χορογράφος παρουσίασε το εντυπωσιακό έργο «He Who Falls» (Αυτός που πέφτει). Η παραγωγή, που έκανε πρεμιέρα πριν 12 χρόνια και έχει κάνει τον γύρο του κόσμου, κόβει πραγματικά την ανάσα, εστιάζοντας στις έννοιες της αστάθειας και της ευθραυστότητας, προσεγγίζοντάς τες σε πραγματικό αλλά και συμβολικό επίπεδο.
Τα πρόσωπα του έργου παλεύουν να σταθούν όρθια, να ισορροπήσουν πάνω σε μια συνεχώς κινούμενη πλατφόρμα, που ταλαντεύεται, περιστρέφεται, μετατοπίζεται διαρκώς. Μοιάζει σαν μια σχεδία, πάνω στην οποία προσπαθούν να μείνουν ζωντανοί οι ναυαγοί ενός κόσμου. Οι έξι περφόρμερ αναζητούν στρατηγικές επιβίωσης και συνεργασίας σε όσα απρόσμενα συμβαίνουν γύρω τους.
Λειτουργούν ως μια μικρογραφία της ανθρωπότητας σήμερα, που προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία της πάνω σε ένα ασταθές έδαφος. Συναντήσαμε τον Γιοάν Μπουρζουά αμέσως μετά το τέλος της παράστασης και μιλήσαμε μαζί του για τα θέματα που τον απασχόλησαν σε αυτό το πρότζεκτ:
«Είναι αρκετά αστείο να μιλήσω για τη πηγή έμπνευσης αυτής της παράστασης, επειδή η παράσταση αυτή έχει τις ρίζες της εδώ στην Ελλάδα, στις πρώτες κοσμογονίες. Έχουμε έναν ειδικό για την Ελλάδα στη Γαλλία, τον Ζαν-Πιερ Βερνάν, και αυτή ήταν η ερμηνεία που μας έδωσε για την παράσταση. Ο Ζαν-Πιερ Βερνάν μιλά όχι μόνο για τις ιστορίες της δημιουργίας του κόσμου, αλλά και για την απαρχή των ιστοριών. Και αυτό ήταν που μας ενδιέφερε. Πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε μια παράσταση τόσο απλή, ώστε να έχει αναδείξει όλες τις πιθανές ιστορίες;
Υπάρχουν πάντα πολλές πηγές έμπνευσης σε μια παράσταση. Υπάρχει επίσης το δικό μου υπόβαθρο στο τσίρκο. Ήθελα να διατηρήσω όλες τις πτυχές του τσίρκου, όχι τη φόρμα, αλλά τις δυνάμεις. Δηλαδή, από το τραπέζιο κράτησα την ταλάντευση, τη φυγόκεντρο δύναμη, την ισορροπία. Και ήθελα αυτό να εφαρμοστεί στην πιο απλή επιφάνεια, σε ένα απλό έδαφος, πάνω στο οποίο θα μπορούσα να ζητήσω από τους καλλιτέχνες να προσπαθήσουν να σταθούν όρθιοι. Διότι αυτό το ερώτημα, το να προσπαθείς να σταθείς όρθιος, είναι από μόνο του πολύ εύγλωττο. Μιλάει πολύ συγκεκριμένα σε όλους, είτε είμαστε νέοι, ηλικιωμένοι, Αφρικανοί ή Ευρωπαίοι.
Όλοι πρέπει να κουβαλάμε, να διαχειριζόμαστε το βάρος μας και να προσπαθούμε να βγάζουμε πέρα για να σταθούμε όρθιοι. Πρόκειται για ένα υπαρξιακό ερώτημα. Το ερώτημα του πώς καταφέρνεις να σταθείς όρθιος, τελικά δεν έχει πραγματικά επιλυθεί. Δεν υπάρχει συνταγή, ειδικά αυτή τη στιγμή που μπαίνουμε στο άγνωστο. Νομίζω ότι αυτό ίσχυε σε όλες τις εποχές της ανθρωπότητας. Αλλά είναι αλήθεια ότι αυτή τη στιγμή είναι πολύ έντονο, επειδή όλα τα σημεία αναφοράς μας αλλάζουν. Και έτσι πρέπει να ανακαλύψουμε εκ νέου τον εαυτό μας. Και ακριβώς επειδή αυτό το ερώτημα δεν έχει λύση, με ενδιέφερε πολύ.
Δεν έχω, λοιπόν, μια έτοιμη απάντηση. Αυτό είναι ακριβώς το ερώτημα που έθεσα στους καλλιτέχνες για κάθε διαθέσιμο μέσο, για κάθε μηχανισμό. Και αυτό που είναι αρκετά ενδιαφέρον είναι ότι οι λύσεις για να μπορέσουμε μείνουμε όρθιοι, αν περιστρέφεται ή αν γέρνει, είναι εντελώς διαφορετικές. Πρέπει να ανακαλύψουμε εκ νέου τον εαυτό μας και να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με την ομάδα και με τον χώρο. Πιστεύω, λοιπόν, ότι αυτό μας διδάσκει κάτι για το παρόν» τονίζει ο Γάλλος δημιουργός της παράστασης.
«Αν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το ζήτημα της ισορροπίας, είναι επειδή προσπαθώ να επιβιώσω, όπως όλοι οι άλλοι, και επειδή, για μένα, η καλλιτεχνική πρακτική με βοηθά σε αυτή την πολύ προσωπική αναζήτηση, στην ουσία, να προσπαθήσω να κρατηθώ, στο πέρασμα των ετών. Πιστεύω ότι όλοι μας βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αυτό το ζήτημα: να προσπαθούμε να αντισταθούμε σε ό,τι μας συμβαίνει καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Πιστεύω ότι υπάρχουν στιγμές που το καταφέρνουμε. Η αναζήτηση της ισορροπίας είναι βέβαια αρκετά προσωρινή. Δεν έχουμε βρει την ισορροπία μια για πάντα. Είναι πάντα θέμα δυναμισμού και έρευνας» επισημαίνει ο Γιοάν Μπουρζουά.
Η πρακτική του, όπως φάνηκε και από την παράσταση συνδυάζει διαφορετικές τέχνες και τεχνικές: «Η δουλειά μου βρίσκεται πραγματικά στο μεταίχμιο διαφορετικών πεδίων, του χορού, του θεάτρου και του τσίρκου, ουσιαστικά, με τα οποία έχω ασχοληθεί πολύ. Και πιστεύω ότι όλες αυτές οι τέχνες αναζητούν ένα θεμελιώδες στοιχείο, το οποίο είναι, κατά τη γνώμη μου, θεμελιώδες για την ζωντανή παράσταση: το ζήτημα της παρουσίας. Αυτό με ενδιαφέρει πολύ, επειδή η παρουσία δέχεται πολύ έντονη επίθεση από τεχνικές που καταστρέφουν την προσοχή μας, όπως για παράδειγμα τα social media. Επομένως, είναι πολύ σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, να υπερασπιστούμε την ποιότητα της ανθρώπινης παρουσίας».
To «Tempo» του Κάλε Νίο
Το «Tempo» είναι το αποτέλεσμα της πρώτης συνεργασίας του Φινλανδού ταχυδακτυλουργού και εικαστικού καλλιτέχνη Κάλε Νίο (Kalle Nio) με τον Βραζιλιάνο χορογράφο Φερνάντο Μέλο. Το έργο είναι μια συναρπαστική εξερεύνηση του χρόνου: της επιτάχυνσης, της επιβράδυνσης και των στιγμών εκείνων, όπου ο χρόνος μοιάζει να σταματά. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ευθραυστότητα της ζωής, πόσο ευάλωτοι είμαστε σε στιγμές πτώσης και ατυχημάτων.
Μέσα από τη μαγεία, την κίνηση και το κείμενο, το έργο βάζει τον θεατή σε έναν διαφορετικό χωροχρόνο, προσκαλώντας τον να σκεφτεί το πώς βιώνουμε το χρόνο σήμερα και με ποιους τρόπους μπορούμε να τον κατανοήσουμε. Προσφέρει μια γοητευτική εμπειρία που υπερβαίνει το οικείο και το αναμενόμενο, δημιουργώντας ένα απροσδόκητο σύμπαν:
«Ένα από τα σημεία εκκίνησης ήταν στην πραγματικότητα η λέξη tempo, γιατί συνειδητοποίησα ότι στα ιταλικά σημαίνει τόσο τον χρόνο όσο και τον ρυθμό. Και άρχισα να σκέφτομαι ποια είναι η σχέση μεταξύ χρόνου και ρυθμού και από εκεί συνειδητοποίησα ότι τα πάντα στη ζωή μας έχουν να κάνουν με τον ρυθμό και την κίνηση, και ο χρόνος είναι κάτι σαν δομή που μας επιτρέπει να εξηγήσουμε τον ρυθμό και την κίνηση του κόσμου. Αυτό ήταν λοιπόν ένα σημαντικό σημείο εκκίνησης, αλλά από εκεί προχώρησα σε όλο και μικρότερες λεπτομέρειες, σκεπτόμενος πώς θα μπορούσαμε πραγματικά να παρουσιάσουμε τον χρόνο επί σκηνής.
Επειδή έχω κάποιο υπόβαθρο στον κινηματογράφο, και στον κινηματογράφο είναι συνηθισμένο να μπορείς να πηγαίνεις μπρος-πίσω στο χρόνο, να χρησιμοποιείς αργή κίνηση ή να προχωράς προς τα πίσω. Και άρχισα να φαντάζομαι πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτά τα πράγματα, αλλά σε μια ζωντανή παράσταση. Η παράσταση αφορά την κίνηση, αφορά τις ψευδαισθήσεις. Η ιστορία της παράστασης βρίσκεται εκεί μέσα, αλλά νομίζω ότι είναι και ένα είδος γρίφου που πρέπει να λύσει το κοινό, να καταλάβει τι ακριβώς αφορά. Πρόκειται, λοιπόν, για το πώς να λειτουργούμε μέσα στο χρόνο, ενάντια στο χρόνο, αλλά και να συνειδητοποιούμε τον χρόνο» επισημαίνει ο σκηνοθέτης της παράστασης Κάλε Νίο και συμπληρώνει:
«Με ενδιαφέρουν οι καθημερινές στιγμές, γιατί αυτές αποκαλύπτουν πολύ σημαντικά πράγματα για την ανθρώπινη ύπαρξη. Φανερώνουν την ευαλωτότητά της, την ευθραυστότητα της ζωής, αλλά και τον ιδιαίτερο τρόπο που λειτουργεί η αντίληψή μας για τα πράγματα. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ζήσει στιγμές που γλιστράμε, που αντιμετωπίζουμε κάτι απροσδόκητο, που γλιτώνουμε από ένα ατύχημα την τελευταία στιγμή. Πρόκειται για εντελώς συνηθισμένα περιστατικά, τα οποία, έστω και για λίγο, αποκτούν για τον καθένα μας κάτι το εξαιρετικό» αναφέρει ο Φινλανδός δημιουργός.
Ζώντας σε μια εποχή που ο χρόνος είναι πολύτιμος και όπου η κοινωνία απαιτεί να ασχολούμαστε διαρκώς με κάτι ή να καταναλώνουμε τον χρόνο μας, πώς είναι να έχει δημιουργήσει μια παραγωγή με διαφορετικό ρυθμό, που ζητά να σκεφτείς, να χαλαρώσεις και να μπεις με έναν άλλο βιορυθμό σε αυτήν;
«Πιστεύω ότι οι παραστατικές τέχνες που λαμβάνουν χώρα στο θέατρο αποτελούν, για μένα, την πιο σημαντική μορφή τέχνης της εποχής μας, γιατί είναι μια πολύ σπάνια στιγμή, όταν καθόμαστε σε μια σκοτεινή αίθουσα θεάτρου και μπορούμε να επικεντρωθούμε μόνο σε ένα πράγμα, που είναι η ίδια η παράσταση. Δεν μας επιτρέπεται σ’ αυτήν να χρησιμοποιούμε τα κινητά μας τηλέφωνα και είναι πραγματικά σπάνιο να βιώνεις μια τέτοια στιγμή στην κοινωνία. Και στην παράστασή μας, χρησιμοποιούμε επίσης πολύ αργή κίνηση.
Μερικές φορές κινούμαστε πραγματικά αργά. Και αυτό είναι επίσης σαν να δίνει τον τόνο για έναν άλλο ρυθμό στους θεατές. Δεν λέω ότι προσπαθούμε να κάνουμε βαρετά πράγματα, αλλά πιστεύω ότι το να βαριέσαι στην κοινωνία μας είναι κάτι σαν πολυτέλεια στις μέρες μας, επειδή δεν έχουμε αυτό το χρόνο. Και νομίζω ότι το θέατρο είναι ο μόνος χώρος όπου μπορούμε πραγματικά να προσφέρουμε και αυτό το συναίσθημα, ότι δεν χρειάζεται να υπάρχει πάντα διασκέδαση. Και νομίζω ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό».
Ο ίδιος είναι μάγος και χρησιμοποιεί πολλές από τις τεχνικές αυτού του πεδίου για να ενισχύσει τη δύναμη και τη γοητεία των θεαμάτων που δημιουργεί:
«Πιστεύω ότι, σίγουρα, η μαγεία μπορεί να θολώσει τα όρια μεταξύ πραγματικού και μη πραγματικού. αυτό ακριβώς κάνει. Νομίζω ότι η ομορφιά αυτού έγκειται επίσης στο ότι μας δίνει ένα αίσθημα ελπίδας. Γιατί όταν βλέπεις έναν μάγο και έχεις αυτή την αίσθηση ότι όλα είναι δυνατά, σαν να μην ξέρεις πια τι είναι πραγματικό, νομίζω ότι αυτό είναι επίσης μια ευκαιρία να βιώσεις αυτή τη μικρή στιγμή ελπίδας, ότι ίσως στον κόσμο όλα είναι δυνατά. Οπότε, νομίζω ότι αυτό είναι πραγματικά μοναδικό στη μαγεία. Αλλά επίσης με ενδιαφέρει πολύ η μαγεία γενικά, όπως το τι εννοούμε όταν λέμε ότι κάτι είναι μαγικό;
Διότι ο ορισμός της μαγείας είναι ότι δεν είναι μόνο το ότι δεν ξέρουμε πώς λειτουργεί, γιατί δεν ξέρουμε ούτε πώς λειτουργούν τα ψυγεία, που είναι σχεδόν σαν μαγεία, αλλά παρόλα αυτά δεν το θεωρούμε μαγεία. Νομίζω ότι η μαγεία έχει μέσα της μια εσωτερική ποίηση. Είναι κάτι που ξέρουμε ότι δεν μπορεί να είναι αλήθεια, αλλά παρόλα αυτά θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι αλήθεια και νομίζω ότι αυτό είναι όμορφο».
Το «Tempo» έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στην Εθνική Όπερα του Ελσίνκι τον Αύγουστο του 2025 και έχει παρουσιαστεί σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Το φθινόπωρο θα παρουσιαστεί στη Σλοβενία, την Πολωνία και τη Γερμανία.