Loader
Διαφήμιση

Οι άνθρωποι ζουν περισσότερο, όχι όμως πιο υγιείς, δείχνει μελέτη

Οι άνθρωποι ζουν περισσότερο, αλλά περνούν περισσότερα χρόνια με κακή υγεία.
Οι άνθρωποι ζουν περισσότερο, αλλά περνούν περισσότερα χρόνια με κακή υγεία. Πνευματικά Δικαιώματα  Cleared/Canva
Πνευματικά Δικαιώματα Cleared/Canva
Από Marta Iraola Iribarren
Δημοσιεύθηκε
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google
Μοιραστείτε το Close Button

Οι άνθρωποι ζουν περισσότερο από ποτέ, όμως μια μεγάλη νέα παγκόσμια μελέτη δείχνει ότι πολλά από αυτά τα επιπλέον χρόνια περνούν πλέον με κακή υγεία.

Το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί θεαματικά τον τελευταίο αιώνα, φτάνοντας τα 73,8 έτη, χάρη στη μεγάλη μείωση των λοιμωδών νοσημάτων, της μητρικής και παιδικής θνησιμότητας, αλλά και στην πρόοδο στην πρόληψη και τη θεραπεία των χρόνιων παθήσεων.

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

Ωστόσο, τα επιπλέον χρόνια ζωής δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι ζούμε με καλή υγεία, όπως διαπιστώνει νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο The Lancet Public Health (πηγή στα Αγγλικά). Με δεδομένο ότι στην πλειονότητα των 204 χωρών και περιοχών που εξετάστηκαν η αύξηση του προσδόκιμου ζωής ξεπερνά την αντίστοιχη αύξηση του προσδόκιμου υγιούς ζωής, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι τα συστήματα υγείας πρέπει να μετατοπίσουν το επίκεντρο από τη σκέτη παράταση της ζωής στη βελτίωση της ποιότητας αυτών των επιπλέον ετών.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, το 2023 οι άνθρωποι πέρασαν κατά μέσο όρο το 14,5% της ζωής τους με κακή υγεία, καθώς το αυξημένο προσδόκιμο ζωής συνοδεύεται ολοένα και περισσότερο από μη θανατηφόρες ασθένειες και αναπηρίες, διαπίστωσαν οι ερευνητές.

Στις χώρες όπου οι πολίτες ζουν περισσότερο, αυξάνονται επίσης τα χρόνια που περνούν με κακή υγεία, γεγονός που υποδηλώνει ότι το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής επιμηκύνει την περίοδο ασθένειας και αναπηρίας κατά την ενήλικη ζωή αντί να τη μεταθέτει στα τελευταία χρόνια.

Το 2023, οι κάτοικοι των πλουσιότερων χωρών πέρασαν το 15,7% της ζωής τους με κακή υγεία, ενώ η υπερ-περιφέρεια της υποσαχάριας Αφρικής είχε το μικρότερο χάσμα νοσηρότητας, που αντιστοιχεί σε 9 χρόνια.

Τη μεγαλύτερη απόλυτη αύξηση κατέγραψε η Ολλανδία, όπου το ποσοστό της ζωής που περνά κανείς με κακή υγεία ανέβηκε από 13,2% το 1990 σε 15,7% το 2023.

Τα μεγαλύτερα χάσματα νοσηρότητας, δηλαδή η διάρκεια ή το ποσοστό της ζωής που περνά σε κακή υγεία, καταγράφηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία και τον Καναδά.

Αντίθετα, οι κάτοικοι στο Ναουρού, τα Νησιά Σολομώντα και το Λάος είχαν τα μικρότερα χάσματα νοσηρότητας, περνώντας τα λιγότερα χρόνια της ζωής τους με κακή υγεία.

Τι προκαλεί αυτό το χάσμα;

Οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι τα μη θανατηφόρα νοσήματα αντιστοιχούν στο 57,4% του παγκόσμιου χάσματος νοσηρότητας, καθώς αυξάνουν τον χρόνο που οι άνθρωποι ζουν με αναπηρία ή επιβαρυμένη υγεία.

Κύριοι μοχλοί ανάμεσα σε αυτές τις παθήσεις ήταν οι μυοσκελετικές διαταραχές, όπως η οσφυαλγία, οι ψυχικές διαταραχές, οι παθήσεις των αισθητηρίων οργάνων, όπως η απώλεια ακοής που σχετίζεται με την ηλικία, και τα ακούσια τραύματα.

Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, σημαντικούς παράγοντες αποτελούσαν επίσης οι διατροφικές ελλείψεις, οι λοιμώξεις του αναπνευστικού, η φυματίωση και τα παραμελημένα τροπικά νοσήματα.

Η μελέτη εντόπισε ακόμη πολλούς παράγοντες κινδύνου, όπως ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος, ο υποσιτισμός παιδιών και μητέρων, η χρήση καπνού, τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης νηστείας στο αίμα και η ατμοσφαιρική ρύπανση.

Η χρήση ναρκωτικών και η υψηλή κατανάλωση αλκοόλ συγκαταλέγονταν στους δέκα κυριότερους παράγοντες κινδύνου που συμβάλλουν στο χάσμα νοσηρότητας μόνο στην υπερ-περιφέρεια υψηλού εισοδήματος, ενώ το μη ασφαλές σεξ αναδείχθηκε σε βασικό παράγοντα αποκλειστικά στην υποσαχάρια Αφρική.

Πώς μοιάζει ένα υγιές μέλλον;

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, τα ευρήματα εγείρουν ερωτήματα για τη βιωσιμότητα της κοινωνικής φροντίδας και την κατανομή των πόρων μεταξύ πρόληψης, θεραπείας και καινοτομίας. Καθώς το ποσοστό της ζωής που περνά σε κακή υγεία αυξάνεται σταθερά από το 1990, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη να δοθεί έμφαση στην υγιή γήρανση, δηλαδή στη διαδικασία ανάπτυξης και διατήρησης της λειτουργικής ικανότητας που επιτρέπει την ευημερία στην τρίτη ηλικία, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ).

«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι τα μελλοντικά κέρδη στην υγεία των πληθυσμών θα προκύψουν όχι μόνο από το να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να ζουν περισσότερο, αλλά και από το να ζουν με καλύτερη υγεία», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Κρίστοφερ Μάρεϊ, διευθυντής του Ινστιτούτου Μετρήσεων και Αξιολόγησης της Υγείας (IHME) στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ουάσινγκτον.

«Η πρόοδος στην υγιή γήρανση πρέπει να μετριέται όχι μόνο με τα χρόνια ζωής, αλλά και με τα χρόνια υγιούς ζωής, με μεγαλύτερες επενδύσεις στην πρόληψη, τη μακροπρόθεσμη διαχείριση νοσημάτων και τη φροντίδα χρόνιων παθήσεων, ώστε να μειωθούν τα χρόνια που ζούμε με κακή υγεία», πρόσθεσε ο Μάρεϊ.

Οικονομικά μοντέλα δείχνουν ότι η βελτίωση της υγείας μέσω παρεμβάσεων που στοχεύουν στη γήρανση μπορεί να αποφέρει μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη από την αύξηση του προσδόκιμου ζωής μέσω εξάλειψης συγκεκριμένων ασθενειών, υποστηρίζουν οι συγγραφείς της μελέτης.

«Η βελτίωση της υγιούς γήρανσης θα απαιτήσει μεγαλύτερη εστίαση στις παθήσεις και τους παράγοντες κινδύνου που οδηγούν σε χρόνια ζωής με αναπηρία», δήλωσε η Κάθριν Μπισινιάνο, συν-συγγραφέας της μελέτης. «Η αντιμετώπισή τους νωρίτερα, μέσω πρόληψης και καλύτερης μακροχρόνιας φροντίδας, θα μπορούσε να έχει ουσιαστικές κοινωνικές, υγειονομικές και οικονομικές επιπτώσεις.»

Προς αυτή την κατεύθυνση, η μελέτη ζητεί σταθερές επενδύσεις στην πρόληψη, την αποκατάσταση, τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και τη φροντίδα χρόνιων παθήσεων, καθώς και καλύτερη πρόσβαση σε βοηθητικές τεχνολογίες και ολοκληρωμένα μοντέλα μακροχρόνιας φροντίδας.

Μετάβαση στις συντομεύσεις προσβασιμότητας
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google

Σχετικές ειδήσεις

Κοινωνικά δίκτυα: στη Φλωρεντία ανοίγει το πρώτο κέντρο κατά του ψηφιακού εθισμού στην Ιταλία

Φάρμακα απώλειας βάρους GLP-1 συνδέονται με μικρό αλλά υπαρκτό κίνδυνο τριχόπτωσης, δείχνει μελέτη

Ιός του Δυτικού Νείλου: 21 κρούσματα στην Ελλάδα, επεκτείνεται στην Ευρώπη