Μελέτη: άτομα σε αγωγή με GLP-1 έχουν χαμηλό αλλά υψηλότερο κίνδυνο τριχόπτωσης σε σχέση με όσους λαμβάνουν άλλα φάρμακα για τον διαβήτη.
Οι αγωνιστές υποδοχέα του πεπτιδίου τύπου γλυκαγόνης-1 (GLP-1), που χρησιμοποιούνται κυρίως για τη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και της παχυσαρκίας, συνδέονται με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο τριχόπτωσης σε σύγκριση με άλλα αντιδιαβητικά φάρμακα, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο The BMJ (πηγή στα Αγγλικά).
Παρότι είναι σπάνιο, ορισμένοι άνθρωποι που λαμβάνουν σεμαγλουτίδη και τιρζεπατίδη έχουν αναφέρει τριχόπτωση. Η νέα μελέτη επιβεβαιώνει ότι ο κίνδυνος τριχόπτωσης παραμένει χαμηλός και, σύμφωνα με τους συγγραφείς, τα ευρήματα μπορούν να βοηθήσουν σε πιο τεκμηριωμένες αποφάσεις.
Σημαντικό είναι ότι οι περισσότερες περιπτώσεις τριχόπτωσης που σχετίστηκαν με GLP-1 ήταν αναστρέψιμες, καθώς οι θύλακες των τριχών παρέμειναν άθικτοι, σύμφωνα με τους συγγραφείς.
«Παρότι ο απόλυτος κίνδυνος κλινικά καταγεγραμμένης αλωπεκίας που συνδέεται με τη χρήση αγωνιστών υποδοχέα GLP-1 είναι χαμηλός, η παρατηρούμενη συσχέτιση μπορεί να επηρεάζει την ικανοποίηση των ασθενών, την προσήλωσή τους στη θεραπεία και τις αποφάσεις τους να την ξεκινήσουν ή να τη συνεχίσουν», γράφουν οι συγγραφείς.
Οι ερευνητές ανέλυσαν ηλεκτρονικά αρχεία ασθενών που λάμβαναν φαρμακευτική αγωγή για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, συμπεριλαμβανομένων των GLP-1 και δύο άλλων αντιδιαβητικών φαρμάκων: των αναστολέων SGLT-2 και των αναστολέων DPP-4. Σε σύγκριση με τους αναστολείς SGLT-2, οι αγωνιστές υποδοχέα GLP-1 συνδέθηκαν με 37% υψηλότερο κίνδυνο αλωπεκίας· σε σύγκριση με τους αναστολείς DPP-4, ο κίνδυνος ήταν αυξημένος κατά 68%.
Τα φάρμακα GLP-1 αναπτύχθηκαν αρχικά για τη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, αλλά η χρήση τους έχει επεκταθεί σε αρκετές ακόμη ενδείξεις, όπως η απώλεια βάρους, η μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου και η αντιμετώπιση της αποφρακτικής υπνικής άπνοιας.
Δρουν μιμούμενα το πεπτίδιο τύπου γλυκαγόνης-1, μια ορμόνη που παράγεται στο έντερο μετά το φαγητό. Ενεργοποιούν υποδοχείς στο πάγκρεας ώστε να διεγείρουν την έκκριση ινσουλίνης και στον εγκέφαλο ώστε να συμβάλλουν στη ρύθμιση της όρεξης.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η ταχεία απώλεια βάρους και η μειωμένη πρόσληψη θερμίδων είναι καλά τεκμηριωμένοι παράγοντες που πυροδοτούν την τριχόπτωση.
Ορμονικές αλλαγές μπορεί επίσης να παίζουν ρόλο, σημειώνουν, αν και χρειάζονται περαιτέρω μελέτες για να διευκρινιστούν οι υποκείμενοι μηχανισμοί. Ο περιορισμός των θερμίδων μπορεί επιπλέον να συμβάλλει σε φυσιολογικό στρες και σε ελλείψεις μικροθρεπτικών συστατικών όπως ο σίδηρος, ο ψευδάργυρος και η βιοτίνη, οι οποίες ενδέχεται να διαταράσσουν τον κύκλο ανάπτυξης της τρίχας.
Αν και η τριχόπτωση συνήθως δεν προκαλεί σωματική βλάβη, μπορεί να έχει σημαντικές ψυχοκοινωνικές συνέπειες, επηρεάζοντας την αυτοεκτίμηση, την ποιότητα ζωής και την προσήλωση στη θεραπεία, προσθέτουν οι συγγραφείς.
Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να αποσαφηνιστούν οι μηχανιστικοί δεσμοί ανάμεσα στη θεραπεία με αγωνιστές υποδοχέα GLP-1, την απώλεια βάρους και την τριχόπτωση, καθώς και για να εντοπιστούν οι ασθενείς που ενδέχεται να διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο.