Πολλές χώρες της ΕΕ υποστηρίζουν ότι οι σχεδιαζόμενες περικοπές στα δικαιώματα ρύπων είναι υπερβολικές και δεν λαμβάνουν υπόψη τα τεχνολογικά όρια κλάδων όπως ο χάλυβας, το τσιμέντο, τα χημικά και το αλουμίνιο.
Έξι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν εκφράσει εκ νέου ανησυχίες για την αγορά άνθρακα της Ένωσης, λέγοντας ότι τα κόστη που συνδέονται με το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών άνθρακα ενδέχεται να αναγκάσουν τη βιομηχανία να μεταφέρει την παραγωγή εκτός ΕΕ, σε χώρες με πιο χαλαρούς περιβαλλοντικούς κανόνες.
Κατά τη διάρκεια συνάντησης των υπουργών Βιομηχανίας στις Βρυξέλλες, την Πέμπτη, η Βουλγαρία, η Τσεχία, η Ελλάδα, η Πολωνία, η Ρουμανία και η Σλοβακία προειδοποίησαν ότι οι χαλυβουργίες, οι τσιμεντοβιομηχανίες, τα χυτήρια αλουμινίου και οι χημικές βιομηχανίες δέχονται ασφυκτικές πιέσεις λόγω του ενεργειακού κόστους, της γεωπολιτικής αστάθειας και των άκαμπτων κανόνων για τη χρήση άνθρακα στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών της ΕΕ (ETS), της αγοράς άνθρακα της Ένωσης.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η επικείμενη αναθεώρηση του αριθμού των δικαιωμάτων εκπομπών που έχει η βιομηχανία. Οι Βρυξέλλες σκοπεύουν να περιορίσουν απότομα τα δικαιώματα για την περίοδο 2026-2030, όπως ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 11 Μαΐου, σε ορισμένες περιπτώσεις μειώνοντάς τα έως και κατά 50% σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Την Πέμπτη, οι υπουργοί χαρακτηρίσαν αυτή την εξέλιξη «απογοητευτική».
Η Ιταλία και η Αυστρία αντιδρούν
Πριν από το υπουργικό συμβούλιο, οι έξι χώρες κατέθεσαν ένα έγγραφο, το οποίο περιήλθε σε γνώση του Euronews, στο οποίο κατέγραψαν τις ανησυχίες τους.
Σε αυτό υποστηρίζουν ότι η ΕΕ ζητά από τα εργοστάσια να απανθρακοποιηθούν με ταχύτερο ρυθμό από αυτόν που επιτρέπει σήμερα η τεχνολογία, επισημαίνοντας ότι πολλοί κλάδοι βαριάς βιομηχανίας εξακολουθούν να βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα, καθώς οικονομικά προσιτές εναλλακτικές είτε δεν υπάρχουν σε μεγάλη κλίμακα είτε παραμένουν μη βιώσιμες εμπορικά.
Το έγγραφο βρήκε στήριξη από την Ιταλία και την Αυστρία, οι οποίες ζητούσαν ήδη την αναστολή του ETS (Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών) προτού ο πόλεμος στο Ιράν επιδεινώσει περαιτέρω την άνοδο των τιμών της ενέργειας στην Ευρώπη.
Ο Ιταλός υπουργός Βιομηχανίας Αντόλφο Ούρσο είπε στους ομολόγους του ότι η κατάσταση για τη βιομηχανία στην Ιταλία ήταν ήδη αδιέξοδη πριν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και κάλεσε την Επιτροπή να δράσει υπό το φως των τελευταίων γεωπολιτικών εξελίξεων.
«Θα έπρεπε να έχει γίνει κάτι πριν από τον πόλεμο. Δεν ξέρουμε πότε θα τελειώσει. Ήταν αναγκαίο τότε, είναι ακόμη πιο αναγκαίο τώρα να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση», δήλωσε ο Ούρσο.
Παρόμοιες ανησυχίες εξέφρασε και ο Αυστριακός ομοσπονδιακός υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας Βόλφγκανγκ Χατμανσντόρφερ, ο οποίος επισήμανε ότι οι χαλυβουργίες θα χρειαστεί να επενδύσουν μεταξύ 1 και 2 δισ. ευρώ σε απανθρακοποίηση μέσα στην επόμενη πενταετία.
«Τα δωρεάν πιστοποιητικά (του ETS) πρέπει να παραταθούν, διότι το σύστημα εξελίσσεται ολοένα και περισσότερο σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τη βιομηχανία μας στην Ευρώπη», είπε ο Χατμανσντόρφερ.
Αντί να απορρίπτουν συνολικά την κλιματική πολιτική, οι επιφυλακτικοί υπουργοί εισηγούνται μια πιο αργή και πιο ρεαλιστική μετάβαση, ζητώντας προσωρινό «πάγωμα» των τιμών αναφοράς στα σημερινά επίπεδα και ανασχεδιασμό της μεθοδολογίας ώστε να λαμβάνει υπόψη την πραγματική παραγωγική ικανότητα και ρεαλιστικούς ενεργειακούς συνδυασμούς.
Απαντώντας στις ανησυχίες των υπουργών, ο επίτροπος Βιομηχανίας Στεφάν Σεζουρνέ άφησε να εννοηθεί ότι η Επιτροπή προσανατολίζεται στο να προτείνει, στο πλαίσιο της επερχόμενης αναθεώρησης του ETS, προσαρμογή των δωρεάν δικαιωμάτων ανά κλάδο της βιομηχανίας.
«Θα εξετάσουμε επίσης μια προσαρμοσμένη μεθοδολογία, η οποία θα είναι πιο ευέλικτη σε σχέση με την πραγματικότητα των κλάδων, ώστε να αποφύγουμε να βρεθούμε ξανά στο ίδιο σημείο στο μέλλον», δήλωσε ο Σεζουρνέ, παραπέμποντας στα 30 δισ. ευρώ των πόρων που προέρχονται από την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπών ETS και μπορούν να στηρίξουν επενδύσεις για την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας.