Ελάχιστες έχουν ακυρωθεί μετά από ενστάσεις
Το νέο σύστημα ψηφιακής έκδοσης κλήσεων από την Ελληνική Αστυνομία έχει μέχρι στιγμής βγάλει 2.453 ψηφιακές κλήσεις. Από αυτές κατατέθηκαν 420 ενστάσεις, ποσοστό 17,12% επί του συνόλου. Έγιναν δεκτές 52 ενστάσεις, που αντιστοιχούν στο 2,11% των συνολικών κλήσεων. Οι περισσότερες περιπτώσεις αφορούσαν τεχνικά ή διαδικαστικά ζητήματα, όπως αναντιστοιχία χρόνου σε 17 περιπτώσεις, δυσδιάκριτα στοιχεία σε 12 περιπτώσεις και ειδικές εξαιρέσεις σχετικά με τη χρήση ζώνης ασφαλείας σε 3 οχήματα. Οι υπόλοιπες αποδοχές ενστάσεων συνδέονταν με ουσιαστικούς λόγους, μεταξύ των οποίων και θέματα υγείας.
Από τα τέλη Μαρτίου βρίσκεται σε πιλοτική λειτουργία το νέο Σύστημα Ψηφιακής Βεβαίωσης Παραβάσεων Οδικής Κυκλοφορίας, το οποίο σηματοδοτεί τη σταδιακή αντικατάσταση των χειρόγραφων κλήσεων από ένα πλήρως ψηφιακό μοντέλο καταγραφής και διαχείρισης παραβάσεων.
Το σύστημα έχει σχεδιαστεί για να εντοπίζει παραβάσεις όπως η κίνηση ή η στάθμευση σε λεωφορειολωρίδες, η υπέρβαση των ορίων ταχύτητας, η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη, η μη χρήση ζώνης ασφαλείας ή προστατευτικού κράνους, καθώς και η χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση.
Κατά την πιλοτική φάση, οι παραβάσεις καταγράφονται από δύο βασικές πηγές. Η πρώτη είναι η Ο.ΣΥ. Α.Ε., μέσω καμερών που λειτουργούν στις λεωφορειολωρίδες και εντοπίζουν παραβάσεις κυκλοφορίας και παράνομης στάθμευσης. Η δεύτερη προέρχεται από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, το οποίο αξιοποιεί δίκτυο «έξυπνων» καμερών για την ανίχνευση παραβάσεων όπως η μη χρήση κράνους ή ζώνης ασφαλείας, η υπερβολική ταχύτητα, η παραβίαση φωτεινού σηματοδότη και η χρήση κινητού τηλεφώνου από τον οδηγό.
Η χρήση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων αποσκοπεί στην υποστήριξη των Υπηρεσιών Τροχαίας, στη βελτίωση της επιχειρησιακής λειτουργίας και στην εξοικονόμηση ανθρώπινων και υλικών πόρων. Παράλληλα, επιδιώκεται η δημιουργία ενός αξιόπιστου και διαφανούς πλαισίου ελέγχου, το οποίο θα διασφαλίζει τόσο την αποτελεσματική επιβολή των κανόνων όσο και τα δικαιώματα των πολιτών.
Οι αρμόδιοι φορείς τονίζουν ότι η τεχνολογία λειτουργεί ως εργαλείο υποστήριξης των αστυνομικών υπηρεσιών και δεν αντικαθιστά την ανθρώπινη κρίση. Ο τελικός έλεγχος και η αξιολόγηση κάθε υπόθεσης εξακολουθούν να πραγματοποιούνται από τα αρμόδια στελέχη, διασφαλίζοντας τη νομιμότητα και την ορθή εφαρμογή των διαδικασιών.