Η Πορτογαλική Ομοσπονδία Ναυαγοσωστών προειδοποιεί για έλλειψη επαγγελματιών που επιτηρούν τις παραλίες. Η χαμηλή ελκυστικότητα και οι δυσκολίες διατήρησης προσωπικού πλήττουν τον κλάδο, για τον οποίο δεν υπάρχει εθνική στρατηγική
Είναι άραγε ασφαλείς οι πορτογαλικές παραλίες και οι λουόμενοι; «Αυτή είναι μια ερώτηση στην οποία κανείς δεν θα μπορέσει να απαντήσει», δηλώνει στην Euronews ο Αλεξάντρε Ταντέια, πρόεδρος της Πορτογαλικής Ομοσπονδίας Ναυαγοσωστών (FEPONS).
Η λουτρική περίοδος ξεκίνησε στις αρχές του μήνα σε αρκετούς δήμους, αλλά είναι πιθανό να μην υπάρχουν αρκετοί ναυαγοσώστες για όλες τις πορτογαλικές παραλίες και όσοι υπάρχουν είναι στη μεγάλη τους πλειονότητα νέοι φοιτητές, πολλοί από τους οποίους εργάζονται υπερωριακά.
«Αν κάθε ναυαγοσώστης στην Πορτογαλία εργαζόταν μόνο 40 ώρες την εβδομάδα, θα χρειαζόμασταν γύρω στους 6.000 έως 6.500 ναυαγοσώστες. Αυτή τη στιγμή έχουμε περίπου 5.000 και από αυτούς τους πέντε χιλιάδες δεν θα δουλέψουν όλοι. Θα έλεγα ότι θα εργαστούν περίπου τα δύο τρίτα», εξηγεί ο Αλεξάντρε Ταντέια. «Έχουμε στη δουλειά τους μισούς ναυαγοσώστες από όσους θα έπρεπε».
Μεταξύ των διαφόρων προβλημάτων που ταλανίζουν το επάγγελμα, ο Αλεξάντρε Ταντέια ξεχωρίζει τη δυσκολία στη διατήρηση επαγγελματιών. Στοιχεία της Εθνικής Ναυτιλιακής Αρχής, που επικαλείται η εφημερίδα Jornal de Notícias (πηγή στα Πορτογαλικά), δείχνουν μείωση κατά 265 πιστοποιημένων ναυαγοσωστών σε δύο χρόνια, υπολογισμός που προέκυψε από τη σύγκριση των στοιχείων των τελευταίων δύο ετών. Για τη FEPONS, το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο.
«Παρότι έχουμε πάνω από 5.000 άτομα που έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευση, δεν ξέρουμε ποτέ πόσοι από αυτούς θα θελήσουν να δουλέψουν ως ναυαγοσώστες. Αυτό που γνωρίζουμε, από τη μελέτη που δημοσιεύσαμε το 2020, είναι ότι κάθε χρόνο το 49% των ναυαγοσωστών δεν θέλει να επιστρέψει στη δουλειά την επόμενη χρονιά. Αυτό σημαίνει ότι χάνουμε περίπου τους μισούς», υπογραμμίζει.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην εκπαίδευση. Σύμφωνα με τον Αλεξάντρε Ταντέια, παρά τον ετήσιο αριθμό ανθρώπων που ολοκληρώνουν το πρόγραμμα σπουδών, πολλοί εγκαταλείπουν το επάγγελμα, καθώς δεν ανανεώνουν την πιστοποίησή τους, η οποία πρέπει να ανανεώνεται κάθε τρία χρόνια.
«Σε ένα χρόνο εκπαιδεύουμε γύρω στους 1.500 ναυαγοσώστες. Αλλά αν δούμε πόσοι πιστοποίησαν το δίπλωμά τους φέτος, ίσως να μην είναι ούτε οι μισοί», σημειώνει. «Με βεβαιότητα χάνουμε, σε έναν πολύ πρόχειρο υπολογισμό, τουλάχιστον χίλιους ναυαγοσώστες. Αν κάθε χρόνο εκπαιδεύουμε 1.500 και συνεχώς μένουμε στα ίδια νούμερα».
«Δημόσιοι διαγωνισμοί» για το ποιος προσφέρει λιγότερα για την επιτήρηση των παραλιών
Στη δυσκολία διατήρησης επαγγελματιών συμβάλλουν οι συνθήκες εργασίας, οι χαμηλοί μισθοί και οι συμβατικοί όροι, πέρα από το γεγονός ότι πρόκειται για εποχικό επάγγελμα, συνδεδεμένο κυρίως με το καλοκαίρι, κάτι που, σύμφωνα με τον πρόεδρο της FEPONS, αποτελεί ένα «ψευδές δεδομένο».
«Στην Πορτογαλία έχουμε 700 πισίνες δημόσιας χρήσης, καθεμία από τις οποίες χρειάζεται τουλάχιστον δύο ναυαγοσώστες», εξηγεί. «Μιλάμε για περίπου 1.500 επαγγελματίες που θα μπορούσαν να έχουν δουλειά όλο τον χρόνο». Σε μια χώρα που βρέχεται από τον Ατλαντικό Ωκεανό, με εκτεταμένη ακτογραμμή και τυπικά ήπιο κλίμα, πολλές παραλίες χρησιμοποιούνται στην πράξη όλο τον χρόνο. «Πολλές παραλίες στην Πορτογαλία έχουν χρήση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και όλοι οι δήμοι ξέρουν ότι σε αυτήν και σε εκείνη την παραλία όλο τον χρόνο υπάρχουν σέρφερ, ψαράδες, άνθρωποι που αθλούνται, το ένα, το άλλο», εξηγεί.
Παρά τις ανάγκες, η πραγματικότητα είναι διαφορετική και, παρότι υπάρχουν, είναι λίγες οι δομές που λειτουργούν μόνιμα. «Έχουμε πράγματι, ακόμη λίγες, αλλά κάποιες αυτοδιοικήσεις στη χώρα διαθέτουν ναυαγοσωστικά πόστα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Αυτές οι δομές κρατούν τους καλούς επαγγελματίες, όχι μόνο τους καλύτερους, αλλά και όσους θέλουν να εργάζονται ως ναυαγοσώστες όλο τον χρόνο».
Για τον Ταντέια, το πρόβλημα ξεκινά από ψηλά: «Δεν καταφέρνουμε να πείσουμε τους Πορτογάλους πολιτικούς να αλλάξουν και να δημιουργήσουν μια εθνική στρατηγική για αυτό το επάγγελμα».
Λείπει η στρατηγική, λείπουν οι μισθοί, λείπουν ειδικές διευκολύνσεις πρόσβασης για τους νέους, την κύρια κινητήρια δύναμη του επαγγέλματος. Υπάρχει «έλλειψη ενός ιδιαίτερου καθεστώτος απασχόλησης που να μην επηρεάζει τις υποτροφίες, τα επιδόματα, τα κοινωνικά δικαιώματα» αυτών των ανθρώπων. «Ένα τυπικό συμβόλαιο εργασίας, με εισφορές στην Κοινωνική Ασφάλιση, θα τον κάνει [τον φοιτητή] να χάσει το μπόνους, τις υποτροφίες και την πρόσβαση στα μέτρα στήριξης για την πρώτη δουλειά».
Σύμφωνα με τη FEPONS, σε έναν τομέα με ανθρωπιστικό χαρακτήρα κυριαρχούν σήμερα η ιδιωτική πρωτοβουλία και η εμπορική λογική.
«Σε αυτόν τον τομέα της παροχής βοήθειας στους λουόμενους εξακολουθούν να γίνονται δημόσιοι διαγωνισμοί για το ποιος θα προσφέρει λιγότερα χρήματα για την επιτήρηση των παραλιών. Είναι μια εμπορική προσέγγιση σε έναν ανθρωπιστικό τομέα, κάτι απολύτως σουρεαλιστικό», σχολιάζει ο Αλεξάντρε Ταντέια.
«Όταν πηγαίνουμε στην παραλία, αυτό που θέλουμε είναι ασφάλεια. Θέλουμε να υπάρχουν εκεί ενημερωμένοι άνθρωποι, με καλή οργάνωση, καλά εξοπλισμένοι, με κίνητρο, που να μη χρειάζεται να δουλεύουν πολλές υπερωρίες».
Εθνική στρατηγική για ένα επάγγελμα με παρουσία όλο τον χρόνο
«Δεν υπάρχει ακόμη κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό, δηλαδή μια ειδική σταδιοδρομία στο Δημόσιο. Αυτό θα ήταν πολύ σημαντικό», εξηγεί στο Euronews ο Αλεξάντρε Ταντέια.
Όπως εξηγεί η FEPONS, δεν υπάρχει μια ειδική βαθμίδα καριέρας για ναυαγοσώστες στη δημόσια διοίκηση. Όσοι εργάζονται σε αυτόν τον τομέα κατατάσσονται ως βοηθητικό προσωπικό, στην κατώτερη κατηγορία της δημόσιας διοίκησης, παρότι διαθέτουν εξειδικευμένη και απαιτητική εκπαίδευση, λαμβάνουν αποφάσεις που αφορούν τη ζωή και τον θάνατο και εργάζονται υπό ιδιαίτερα απαιτητικές σωματικές και ψυχολογικές συνθήκες.
«Πρέπει να δημιουργηθεί κάτι ιδιαίτερο. Διότι το ζήτημα είναι ότι αυτό το επάγγελμα έχει άμεσο αντίκτυπο στη ζωή και στον θάνατο των ανθρώπων. Επομένως, ή το αντιμετωπίζουμε ως τέτοιο ή συνεχίζουμε να θεωρούμε ότι πρόκειται για έναν εμπορικό τομέα, αφήνοντάς τον στο έλεος των παραχωρησιούχων και των απαιτήσεων της ιδιωτικής αγοράς εργασίας».
Η λουτρική περίοδος στην Πορτογαλία διαρκεί επισήμως από 15 Απριλίου έως 31 Οκτωβρίου, ανάλογα με τον δήμο. Η υψηλή περίοδος ξεκινά από την 1η Ιουνίου.
Σύμφωνα με την Πορτογαλική Υπηρεσία Περιβάλλοντος (APA), έχουν εντοπιστεί στην Πορτογαλία 671 περιοχές λουόμενων υδάτων, εκ των οποίων 523 στην ηπειρωτική χώρα, 88 στην Αυτόνομη Περιφέρεια των Αζορών και 60 στην Αυτόνομη Περιφέρεια της Μαδέρας, ενώ διατίθεται ένα ενημερωτικό πάνελ (πηγή στα Πορτογαλικά), στο οποίο μπορούν να αναζητηθούν τα προφίλ των παραλιών και πληροφορίες για την ποιότητα των υδάτων.
Η APA επισημαίνει ακόμη ότι «η ασφάλεια εξαρτάται πρωτίστως από κάθε έναν από τους λουόμενους**»**. Αυτοί πρέπει να «παρατηρούν τις πληροφορίες και τη σήμανση που υπάρχει στις παραλίες», καθώς και να «ακολουθούν πάντα τις οδηγίες των ναυαγοσωστών».