Χώρες όπως η Γαλλία ζητούν πιο σκληρή στάση απέναντι στο Πεκίνο: η κινεζική υπερπαραγωγή πιέζει την ήδη εύθραυστη ευρωπαϊκή οικονομία
«Η Ευρώπη πρέπει να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στις σχέσεις της με την Κίνα», προειδοποίησε ο Μάνφρεντ Βέμπερ, επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε δηλώσεις του στην εφημερίδα Bild am Sonntag.
«Η εποχή της αφέλειας τελείωσε», δήλωσε, καλώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση να υπερασπιστεί τα οικονομικά της συμφέροντα με μεγαλύτερη σαφήνεια και συνέπεια και να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με την Κίνα.
Ενόψει της συνόδου κορυφής της ΕΕ στις 18 Ιουνίου, αρκετά κράτη μέλη, με επικεφαλής τη Γαλλία, πιέζουν για πιο σκληρή στάση απέναντι στο Πεκίνο, προειδοποιώντας ότι η κινεζική υπερπαραγωγή και οι εξαγωγές σε χαμηλές τιμές υπονομεύουν μια ήδη εύθραυστη ευρωπαϊκή οικονομία.
Δεξαμενές σκέψης, πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης προειδοποιούν εδώ και καιρό για έναν ενδεχόμενο εμπορικό πόλεμο ΕΕ–Κίνας. Στις 29 Μαΐου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε σε δελτίο Τύπου ότι, παρότι η Κίνα είναι εταίρος ζωτικής σημασίας, «η σημερινή κατάσταση των εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων δεν είναι βιώσιμη».
Ο επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ, Μαρός Σέφτσοβιτς, επιβεβαίωσε αυτή την άποψη μετά τη συνάντησή του στο Παρίσι, την Πέμπτη, με τον Κινέζο ομόλογό του, τον εμπορικό απεσταλμένο Λι Τσενγκάνγκ. Δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι οι ευρωπαϊκές και οι κινεζικές αρχές θα προχωρήσουν σε έναν πιο ουσιαστικό διάλογο προκειμένου να αντιμετωπίσουν «αυτό που εξελίσσεται σε μη βιώσιμο εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα».
Ο Βέμπερ συντάχθηκε με αυτή την εκτίμηση, λέγοντας στη Bild ότι το εμπορικό έλλειμμα «σχεδόν ενός δισεκατομμυρίου ευρώ την ημέρα» θέτει σε κίνδυνο τη βιομηχανική βάση της Ευρώπης και τις ποιοτικές θέσεις εργασίας. «Ή θα αντιδράσουμε, ή η Κίνα θα παραλύσει τμήματα της βιομηχανίας μας. Η ΕΕ πρέπει πλέον να χρησιμοποιήσει τα εμπορικά της εργαλεία αποφασιστικά και χωρίς δισταγμό».
Ως παράδειγμα ανέφερε τους δασμούς της ΕΕ στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, ένα εργαλείο που, όπως είπε, οι Βρυξέλλες πρέπει να είναι έτοιμες να χρησιμοποιούν πιο συστηματικά και ίσως ακόμη και να ενισχύσουν.
Αναφέρθηκε επίσης στις αυξανόμενες επικρίσεις ότι ευρωπαϊκά κονδύλια καταλήγουν έμμεσα να ωφελούν κινεζικές εταιρείες. Σε μια πρόσφατη περίπτωση, αναπτυξιακή βοήθεια με τη στήριξη της ΕΕ χρησιμοποιήθηκε για την προμήθεια 380 λεωφορείων φυσικού αερίου στη Σενεγάλη, όπου επικράτησε προσφορά κινεζικής εταιρείας με χαμηλότερο κόστος έναντι ευρωπαίου ανταγωνιστή.
Τόνισε ότι αυτό δεν πρέπει να επαναληφθεί: «Η ευρωπαϊκή αναπτυξιακή βοήθεια, που χρηματοδοτείται από τους φορολογούμενους, δεν πρέπει να ωφελεί κινεζικές εταιρείες». Πρόσθεσε ότι στο μέλλον «όποιος θέλει να πουλάει στην Ευρώπη θα πρέπει να τηρεί τους ευρωπαϊκούς κανόνες».
Μια πιο σκληρή εμπορική στάση, ωστόσο, ενέχει και κινδύνους. Το Πεκίνο θα μπορούσε να απαντήσει περιορίζοντας τις εξαγωγές κρίσιμων υλικών, όπως οι σπάνιες γαίες, εξέλιξη που θα έθετε σε κίνδυνο τη βιομηχανική παραγωγή στην Ευρώπη, ιδίως στη Γερμανία. Οι υφιστάμενες εμπορικές συμφωνίες με εταίρους όπως ο Καναδάς, οι χώρες της Mercosur και η Ινδία ενδέχεται να μην επαρκούν για να αντισταθμίσουν πλήρως τέτοιες αναταράξεις.
Ο Βέμπερ επιμένει ότι η Ευρώπη διαθέτει σημαντικά διαπραγματευτικά όπλα, υπογραμμίζοντας ότι η πρόσβαση στην ενιαία αγορά παραμένει ζωτικής σημασίας για την Κίνα. «Η Κίνα μας χρειάζεται», είπε, υποστηρίζοντας ότι αυτή η εξάρτηση πρέπει να αξιοποιηθεί ώστε να διασφαλιστεί ο θεμιτός ανταγωνισμός.