Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο προτείνουν περιορισμούς στο βέτο, ταχύτερες κυρώσεις και νέες δικλείδες προστασίας για το κράτος δικαίου στις μελλοντικές διευρύνσεις της Ένωσης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αποκτήσει πρόσθετα εργαλεία ώστε να μπορεί να αντιδρά ταχύτερα απέναντι σε νέα κράτη-μέλη που παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα και δημοκρατικές αρχές, υποστηρίζουν πέντε χώρες, καθώς η διεύρυνση της ΕΕ αποκτά νέα γεωπολιτική σημασία.
Κοινή πρόταση της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, την οποία είδε το Euronews, εισηγείται την ενίσχυση των συνθηκών προσχώρησης των μελλοντικών κρατών-μελών με διάφορες ρήτρες προστασίας, ώστε να είναι δυνατή η αντιμετώπιση νομικών παραβιάσεων και η επιβολή ταχέων κυρώσεων, όπως η αναστολή χρηματοδότησης και δικαιωμάτων ψήφου.
Σύμφωνα με το έγγραφο, τα νέα μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν περιορισμένο δικαίωμα βέτο για ένα ακαθόριστο χρονικό διάστημα, προκειμένου να αποτραπούν αιφνίδιοι αποκλεισμοί αποφάσεων υψηλής προτεραιότητας. Η εξωτερική πολιτική είναι ένας από τους τομείς στους οποίους η ΕΕ εξακολουθεί να απαιτεί ομοφωνία.
«Η διεύρυνση δεν πρέπει να γίνει εις βάρος της ικανότητάς μας να ενεργούμε», δήλωσε διπλωματική πηγή.
Η πρωτοβουλία αποτελεί σε μεγάλο βαθμό απάντηση στην εμπειρία της ΕΕ με τον πρώην πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν. Ο Όρμπαν, ο οποίος ηττήθηκε στις εκλογές του Απριλίου έπειτα από 16 συνεχόμενα χρόνια στην εξουσία, προκάλεσε επανειλημμένα συγκρούσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους του μέσω διαδοχικών βέτο.
Οι μεταρρυθμίσεις του, που σύμφωνα με τις Βρυξέλλες αποδυνάμωσαν τους θεσμούς ελέγχου και ισορροπιών, οδήγησαν σε πολυάριθμες νομικές διαδικασίες και στο πάγωμα δισεκατομμυρίων ευρώ ευρωπαϊκών κονδυλίων. Νωρίτερα φέτος, το αμφιλεγόμενο βέτο του σε δάνειο 90 δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ουκρανία προκάλεσε έντονες κατηγορίες περί έλλειψης αλληλεγγύης και πολιτικού εκβιασμού.
Το έγγραφο προτείνει μάλιστα τη δημιουργία μιας νέας δικλείδας ασφαλείας αφιερωμένης στην αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας, την ίδια αρχή που ο Όρμπαν κατηγορήθηκε ότι παραβίασε όταν υπαναχώρησε από τη συμφωνία των Ευρωπαίων ηγετών για το πακέτο των 90 δισ. ευρώ.
«Με βάση τα διδάγματα των προηγούμενων γύρων διεύρυνσης, χρειαζόμαστε μια νέα προσέγγιση στις συνθήκες προσχώρησης. Η απλή αντιγραφή των προηγούμενων συνθηκών δεν αρκεί», αναφέρουν οι πέντε χώρες.
«Όλες οι επιλογές πρέπει να παραμείνουν στο τραπέζι.»
Οι Βρυξέλλες βρίσκονται ήδη στα πρώτα στάδια σύνταξης της συνθήκης προσχώρησης του Μαυροβουνίου, που θεωρείται ο επικρατέστερος υποψήφιος για ένταξη.
Το έγγραφο κατατέθηκε σκόπιμα αυτή τη χρονική στιγμή, ώστε να επηρεάσει τις συζητήσεις και να διασφαλίσει ότι η συνθήκη του Μαυροβουνίου θα αποτελέσει πρότυπο για τους υπόλοιπους υποψηφίους, μεταξύ των οποίων η Ουκρανία, η Μολδαβία, η Αλβανία, η Βόρεια Μακεδονία και η Σερβία.
Παρότι δεν κατονομάζεται κάποια χώρα, ορισμένες αναφορές, όπως οι «ενισχυμένες» μεταβατικές περίοδοι για την Κοινή Αγροτική Πολιτική και την πολιτική συνοχής, φαίνεται να αντανακλούν τις ανησυχίες πολλών ευρωπαϊκών πρωτευουσών σχετικά με την υποψηφιότητα της Ουκρανίας.
Το κείμενο αναφέρει επίσης ότι θα πρέπει να εξεταστούν πρόσθετικές μεταβατικές περίοδοι για τον περιορισμό πιθανών επιπτώσεων που θα μπορούσε να προκαλέσει η ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων στην αγορά εργασίας, στο βιοτικό επίπεδο και στη στέγαση.
Ρήτρα μη οπισθοδρόμησης
Κεντρικό στοιχείο της πρότασης αποτελεί το κράτος δικαίου.
Τα τελευταία χρόνια η ΕΕ δυσκολεύτηκε να αντιμετωπίσει φαινόμενα δημοκρατικής οπισθοδρόμησης σε χώρες που εντάχθηκαν το 2004, κυρίως στην Ουγγαρία, την Πολωνία και τη Σλοβακία.
Η κρίση αυτή ανέδειξε τα περιορισμένα μέσα πίεσης που διαθέτουν οι Βρυξέλλες μετά την ολοκλήρωση της ενταξιακής διαδικασίας, η οποία ήδη χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα αυστηρά κριτήρια.
Το έγγραφο επιδιώκει να δημιουργήσει νέα μέσα πίεσης κατά τα πρώτα χρόνια μετά την ένταξη, θεσπίζοντας μια «ρήτρα μη οπισθοδρόμησης» ως δεσμευτικό κανόνα για τα νέα κράτη-μέλη.
Σε περίπτωση υποχώρησης από τις δημοκρατικές δεσμεύσεις, η ΕΕ θα μπορεί να λαμβάνει «προστατευτικά μέτρα» πέρα από τα υφιστάμενα εργαλεία, όπως οι διαδικασίες επί παραβάσει και το πάγωμα κονδυλίων.
Τα συγκεκριμένα μέτρα δεν προσδιορίζονται και αφήνονται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών-μελών.
Παράλληλα, το έγγραφο προτείνει την απλοποίηση του Άρθρου 7 των ευρωπαϊκών συνθηκών για την αντιμετώπιση σοβαρών παραβιάσεων των θεμελιωδών αξιών της Ένωσης.
Το Άρθρο 7, γνωστό και ως «πυρηνική επιλογή», προβλέπει δύο βασικά στάδια: ενεργοποίηση με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων των κρατών-μελών και αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου με ομοφωνία των υπολοίπων κρατών.
Στις περιπτώσεις της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, η απαίτηση ομοφωνίας αποδείχθηκε αδύνατο να επιτευχθεί.
Οι πέντε χώρες προτείνουν η αναστολή δικαιωμάτων ψήφου να μπορεί να αποφασίζεται επίσης με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων, ώστε να επιταχύνεται η λήψη μέτρων σε περίπτωση δημοκρατικής οπισθοδρόμησης νέου κράτους-μέλους.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι χώρες που προωθούν την πρωτοβουλία – Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο – είναι πέντε από τα έξι ιδρυτικά μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εξαίρεση την Ιταλία.
Η Γαλλία και η Ολλανδία θεωρούνται συχνά στις Βρυξέλλες πιο επιφυλακτικές απέναντι στη διεύρυνση, παρότι παραμένουν ισχυροί υποστηρικτές της Ουκρανίας.
Σύμφωνα με τους συντάκτες της πρότασης, οι νέες δικλείδες ασφαλείας και οι μεταβατικές περίοδοι μπορούν να κατευνάσουν τις ανησυχίες πολιτών που αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη την περαιτέρω διεύρυνση της Ένωσης.
«Πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτή την ευκαιρία και να σχεδιάσουμε τις αναγκαίες βελτιώσεις ώστε η διεύρυνση να ενισχύσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και να αυξήσει την ασφάλεια στη γειτονιά της», αναφέρεται στην εισαγωγή του εγγράφου.
«Αυτό θα είναι καθοριστικό για τη διατήρηση και την ενίσχυση της πολιτικής και κοινωνικής στήριξης προς τη διεύρυνση, στοιχείο απαραίτητο για την επικύρωση των συνθηκών προσχώρησης από όλα τα κράτη-μέλη.»
Η πρόταση κατατίθεται εν μέσω εντεινόμενης συζήτησης για το πώς η πολυετής ενταξιακή διαδικασία μπορεί να προσαρμοστεί στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες και να μετατραπεί από μια καθαρά γραφειοκρατική διαδικασία σε μια απτή και ρεαλιστική προοπτική.