Η ανάπτυξη της κυπριακής αμυντικής βιομηχανίας δεν σχεδιάζεται απομονωμένα αλλά εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου συνεργασίας
Σημαντική ώθηση στον αμυντικό της σχεδιασμό λαμβάνει η Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς έλαβε την πρώτη προχρηματοδότηση ύψους 177,2 εκατ. ευρώ από το ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE (Security Action for Europe), ποσό που αντιστοιχεί στο 15% της συνολικής κατανομής των περίπου 1,2 δισ. ευρώ που αναμένεται να εξασφαλίσει η χώρα τα επόμενα χρόνια.
Η εκταμίευση σηματοδοτεί την έναρξη της υλοποίησης ενός ευρύτερου προγράμματος ενίσχυσης των αμυντικών δυνατοτήτων της Κύπρου, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να αυξήσει την αμυντική της αυτονομία και να μειώσει τις εξαρτήσεις από τρίτες χώρες σε κρίσιμους τομείς ασφάλειας και εξοπλισμών.
Το SAFE αποτελεί χρηματοδοτικό μηχανισμό ύψους 150 δισ. ευρώ, ο οποίος παρέχει δάνεια στα κράτη-μέλη για την απόκτηση αμυντικών δυνατοτήτων, με έμφαση στις κοινές ευρωπαϊκές προμήθειες πυρομαχικών, πυραυλικών συστημάτων, συστημάτων αεράμυνας και χερσαίων οπλικών συστημάτων. Το πρόγραμμα εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό ReArm Europe/Readiness 2030 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μέσω του οποίου εκτιμάται ότι μπορούν να κινητοποιηθούν συνολικά περισσότερα από 800 δισεκατομμύρια ευρώ για αμυντικές επενδύσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η πρώτη αυτή προχρηματοδότηση θα επιτρέψει στη Λευκωσία να προχωρήσει ταχύτερα σε κρίσιμες επενδύσεις για την ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας της Εθνικής Φρουράς, την αναβάθμιση των δυνατοτήτων επιτήρησης και αεράμυνας, καθώς και τη συμμετοχή της χώρας σε κοινά ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα.
Ο Επίτροπος Άμυνας και Διαστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Άντριους Κουμπίλιους, χαρακτήρισε την εκταμίευση ως έμπρακτη απόδειξη της ευρωπαϊκής δέσμευσης για ενίσχυση της συλλογικής ασφάλειας, τονίζοντας ότι η Κύπρος θα μπορέσει να επιταχύνει επενδύσεις σε κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες, συμβάλλοντας παράλληλα στη δημιουργία μιας ισχυρότερης και περισσότερο διασυνδεδεμένης ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Η στρατηγική της Λευκωσίας για την αμυντική βιομηχανία
Η χρηματοδότηση μέσω SAFE έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Κύπρος επιχειρεί να διαμορφώσει για πρώτη φορά μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική ανάπτυξης αμυντικής βιομηχανίας.
Τα τελευταία δύο χρόνια το κυπριακό υπουργείο Άμυνας έχει προχωρήσει σε σημαντικές οργανωτικές μεταρρυθμίσεις, δημιουργώντας εξειδικευμένες δομές με αποκλειστικό αντικείμενο την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας και των αμυντικών δυνατοτήτων της χώρας.
Κεντρικός πυλώνας του σχεδιασμού είναι η αξιοποίηση των περίπου 30 κυπριακών εταιρειών υψηλής τεχνολογίας που δραστηριοποιούνται σε προϊόντα και τεχνολογίες διττής χρήσης.
Η κυπριακή κυβέρνηση εκτιμά ότι οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν τεχνογνωσία που μπορεί να μεταφερθεί στον αμυντικό τομέα, δημιουργώντας εξειδικευμένες λύσεις σε πεδία όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα, οι αισθητήρες, τα ηλεκτρονικά συστήματα, η κυβερνοασφάλεια και οι τεχνολογίες επιτήρησης.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στον ακαδημαϊκό τομέα. Η Κύπρος διαθέτει αναλογικά μεγάλο αριθμό πανεπιστημίων και ερευνητικών ιδρυμάτων, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστής ισχύος για την αμυντική βιομηχανία, τόσο μέσω της έρευνας και ανάπτυξης όσο και μέσω της παραγωγής εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.
Πάντως, η ανάπτυξη της κυπριακής αμυντικής βιομηχανίας δεν σχεδιάζεται απομονωμένα αλλά εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου συνεργασίας.
Η Λευκωσία διατηρεί στενές αμυντικές σχέσεις με την Ελλάδα και τη Γαλλία, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει επεκτείνει τις συνεργασίες της με χώρες όπως η Πολωνία, η Ιταλία και η Ισπανία.
Παρά τη σημαντική χρηματοδότηση, η κυπριακή ηγεσία αναγνωρίζει ότι οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες.
Η ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών, οι γεωπολιτικές εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και η συνολική επιδείνωση του περιβάλλοντος ασφαλείας στην Ευρώπη δημιουργούν νέες απαιτήσεις για την Εθνική Φρουρά και το κυπριακό κράτος.
Ωστόσο, η Λευκωσία ξεκαθαρίζει ότι ο στόχος δεν είναι η δημιουργία βαριάς αμυντικής βιομηχανίας, αλλά η ανάπτυξη εξειδικευμένων δυνατοτήτων υψηλής τεχνολογίας που θα ενσωματωθούν στο ευρωπαϊκό αμυντικό οικοσύστημα.