Η Ελλάδα σχεδιάζει πρόωρες αποπληρωμές χρέους 13 δισ. ευρώ μέσα στο 2026, με στόχο ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ να υποχωρήσει προς το 137%. Η πορεία αυτή μπορεί να αλλάξει τη θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό χάρτη του δημόσιου χρέους.
Η Ελλάδα ετοιμάζεται να αποπληρώσει μέσα στο 2026 περίπου 13 δισ. ευρώ δημόσιου χρέους νωρίτερα από το προβλεπόμενο, επιταχύνοντας τη μείωση ενός βάρους που για περισσότερο από μία δεκαετία βρέθηκε στο επίκεντρο της ελληνικής οικονομικής κρίσης.
Με απλά λόγια, η Αθήνα χρησιμοποιεί μέρος των χρημάτων που έχει διαθέσιμα για να εξοφλήσει σήμερα υποχρεώσεις που διαφορετικά θα έπρεπε να πληρώσει τα επόμενα χρόνια. Αυτό σημαίνει μικρότερο χρέος και λιγότερες ανάγκες για νέο δανεισμό στο μέλλον.
Η κίνηση είναι μέρος μιας στρατηγικής που εφαρμόζεται εδώ και αρκετά χρόνια. Από το 2019 έως το 2025, η Ελλάδα πραγματοποίησε πρόωρες αποπληρωμές δανείων συνολικού ύψους περίπου 36 δισ. ευρώ.
Τι πρόκειται να πληρώσει νωρίτερα η Ελλάδα
Οι πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι θα γίνει αποπληρωμή περίπου 2,5 δισ. ευρώ από δάνεια ευρωπαϊκών μηχανισμών που συνδέονται με την περίοδο της ελληνικής κρίσης, ένα ομόλογο ύψους 2,2 δισ. ευρώ που κανονικά λήγει το 2027 και μείωση κατά περίπου 1,2 δισ. ευρώ των εντόκων γραμματίων του Δημοσίου έως το τέλος του έτους.
Η νέα κίνηση ακολουθεί την πρόωρη αποπληρωμή 6,94 δισ. ευρώ τον Ιούνιο από τα διμερή δάνεια που είχαν δοθεί στην Ελλάδα από χώρες της Ευρωζώνης στο πλαίσιο του πρώτου προγράμματος διάσωσης το 2010.
Η κυβέρνηση σκοπεύει να συνεχίσει τις πρόωρες αποπληρωμές και τα επόμενα χρόνια, με στόχο τα υπόλοιπα δάνεια του πρώτου αυτού προγράμματος να έχουν εξοφληθεί έως το 2031, αντί για το 2041 που προέβλεπε το αρχικό χρονοδιάγραμμα.
Γιατί πληρώνει τώρα
Η δυνατότητα να αποπληρωθεί χρέος νωρίτερα συνδέεται κυρίως με τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών της χώρας.
Η Ελλάδα καταγράφει τα τελευταία χρόνια υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Αυτό σημαίνει, στην πράξη, ότι το κράτος εισπράττει περισσότερα από όσα δαπανά πριν υπολογιστούν οι πληρωμές για τόκους.
Ταυτόχρονα, διαθέτει σημαντικά ταμειακά αποθέματα. Έτσι μπορεί να χρησιμοποιεί μέρος αυτής της ρευστότητας για να μειώνει το χρέος χωρίς να εξαντλεί το οικονομικό «μαξιλάρι» που χρειάζεται για να καλύπτει άλλες υποχρεώσεις ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Η πρόωρη αποπληρωμή δεν εξαφανίζει το ελληνικό χρέος ούτε σημαίνει ότι η χώρα σταματά να δανείζεται από τις αγορές. Περιορίζει όμως τα ποσά που θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν στο μέλλον και μπορεί να μειώσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
Παράλληλα, στέλνει ένα μήνυμα στις αγορές και στους οίκους αξιολόγησης ότι η χώρα μπορεί να διαχειρίζεται τις υποχρεώσεις της χωρίς τις πιέσεις που χαρακτήρισαν τα χρόνια της κρίσης.
Τι σημαίνει το 137% του ΑΕΠ
Ο βασικός δείκτης που χρησιμοποιείται για να συγκριθεί το δημόσιο χρέος διαφορετικών χωρών δεν είναι το απόλυτο ποσό σε ευρώ αλλά το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Ουσιαστικά, ο δείκτης δείχνει πόσο μεγάλο είναι το χρέος σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας που καλείται να το εξυπηρετήσει.
Στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, η Ελλάδα εξακολουθούσε να έχει τον υψηλότερο δείκτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο 143,5% του ΑΕΠ. Ακολουθούσε η Ιταλία με 138,9%.
Η νεότερη ελληνική εκτίμηση προβλέπει ότι μέχρι το τέλος του έτους ο ελληνικός δείκτης μπορεί να υποχωρήσει περίπου στο 137%. Η Ιταλία, αντίθετα, προβλέπει ότι το δικό της χρέος θα αυξηθεί στο 138,6% του ΑΕΠ το 2026. Αν επαληθευτούν και οι δύο προβλέψεις, η Ελλάδα θα πάψει να είναι η χώρα της Ευρωζώνης με το υψηλότερο δημόσιο χρέος σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ιταλία θα έχει μικρότερο χρέος σε ευρώ. Η ιταλική οικονομία είναι πολύ μεγαλύτερη και το συνολικό της χρέος πολύ υψηλότερο. Η αλλαγή αφορά αποκλειστικά το βάρος του χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ κάθε χώρας.
Από το 210% στο 137%
Η ταχύτητα της αποκλιμάκωσης είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της ελληνικής πορείας.
Στο τέλος του 2020, εν μέσω της πανδημίας, το δημόσιο χρέος είχε φτάσει στο 205,6% του ΑΕΠ. Στο τέλος του 2025 είχε υποχωρήσει στο 146,1%, με τη Eurostat να καταγράφει για την Ελλάδα τη μεγαλύτερη ετήσια μείωση του δείκτη στην ΕΕ, κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες.
Η πτώση δεν προέρχεται μόνο από τις πρόωρες αποπληρωμές. Βοηθούν επίσης η οικονομική ανάπτυξη, ο πληθωρισμός, ο οποίος αυξάνει το ονομαστικό μέγεθος του ΑΕΠ, και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Υπάρχει, πάντως, ακόμη διαφορά μεταξύ των ελληνικών εκτιμήσεων και των τελευταίων προβλέψεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Τον Μάιο η Κομισιόν προέβλεπε ελληνικό χρέος 140,7% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026 και 134,4% το 2027. Η νεότερη ελληνική εκτίμηση του 137% είναι επομένως πιο αισιόδοξη και μένει να επιβεβαιωθεί από τα τελικά στοιχεία.
Το χρέος παραμένει υψηλό
Η αλλαγή της εικόνας δεν σημαίνει ότι το ζήτημα του ελληνικού χρέους έχει λυθεί.
Ακόμη και στο 137% του ΑΕΠ, θα παραμένει πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η χώρα εξακολουθεί επομένως να χρειάζεται ανάπτυξη, δημοσιονομικά πλεονάσματα και προσεκτική διαχείριση των δημόσιων οικονομικών για να συνεχιστεί η αποκλιμάκωσή του.
Αυτό που έχει αλλάξει σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται το χρέος. Στα χρόνια της κρίσης, η Ελλάδα αναζητούσε διεθνή χρηματοδότηση για να μπορέσει να καλύψει τις υποχρεώσεις της. Σήμερα χρησιμοποιεί μέρος των διαθέσιμων πόρων της για να εξοφλεί ορισμένες από αυτές νωρίτερα.
Και αυτή, περισσότερο από την αλλαγή θέσης στον ευρωπαϊκό πίνακα χρέους, είναι η ουσιαστική διαφορά.