Τριάντα πέντε χρόνια μετά την ίδρυσή της, η ομάδα επιδιώκει στενότερη συνεργασία και πιο ενεργό ρόλο που θα επηρεάζει τα ευρωπαϊκά δεδομένα
Την πρόθεσή τους να αναζωογονήσουν τη συνεργασία της Ομάδας του Βίσεγκραντ εξέφρασαν οι πρωθυπουργοί της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Τσεχίας και της Σλοβακίας κατά τη συνάντησή τους στο ανάκτορο Γκρασάλκοβιτς στο Γκέντελε της Ουγγαρίας.
Ο Ούγγρος πρωθυπουργός Πέτερ Μαγιάρ υπενθύμισε ότι φέτος συμπληρώνονται 35 χρόνια από την ίδρυση της Ομάδας του Βίσεγκραντ, τονίζοντας ότι οι τέσσερις χώρες είχαν ήδη από τότε αναγνωρίσει πως τα κοινά τους συμφέροντα υπερτερούν των διαφορών τους.
«Πριν από 35 χρόνια αναγνώρισαν ότι υπάρχουν περισσότερα στοιχεία που μας ενώνουν παρά μας χωρίζουν», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η συνεργασία διευκολύνει την επίτευξη κοινών στόχων. Όπως είπε, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Τσεχία και η Σλοβακία παραμένουν προσηλωμένες στην ενίσχυση των μεταξύ τους δεσμών και επιδιώκουν να διαμορφώσουν μια συνεργασία με απτά αποτελέσματα και ισχυρή παρουσία στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Μαγιάρ χαρακτήρισε την Κεντρική Ευρώπη μία από τις πλέον δυναμικά αναπτυσσόμενες περιοχές της ΕΕ και ανέφερε ότι οι τέσσερις ηγέτες συζήτησαν τον επόμενο επταετή ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Σύμφωνα με τον ίδιο, συμφώνησαν πως η πολιτική συνοχής και η κοινή αγροτική πολιτική παραμένουν καθοριστικής σημασίας. Παρουσίασε επίσης πρόταση για τη δημιουργία σιδηροδρομικής γραμμής υψηλής ταχύτητας που θα συνδέει τη Βαρσοβία, την Πράγα, την Μπρατισλάβα και τη Βουδαπέστη.
Ο Ούγγρος πρωθυπουργός υπογράμμισε ακόμη τη σημασία της πολιτιστικής και κοινωνικής συνεργασίας μεταξύ των τεσσάρων χωρών, ενώ χαιρέτισε το πρόγραμμα της επερχόμενης σλοβακικής προεδρίας, το οποίο έτυχε της στήριξης όλων των συμμετεχόντων. Όπως ανακοίνωσε, οι τέσσερις χώρες συμφώνησαν να επαναφέρουν τις τακτικές διαβουλεύσεις πριν από τις συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ώστε να συντονίζουν τις θέσεις τους.
Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας Ρόμπερτ Φίτσο δήλωσε ότι η χώρα του αναλαμβάνει την προεδρία της Ομάδας του Βίσεγκραντ σε μια ιδιαίτερα απαιτητική περίοδο. Τόνισε ότι οι τέσσερις χώρες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου 65 εκατομμύρια πολίτες, καλούνται να ανταποκριθούν σε σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει συνολικά η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο Φίτσο ανέφερε ως παράδειγμα επιτυχημένης συνεργασίας τη στάση των χωρών της ομάδας στο μεταναστευτικό και υποστήριξε ότι η αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης θα πρέπει να αποτελέσει βασική προτεραιότητα τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, παρουσίασε τους τέσσερις βασικούς άξονες της σλοβακικής προεδρίας, με πρώτο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα του ενεργειακού κόστους, υποστηρίζοντας ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Επικαλέστηκε μάλιστα την έκθεση του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, σύμφωνα με την οποία το ενεργειακό κόστος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Ο πρωθυπουργός της Τσεχίας Αντρέι Μπάμπις εμφανίστηκε αισιόδοξος για το μέλλον της συνεργασίας, δηλώνοντας ότι υπάρχει «χημεία» μεταξύ των τεσσάρων ηγετών. Όπως είπε, τα ζητήματα της ενέργειας, του κόστους των εκπομπών άνθρακα και του νέου ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των κοινών συζητήσεων.
«Αυτές οι τέσσερις χώρες είναι το μέλλον της Ευρώπης», δήλωσε χαρακτηριστικά, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η στενότερη συνεργασία θα ενισχύσει την επιρροή της Κεντρικής Ευρώπης στις ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ υπογράμμισε ότι η επιτυχία της συνεργασίας εξαρτάται από την ικανότητα των τεσσάρων χωρών να δίνουν προτεραιότητα σε όσα τις ενώνουν.
«Αν κατανοούμε πάντοτε ότι αυτά που μας ενώνουν είναι ισχυρότερα από εκείνα που μας χωρίζουν, τότε η Ευρώπη θα αρχίσει να μας ακούει», δήλωσε.
Ο Τουσκ σημείωσε ότι στο παρελθόν η Ομάδα του Βίσεγκραντ λειτούργησε ως παράδειγμα αλληλεγγύης και στήριξης για χώρες που επιδίωκαν την ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εκτίμησε ότι μπορεί να διαδραματίσει εκ νέου σημαντικό ρόλο στο ευρωπαϊκό πολιτικό σκηνικό.
Παραδέχθηκε ότι οι τέσσερις χώρες δεν συμφωνούν σε όλα τα ζητήματα, ωστόσο χαρακτήρισε τη μεταξύ τους σχέση «πιστή συνεργασία», η οποία στο παρελθόν συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.