Άνοδος στις εισαγωγές ρωσικού αερίου παρά την διαδικασία απεξάρτησης της ΕΕ - Ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο συνεχίζει να φτάνει κυρίως μέσω Ισπανίας, Γαλλίας, Βελγίου και Ολλανδίας, ενώ οι παραδόσεις μέσω αγωγών παραμένουν υψηλές σε Ουγγαρία, Σλοβακία και Ελλάδα
Οι εισαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκαν τους πρώτους μήνες του 2026, όπως αποκαλύπτει νέα έκθεση, την ώρα που η ΕΕ ξεκινά επίσημα μια ιστορική διαδικασία απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Η ΕΕ απαγόρευσε τις εισαγωγές ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις αρχές έως τα μέσα του 2027, με εξαίρεση την Ουγγαρία και τη Σλοβακία, στις οποίες επιτρέπεται να αντλούν ρωσικό αέριο σε περίπτωση διαταραχής της τροφοδοσίας, λόγω του ότι δεν διαθέτουν πρόσβαση στη θάλασσα.
Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση της ευρωπαϊκής υπηρεσίας ρυθμιστικών αρχών ενέργειας (ACER), που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη, οι εισαγωγές ρωσικού αερίου αυξήθηκαν αντί να μειωθούν στη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου.
Συγκεκριμένα, οι εισαγωγές μέσω αγωγών αυξάνονται κατά 7% σε ετήσια βάση σε σύγκριση με το 2025 και οι εισαγωγές LNG ενισχύονται κατά 11%.
Οι εισαγωγές LNG επιταχύνθηκαν περαιτέρω μετά την εφαρμογή της απαγόρευσης τον Μάρτιο, καταγράφοντας αύξηση 17% σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2025.
Η επικαιροποιημένη έκθεση αποτελεί την πρώτη εκτίμηση της ACER από τότε που ο νόμος εγκρίθηκε τον Μάρτιο. Η υπηρεσία αποδίδει την άνοδο των εισαγωγών στο ότι οι εταιρείες επιταχύνουν τις παραδόσεις στο πλαίσιο υφιστάμενων συμβάσεων πριν τεθούν σε ισχύ αυστηρότερες απαγορεύσεις, και όχι σε ανατροπή των κανόνων της ΕΕ.
«Οι εγκεκριμένες συμβάσεις LNG για παραδόσεις προς την ΕΕ αντιστοιχούν σε 20 έως 32 δισ. κυβικά μέτρα (bcm) και εισέρχονται στην ΕΕ από τα εξωτερικά σύνορα τεσσάρων κρατών-μελών: Ισπανίας, Γαλλίας, Βελγίου και Ολλανδίας. Αντίστοιχα, οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις για ρωσικό αέριο μέσω αγωγών παραμένουν εγκεκριμένες στην Ουγγαρία, τη Σλοβακία και την Ελλάδα», αναφέρει η έκθεση.
Νέες συμβάσεις για ρωσικό αέριο ουσιαστικά απαγορεύονται από τον Μάρτιο του 2026, ενώ οι παλαιότερες μακροπρόθεσμες συμφωνίες λήγουν σταδιακά έως το 2027, ώστε να αποφευχθούν αναταράξεις στην αγορά.
Προς το παρόν, οι εγκεκριμένες συμβάσεις εξακολουθούν να αντιστοιχούν σε ετήσια δυναμικότητα προμήθειας μεταξύ 45 και 55 δισ. κυβικών μέτρων, σύμφωνα με την ACER, ποσότητα αισθητά μειωμένη σε σχέση με τα 150–157 δισ. κυβικά μέτρα που εξήγαγε η Μόσχα στην ΕΕ πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Δεν πρόκειται για αποτυχία των κυρώσεων
Η ACER υποστηρίζει ότι η τάση αυτή δεν υποδηλώνει αυξανόμενη εξάρτηση από τη Ρωσία, ούτε σημαίνει ότι οι κυρώσεις της ΕΕ σε βάρος της Ρωσίας αποτυγχάνουν.
Αντίθετα, οι εισαγωγείς φαίνεται να μεγιστοποιούν τις παραδόσεις πριν από τις μελλοντικές περιοριστικές ρυθμίσεις και να αντιδρούν στην αβεβαιότητα γύρω από την παγκόσμια τροφοδοσία, μετά τις αναταράξεις που προκάλεσε ο πόλεμος μεταξύ Ισραήλ, Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στο εμπόριο LNG από τη Μέση Ανατολή.
Στην αύξηση φαίνεται να συνέβαλε επίσης η απαγόρευση μεταφόρτωσης ρωσικού LNG μέσω της ΕΕ προς άλλους προορισμούς, επισημαίνουν οι ρυθμιστικές αρχές, καθώς μέρος του ρωσικού LNG που μέχρι τον Μάρτιο του 2025 μεταφορτωνόταν σε επιλεγμένα ευρωπαϊκά λιμάνια ενδέχεται πλέον να παραμένει στην αγορά της ΕΕ.
Ο Ρόναλντ Πίντο, αναλυτής LNG στην εταιρεία εμπορικής πληροφόρησης Kpler, επιβεβαιώνει την εκτίμηση της ACER, σημειώνοντας ότι οι εισαγωγές ρωσικού LNG στην ΕΕ έφτασαν σε ιστορικά υψηλά τόσο τον Απρίλιο όσο και τον Μάιο.
«Αντιμέτωποι με αναταράξεις στην παγκόσμια προσφορά LNG, οι ευρωπαίοι παράγοντες της αγοράς στηρίχθηκαν σε άλλες διαθέσιμες πηγές LNG, αξιοποιώντας πιθανότατα πλήρως την ευελιξία που τους παρέχουν οι υφιστάμενοι συμβατικοί όγκοι», δήλωσε ο Πίντο στο Euronews.
Ωστόσο, ο Πίντο επεσήμανε και μια μικρή ετήσια μείωση στις εισαγωγές ρωσικού αερίου μέσω αγωγών στην ΕΕ μετά από εργασίες συντήρησης στις αρχές Ιουνίου, γεγονός που, όπως είπε, υποδηλώνει εμπορική αντίδραση στην προθεσμία της 17ης Ιουνίου για την απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού αερίου μέσω αγωγών στο πλαίσιο βραχυπρόθεσμων συμβάσεων.
«Αυτό θα μπορούσε να δείχνει ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά αρχίζουν να μειώνουν την έκθεσή τους, λαμβάνοντας υπόψη τον κανονισμό σταδιακής κατάργησης», ανέφερε ο αναλυτής.
Οι εναπομείνασες εξαρτήσεις
Αν και το ρωσικό αέριο πλέον καλύπτει περίπου το 12% της ζήτησης φυσικού αερίου στην ΕΕ, η ACER επισημαίνει ότι η εξάρτηση δεν είναι πια ομοιόμορφα κατανεμημένη σε όλη την Ευρώπη.
Τα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν περιορίσει δραστικά τις αγορές τους μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, με εξαίρεση την Ουγγαρία, τη Σλοβακία και την Ελλάδα.
Οι χώρες αυτές, ιδίως η Ουγγαρία και η Σλοβακία, συνεχίζουν να προμηθεύονται ρωσικό αέριο μέσω αγωγών κυρίως από τον διάδρομο TurkStream και αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πρόκληση στην αντικατάσταση των προμηθειών πριν από την προθεσμία του 2027.
«Το 2024, εκτιμάται ότι η Ουγγαρία και η Σλοβακία καλύπτουν περίπου το 70–80% των αναγκών τους σε αέριο από τη Ρωσία, ενώ το ρωσικό αέριο θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει περίπου το 50–55% των εισαγωγών φυσικού αερίου της Ελλάδας», αναφέρει η έκθεση.
Η κυριότερη πρόκληση δεν αφορά τη γενική διαθεσιμότητα αερίου, ανέφερε η ACEA, αλλά τη διασφάλιση επαρκούς υποδομής για τη μεταφορά εναλλακτικών προμηθειών στις χερσαίες κεντροευρωπαϊκές αγορές.
«Η εναπομείνασα εξάρτηση από το ρωσικό αέριο παραμένει άνισα κατανεμημένη μεταξύ των κρατών-μελών· ενώ τα περισσότερα έχουν μειώσει σημαντικά την έκθεσή τους, ένας μικρός αριθμός χωρών εξακολουθεί να εξαρτάται», σημειώνει η έκθεση της ACER.
Διαφοροποίηση και νέες προκλήσεις
Η ACER καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ευρώπη είναι αισθητά καλύτερα προετοιμασμένη σε σχέση με την ενεργειακή κρίση του 2022, χάρη στη βαθιά διαφοροποίηση της αγοράς φυσικού αερίου.
Ωστόσο, αυτή η διαφοροποίηση έχει νέο κόστος, καθώς η Ένωση έχει αναπτύξει νέες εξαρτήσεις, ιδίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αλγερία και το Κατάρ, με το τελευταίο να έχει υποστεί απώλεια παραγωγής λόγω του πολέμου με το Ιράν.
Οι χώρες αυτές πιέζουν σήμερα την ΕΕ να αποσύρει τους κανόνες για το μεθάνιο, που θα υποχρεώνουν τους παραγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου να πληρώνουν για τη ρύπανση που συνδέεται με την παραγωγή τους, ενώ οι ΗΠΑ προειδοποιούν ότι η ΕΕ ενδέχεται να χάσει εισαγωγές.
«Αν τα πράγματα (οι κανόνες για το μεθάνιο) παραμείνουν όπως είναι σήμερα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα μειώσουν τις ενεργειακές ροές από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Ευρώπη», δήλωσε ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ σε συνέντευξη Τύπου στις 25 Ιουνίου. «Πιστεύω ότι αυτό θα οδηγήσει σε πολύ σοβαρά προβλήματα για την ΕΕ, η οποία ήδη αντιμετωπίζει τιμές ενέργειας πολύ υψηλότερες από τον παγκόσμιο μέσο όρο».
Η ΕΕ υπολογίζει επίσης σε μεγαλύτερες ποσότητες αερίου από την προγραμματισμένη παραγωγή της Ρουμανίας στη Μαύρη Θάλασσα και σε αυξημένες εισαγωγές μέσω του Νότιου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου του Αζερμπαϊτζάν.
Συνολικά, η ACER εκτιμά ότι οι πραγματικές οικονομικές συνέπειες της εγκατάλειψης του ρωσικού αερίου δεν έχουν ακόμη γίνει αισθητές, επισημαίνοντας ότι οι πραγματικές δοκιμασίες θα είναι η πλήρης απαγόρευση εισαγωγών LNG από τον Ιανουάριο του 2027 και η λήξη των εισαγωγών μέσω αγωγών τον Σεπτέμβριο του 2027.