Η Ιταλία επαναφέρει ελέγχους για τους ταξιδιώτες από την Ισπανία μετά την κρίση στη Θέουτα. Οι έλεγχοι εγγράφων γίνονται σε λιμάνια και αεροδρόμια για πολίτες εκτός Ε.Ε.
Η μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα έχει προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο ανάμεσα στην Ιταλία και την Ισπανία. Μετά την είδηση για την άφιξη χιλιάδων μεταναστών στον ισπανικό θύλακα, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι ανακοίνωσε ενίσχυση των συνοριακών ελέγχων για τις αφίξεις από την Ισπανία διά θαλάσσης και αέρος.
Γιατί γίνεται λόγος για «αναστολή της Σένγκεν» και τι πραγματικά σημαίνει
Πολλά μέσα ενημέρωσης έκαναν λόγο για αναστολή της συνθήκης Σένγκεν από τη Ρώμη ως προς την Ισπανία, επειδή σε μήνυμά της στο X η πρωθυπουργός Μελόνι έγραψε ότι «η κυβέρνηση αποφάσισε να αναστείλει προσωρινά το καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας που προβλέπει η Σένγκεν στις θαλάσσιες και αεροπορικές συνδέσεις με την Ισπανία, επαναφέροντας τους συνοριακούς ελέγχους».
Ωστόσο, η συνθήκη του Σένγκεν προβλέπει ήδη επαναφορά ελέγχων «σε περίπτωση σοβαρής απειλής για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια», μια διαδικασία που η Ιταλία έχει εφαρμόσει εδώ και πάνω από έναν χρόνο στα σύνορα με τη Σλοβενία για πολίτες τρίτων χωρών. Μέτρο που ο υπουργός Εσωτερικών, Ματέο Πιαντεντόζι, έχει χαρακτηρίσει «σημαντικό, αλλά προληπτικό».
Έτσι, η Ιταλία επανέφερε τους συνοριακούς ελέγχους με την Ισπανία κατά παρέκκλιση των κανόνων της Σένγκεν, δεδομένου ότι κανένα κράτος δεν μπορεί μονομερώς να αποκλείσει ένα άλλο από τη ζώνη ελεύθερης κυκλοφορίας.
Πώς εφαρμόζονται οι έλεγχοι για όσους φτάνουν από την Ισπανία
Στη συνέχεια, ο Πιαντεντόζι εξήγησε ότι πρόκειται για επαναφορά των ελέγχων στα θαλάσσια και αεροπορικά σύνορα με την Ισπανία, διάρκειας ενός μήνα και ότι είναι μια ενέργεια «που αποσκοπεί κυρίως στον έλεγχο της νομιμότητας κυκλοφορίας των πολιτών εκτός ΕΕ στην περιοχή Σένγκεν».
Από το πρωί του Σαββάτου, η αστυνομία των αεροδρομίων διενεργεί δειγματοληπτικούς ελέγχους στα αεροδρόμια της Ρώμης Φιουμιτσίνο, του Μιλάνου Μαλπένσα και του Μιλάνου Λινάτε. Στους πολίτες της ΕΕ αρκεί να επιδείξουν το δελτίο ταυτότητάς τους, ενώ οι πολίτες εκτός ΕΕ πρέπει , πέρα από ένα έγγραφο ταυτοποίησης, να παρουσιάσουν και την ισχύ των αδειών διαμονής ή της βίζας τους.
Για τους πολίτες που ταξιδεύουν από την Ιταλία προς την Ισπανία, αντίθετα, δεν αλλάζει τίποτα και μπορούν να εισέλθουν ελεύθερα στη χώρα.
Η αντιπαράθεση Ρώμης – Μαδρίτης εμπλέκει την Ε.Ε.
Η απόφαση της Ρώμης να επαναφέρει τους ελέγχους προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τις ισπανικές αρχές. Ο Πέδρο Σάντσεθ απέστειλε επιστολή στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, και στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ζητώντας παρέμβαση από τις Βρυξέλλες για να στηριχθεί η Ισπανία και να ευθυγραμμιστούν εκ νέου τα κράτη μέλη της Ε.Ε. στις στρατηγικές περιορισμού της μεταναστευτικής κρίσης.
Παράλληλα, η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι και η Δανή ομόλογός της, Μέτε Φρέντερικσεν, απέστειλαν επιστολή προς τις ευρωπαϊκές αρχές, την οποία συνυπογράφουν 22 ηγέτες κρατών μελών, ζητώντας συνάντηση για να συζητηθούν επείγοντα μέτρα κατά της παράτυπης μετανάστευσης.
Το απόγευμα του Σαββάτου, η φον ντερ Λάιεν έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι είχε συνομιλίες με τους επιτρόπους Μπρούννερ και Σούιτσα για την κρίση στη Θέουτα, εξηγώντας ότι η πλειονότητα των μεταναστών που έφτασαν παράτυπα στον θύλακα έχει ήδη επαναπροωθηθεί.
Στη συνέχεια, η πρόεδρος της Επιτροπής πρόσθεσε ότι κανένας από τους μετανάστες από το Μαρόκο δεν έχει φτάσει στην ηπειρωτική Ισπανία ή σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, επαναλαμβάνοντας την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ανθεκτικότητας και δηλώνοντας πρόθυμη να συμμετάσχει στην τηλεδιάσκεψη που ζήτησαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες. Αυτή θα οργανωθεί την ερχόμενη Τρίτη από τον εκ περιτροπής πρόεδρο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Μίχολ Μάρτιν, πρωθυπουργό της Ιρλανδίας.
Στην επιστολή τους, η Μελόνι και η Φρέντερικσεν ζήτησαν κοινή δράση «για την ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων, την αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης, την καταπολέμηση των διακινητών ανθρώπων, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των επιστροφών και την εξάλειψη κάθε παράγοντα που μπορεί να ενθαρρύνει νέες παράνομες εισόδους».