Η Ευρώπη εξοπλίζεται, η Ρωσία απειλεί, η εμπιστοσύνη στην αμερικανική προστασία κλονίζεται, όμως Αυστρία, Ιρλανδία, Μάλτα και Κύπρος έχουν διατηρήσει πολιτικές ουδετερότητας ή στρατιωτικής μη ευθυγράμμισης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επανεξοπλίζεται με ιλιγγιώδη ρυθμό, πρωτοφανή εδώ και δεκαετίες. Την ώρα που η ήπειρος επενδύει δισεκατομμύρια στη στρατιωτική της ισχύ και αντιμετωπίζει το πιο επικίνδυνο περιβάλλον από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, τέσσερις χώρες της ΕΕ εξακολουθούν να προσκολλώνται σε μια θεμελιώδη αρχή: την ουδετερότητα.
Η Αυστρία, η Ιρλανδία, η Μάλτα και η Κύπρος έχουν η καθεμία διατηρήσει πολιτικές ουδετερότητας ή στρατιωτικής μη ευθυγράμμισης, αν και διαφέρουν σημαντικά ως προς το νομικό καθεστώς και την ερμηνεία τους. Οι έννοιες αυτές έχουν προσαρμοστεί – ή προσαρμόζονται – σε έναν ολοένα πιο ασταθή κόσμο, που σημαδεύεται από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και μια ταραχώδη προεδρία στις ΗΠΑ.
Για τις χώρες αυτές, η ουδετερότητα είναι μια δύσκολη ακροβασία: μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε μια διαχρονική αρχή και μια Ευρωπαϊκή Ένωση που αναδιαμορφώνει με ταχείς ρυθμούς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον κόσμο γύρω της.
Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ουδετερότητα σημαίνει γενικά ότι ένα κράτος δεν συμμετέχει σε διεθνή ένοπλη σύγκρουση μεταξύ άλλων κρατών. Συνεπάγεται επίσης ένα φάσμα υποχρεώσεων που αφορούν τις σχέσεις του με τους εμπολέμους.
Ωστόσο, ο ορισμός είναι σύνθετος και οι τέσσερις χώρες δεν έχουν το ίδιο νομικό καθεστώς.
Η Αυστρία και η Μάλτα έχουν κατοχυρώσει συνταγματικά την ουδετερότητά τους. Η στρατιωτική ουδετερότητα της Ιρλανδίας είναι βαθιά ριζωμένη, ενώ η Κύπρος ιστορικά ακολουθούσε μια πολιτική μη ευθυγράμμισης – θέση που δοκιμάζεται ολοένα περισσότερο από τη σύσφιξη των αμυντικών δεσμών της με τη Δύση.
Με άλλα λόγια, η ουδετερότητα είναι έννοια ευμετάβλητη και αμφισβητούμενη.
Αυστρία
Ο γενικός γραμματέας του ομοσπονδιακού Υπουργείου Άμυνας της Αυστρίας, Άρνολντ Κάμελ, αναφέρει ότι η ουδετερότητα της κεντροευρωπαϊκής χώρας έχει μεταβληθεί από τότε που εντάχθηκε στην ΕΕ, πριν από 31 χρόνια.
«Η ουδετερότητα έχει ως έναν βαθμό αλλάξει νόημα», είπε στην Euronews, «ωστόσο η βασική ουσία του να μένεις ουδέτερος είναι βαθιά χαραγμένη στο DNA των Αυστριακών και, ως εκ τούτου, φαίνεται πως θα συνεχιστεί και στο μέλλον».
Η Αυστρία κατοχύρωσε την ουδετερότητα σε συνταγματικό νόμο το 1955, μετά την αποκατάσταση της κυριαρχίας της, έπειτα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ένταξη στην ΕΕ, δεκαετίες αργότερα, υποχρέωσε την Αυστρία να συμμετέχει – μεταξύ άλλων – στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας.
Όταν η Αυστρία υπέβαλε αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 1989, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε ότι η «μόνιμη ουδετερότητά» της ήταν ασύμβατη με τις διατάξεις των υφιστάμενων συνθηκών και θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα για την υπό διαμόρφωση κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας της Ένωσης. Παρ’ όλα αυτά, η Αυστρία προσχώρησε στην ΕΕ έξι χρόνια αργότερα.
Πιο πρόσφατες δηλώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν αλλαγή στάσης. Η Επιτροπή επισημαίνει πλέον ότι οι επιλογές σε θέματα ασφάλειας και άμυνας παραμένουν εθνική αρμοδιότητα, γεγονός που σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές συνθήκες δεν εμποδίζουν την Αυστρία, την Ιρλανδία, την Κύπρο ή τη Μάλτα να διατηρήσουν την ουδετερότητά τους.
Στην πράξη, η ουδετερότητα δεν εμποδίζει τις τέσσερις χώρες να στηρίξουν την Ουκρανία, μεταξύ άλλων μέσω της οικονομικής βοήθειας της ΕΕ, όπως το δάνειο ύψους 90 δισ. ευρώ, καθώς και τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Η Κύπρος και η Ιρλανδία έχουν επίσης ενταχθεί στον Συνασπισμό των Προθύμων, ενώ η Αυστρία παραμένει παρατηρητής.
Η ουδετερότητα δεν αναιρεί επίσης τις υποχρεώσεις τους βάσει του Άρθρου 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ, της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής της Ένωσης. Το άρθρο απαιτεί από τα κράτη μέλη να παρέχουν βοήθεια και συνδρομή «με όλα τα μέσα που διαθέτουν», σεβόμενο παράλληλα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας κάθε χώρας.
Κομβικό είναι ότι δεν επιβάλλει αυτομάτως σε ένα ουδέτερο κράτος να παράσχει στρατιωτική βοήθεια. Για την Αυστρία, οποιαδήποτε αντίδραση θα απαιτούσε εσωτερικές πολιτικές διαβουλεύσεις «εντός των ορίων που θέτει το Σύνταγμά μας», όπως δήλωσε ο Κάμελ.
Η Γαλλία επικαλέστηκε το Άρθρο 42.7 μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015. Η Αυστρία δεν προσέφερε άμεση στρατιωτική βοήθεια, επικαλούμενη την ουδετερότητα, αλλά στήριξε αποστολές του ΟΗΕ και της ΕΕ αλλού.
Η ουδετερότητα δεν περιορίζει τις αμυντικές δαπάνες: η Βιέννη στοχεύει να τις αυξήσει στο 2% του ΑΕΠ έως το 2032.
Ο Κάμελ τόνισε ότι το γεγονός πως η Αυστρία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ δεν αναιρεί την υποχρέωσή της να υπερασπιστεί την επικράτειά της, γι’ αυτό και επενδύει «σε όλους τους στρατιωτικούς τομείς» για να ανταποκριθεί στην πρόκληση.
Κύπρος
Η Κύπρος ακολουθούσε ιστορικά πολιτική μη ευθυγράμμισης, επιδιώκοντας να μην συνδεθεί στενά με καμία ξένη δύναμη, όμως πρόσφατες δηλώσεις και ενέργειες του προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη δείχνουν στροφή.
Τον Μάιο, ο Χριστοδουλίδης δήλωσε ότι η διχοτομημένη χώρα είναι έτοιμη να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ «όταν το επιτρέψουν οι πολιτικές συνθήκες». Η αντίθεση της Τουρκίας αποτελεί το βασικό πολιτικό εμπόδιο, δεδομένης της απαίτησης ομοφωνίας στη Συμμαχία.
Έναν μήνα αργότερα, η Κύπρος άρχισε να λαμβάνει χρηματοδότηση στο πλαίσιο του προγράμματος Security Action for Europe (SAFE) της ΕΕ, με έως 1,2 δισ. ευρώ διαθέσιμα για επενδύσεις στην άμυνα. Είναι το μοναδικό ουδέτερο ή μη ευθυγραμμισμένο κράτος της ΕΕ που λαμβάνει κονδύλια SAFE, τα οποία φέρονται να είναι προορισμένα για drones, αντιαρματικούς πυραύλους και πυρομαχικά.
«Μια Ευρώπη που δεν επενδύει στην άμυνα και την ασφάλειά της είναι μια εξαρτημένη Ευρώπη, και η εξάρτηση δεν μπορεί να αποτελεί στρατηγική επιλογή, αν θέλουμε – και ναι, θέλουμε – να είμαστε γεωπολιτικά ισχυροί», δήλωσε τότε ο Χριστοδουλίδης.
Ο Στίβεν Έβερτς, διευθυντής του Ινστιτούτου Μελετών Ασφαλείας της ΕΕ (EUISS), σημείωσε ότι μεγάλο μέρος της ουδετερότητας στην Ευρώπη έχει ιστορικές ρίζες, αλλά όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ οφείλουν να αναμετρηθούν με τις πραγματικότητες που αντιμετωπίζουν το 2026.
«Ο ρυθμός με τον οποίο αλλάζει ο κόσμος απαιτεί από όλους να εξετάσουν αν οι επιλογές που έγιναν πριν από δεκαετίες – ή πριν από 70 με 80 χρόνια – εξακολουθούν να ισχύουν στον κόσμο στον οποίο ζουν σήμερα», είπε ο Έβερτς στην Euronews.
Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την Κύπρο, ένα διχοτομημένο νησί. Παρότι οι πρόσφατες προσπάθειες δείχνουν ξεκάθαρη βούληση για επίλυση της μισού αιώνα διαίρεσης, μια νέα απειλή έχει αναδυθεί. Η βρετανική κυρίαρχη βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου δέχθηκε επίθεση από ιρανικό drone τύπου Shahed τον Μάρτιο.
Ο Χριστοδουλίδης ανέφερε ότι η παραβίαση αυτή καταδεικνύει την ανάγκη για «ένα σαφές εγχειρίδιο που να διασφαλίζει ότι η Ένωση ενεργεί ως αξιόπιστος εγγυητής ασφάλειας».
Ιρλανδία
Τον Ιούλιο, ο πρωθυπουργός της Ιρλανδίας Μίχολ Μάρτιν διευκρίνισε ότι η Ιρλανδία είναι στρατιωτικά, αλλά όχι πολιτικά, ουδέτερη.
«Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ιρλανδικός λαός παραμένει αταλάντευτα πιστός στην αρχή της στρατιωτικής ουδετερότητας, που ουσιαστικά σημαίνει ότι δεν ανήκουμε σε κανένα στρατιωτικό μπλοκ ή στρατιωτική συμμαχία, άρα στην πράξη δεν είμαστε μέλη του ΝΑΤΟ», δήλωσε ο Τόισιχ.
Πρόσθεσε ότι η Ιρλανδία συνεργάζεται με το ΝΑΤΟ μέσω της εταιρικής σχέσης για την ειρήνη (Partnership for Peace) σε τομείς όπως οι κρίσιμες υποθαλάσσιες υποδομές, η κυβερνοασφάλεια και οι υβριδικές απειλές.
Η Ιρλανδία έχει χτίσει κυρίως φήμη για τον ρόλο της στις διεθνείς ειρηνευτικές αποστολές, μεταξύ άλλων στο Κόσοβο και στο Αφγανιστάν.
Ο Μάρτιν σημείωσε ότι ο πόλεμος της Ρωσίας οδήγησε τη Φινλανδία και τη Σουηδία στην ένταξη στο ΝΑΤΟ, αλλά δεν άλλαξε την κοινή γνώμη στην Ιρλανδία. «Η συντριπτική επιθυμία του ιρλανδικού λαού είναι να παραμείνει στρατιωτικά ουδέτερος», είπε.
Η πολιτική στρατιωτικής ουδετερότητας της Ιρλανδίας υιοθετήθηκε επισήμως λίγο πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και έκτοτε έχει διατηρηθεί από διαδοχικές κυβερνήσεις. Δεν είναι κατοχυρωμένη στο Σύνταγμα.
Παρά την μακροχρόνια αυτή πολιτική, το Δουβλίνο έχει αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες.
Τον Δεκέμβριο, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ιστορικό πακέτο κεφαλαιουχικών επενδύσεων στην άμυνα, ύψους 1,7 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026–2030, με στόχο την ενίσχυση των δυνατοτήτων στους τομείς ξηράς, αέρα, θάλασσας και κυβερνοχώρου.
Για τον Ίαν Λέσερ, διακεκριμένο συνεργάτη του think tank German Marshall Fund, η εξάρτηση της Ιρλανδίας από άλλους, χωρίς να μπορεί η ίδια να «διαμορφώσει» τη ευρύτερη στρατηγική ασφάλειας, την φέρνει σε μια δύσκολη θέση, ιδίως στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, δεδομένης της συγκέντρωσης τεχνολογικών κολοσσών στο Δουβλίνο.
«Η Ιρλανδία εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς ψηφιακές της συνδέσεις, και η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών γύρω από την Ιρλανδία είναι κάτι που δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο», σημείωσε.
Μάλτα
Οι υποχρεώσεις της Μάλτας να συμβάλλει στην ασφάλεια και την άμυνα της Ένωσης, ενώ παράλληλα σέβεται τη συνταγματική της επιταγή να παραμένει ουδέτερη, αποτελούν μια εύθραυστη ισορροπία.
Ο ειδικός σε θέματα άμυνας στο Κέντρο Ασφάλειας, Διπλωματίας και Στρατηγικής του Βελγίου, Ντάνιελ Φιοτ, αναφέρει ότι η ουδετερότητα της χώρας γεννήθηκε από το γεγονός ότι υπήρξε βρετανικό στρατιωτικό προγεφύρωμα και ήθελε να απομακρυνθεί τόσο από το δυτικό όσο και από το σοβιετικό μπλοκ.
Η ουδετερότητα της Μάλτας κατοχυρώθηκε συνταγματικά το 1987. Δεκαετίες αργότερα, ο ορισμός αυτός έχει χάσει μέρος της ακαμψίας του και αποτέλεσε αντικείμενο δημόσιας συζήτησης όταν ο πρωθυπουργός Ρόμπερτ Αμπέλα τάχθηκε υπέρ της αμυντικής δέσμης ύψους 800 δισ. ευρώ της ΕΕ τον Μάρτιο του 2025.
Την ίδια περίοδο, ο Αμπέλα φέρεται να δήλωσε ότι το μικρό νησιωτικό κράτος θα πρέπει να επανεξετάσει τον παραδοσιακό τρόπο ερμηνείας της ουδετερότητάς του και ότι οι αμυντικές δαπάνες πρέπει να αυξηθούν ώστε να αντανακλούν τις συνθήκες της εποχής.
Για τη Μάλτα, αυτό σημαίνει διασφάλιση της προστασίας των υποθαλάσσιων καλωδίων, των θαλάσσιων δικτύων και της κυβερνοϋποδομής της, καθώς διαθέτει μια ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία τυχερών και ηλεκτρονικών παιχνιδιών.
Σύμφωνα με την εφημερίδα Times of Malta, το μεσογειακό νησί έχει σχεδόν διπλασιάσει τις αμυντικές του δαπάνες μέσα σε μια δεκαετία: από περίπου 42 εκατ. ευρώ το 2014 σε 77 εκατ. ευρώ το 2023. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιβεβαιώνει την τάση αυτή, με στοιχεία που εκτιμούν ότι οι δαπάνες άμυνας θα φθάσουν φέτος τα 100 εκατ. ευρώ.
«Δεν μπορούμε να υιοθετούμε μια θέση, όπως ίσως συχνά κάναμε, ότι η χώρα μας είναι αποκομμένη και πλήρως προστατευμένη από τις πραγματικότητες γύρω μας», δήλωσε ο Αμπέλα στις αρχές του 2025.
Το μέλλον;
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ΕΕ μπαίνει σε ολοένα πιο αβέβαια νερά. Πολιτικοί και αξιωματούχοι άμυνας έχουν προειδοποιήσει ότι η Ρωσία θα μπορούσε να δοκιμάσει τις άμυνες του ΝΑΤΟ έως το 2030, κάτι που καθιστά επιτακτική την ανάγκη να είναι η Ευρώπη προετοιμασμένη.
Ο Έβερτς, από το EUISS, εκτιμά ότι το πραγματικό τεστ για την ουδετερότητα θα έρθει αν η Ευρώπη βρεθεί αντιμέτωπη με ένοπλη επίθεση.
«Αν υπάρξει στρατιωτική επίθεση σε κράτος μέλος της ΕΕ, τι θα ακολουθήσει όσον αφορά τις αντιδράσεις, την αλληλεγγύη, τις πραγματικές δεσμεύσεις, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής συνδρομής από τις τέσσερις αυτές χώρες;», αναρωτιέται.
«Τότε θα τεθεί πραγματικά επί τάπητος το ερώτημα».