Ο Επίτροπος Άμυνας Αντριους Κουμπίλιους δηλώνει ότι η Ευρώπη πρέπει να μπορεί να αναπτύσσει άμεσα περίπου 100.000 στρατιώτες για αποτροπή πιθανής ρωσικής επίθεσης, ενώ ειδικοί προειδοποιούν για δυσκολίες επίτευξης του στόχου.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση σπεύδει να επανεξοπλιστεί, κινητοποιώντας δισεκατομμύρια ευρώ για να προσφέρει στα 27 κράτη μέλη της τους οικονομικούς πόρους που χρειάζονται ώστε να ανταποκριθούν σε πιθανές εξωτερικές απειλές.
Ωστόσο, παρά αυτούς τους φιλόδοξους στόχους δαπανών, που ενισχύονται από τις αναθεωρημένες προς τα πάνω δεσμεύσεις του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) για την άμυνα, παράγοντες της αμυντικής βιομηχανίας προειδοποιούν ότι οι ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις στην προσέλκυση και τη διατήρηση προσωπικού.
«Στο τέλος της ημέρας πρέπει να διαθέτουμε αρκετούς ανθρώπους για να αξιοποιήσουμε αυτές τις επενδύσεις», δήλωσε ο Εμανουέλ Τζέικομπ, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οργάνωσης Στρατιωτικών Συνδέσμων και Συνδικάτων (EUROMIL).
Ο Τζέικομπ πρόσθεσε ότι το πρόβλημα δεν είναι καινούριο, αλλά αυτό που έχει αλλάξει, όπως είπε, είναι η αυξανόμενη αίσθηση του κατεπείγοντος. Το εύρος του ανθρώπινου δυναμικού που απαιτείται για να στηριχθεί αυτή η πρωτοφανής στρατιωτική επέκταση έχει επίσης περιγραφεί από τον Ευρωπαίο επίτροπο Άμυνας Άντριους Κουμπίλιους τον Φεβρουάριο.
«Φανταστείτε ότι βρισκόμαστε στο 2030 – τη χρονιά που, σύμφωνα με τις υπηρεσίες πληροφοριών, η Ρωσία θα είναι έτοιμη και διατεθειμένη να δοκιμάσει το ΝΑΤΟ – και 100.000 Ρώσοι στρατιώτες συγκεντρώνονται στα σύνορα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ», είπε στο Βίλνιους, σύμφωνα με εκτιμήσεις ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών.
«Για να αντιστοιχίσουμε μια συγκέντρωση στρατεύματος 100.000 ανδρών, θα χρειαζόταν να μετακινήσουμε παρόμοιους αριθμούς στρατιωτών και εξοπλισμού, και μάλιστα γρήγορα.»
Ακόμη πριν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάσει το σχέδιό της ύψους 800 δισ. ευρώ για τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε ήδη εκφράσει ανησυχίες για την έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού. Το 2024 ενέκρινε έκθεση στην οποία προειδοποιούσε ότι «οι ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα προσέλκυσης και διατήρησης προσωπικού».
Οι ευρωβουλευτές κάλεσαν τον τότε επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής Ζοζέπ Μπορέλ να εξετάσει το πρόβλημα και να προτείνει πιθανές λύσεις. Απαντώντας σε ερωτήσεις της Euronews, αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε ότι η προσέλκυση και η διατήρηση προσωπικού παραμένουν ευθύνη των επιμέρους κρατών μελών.
Ποιο είναι το πρόβλημα;
Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε η EUROMIL μέσω έρευνας σε 11 ενώσεις στρατιωτικού προσωπικού, οι περισσότεροι συμμετέχοντες περιέγραψαν την πρόσληψη στις χώρες τους ως «προβληματική», ενώ η παραμονή στο στράτευμα θεωρήθηκε είτε «προβληματική» είτε «κρίσιμη».
Στην έρευνα συμμετείχαν στρατιωτικές ενώσεις από το Βέλγιο, τη Βουλγαρία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ουγγαρία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, τη Μάλτα, την Ολλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και τη Σουηδία.
Τα ευρήματα έδειξαν ότι το στρατιωτικό προσωπικό συνήθως αποχωρεί μετά από περίπου 10 χρόνια υπηρεσίας. Τα μεγαλύτερα εμπόδια στην προσέλκυση είναι ο ανταγωνισμός από τον ιδιωτικό τομέα, οι μισθοί και οι απαιτήσεις σωματικής κατάστασης. Παράλληλα, η χαμηλή αμοιβή, η κακή ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και άλλες συνθήκες εργασίας εντοπίστηκαν ως οι κυριότεροι λόγοι αποχώρησης.
Στις συστάσεις της, η έρευνα ζητά υψηλότερους μισθούς και συντάξεις, καλύτερη ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, καθώς και περιορισμούς στις ώρες εργασίας, ώστε να διευκολυνθεί η προσέλκυση και η παραμονή προσωπικού.
Ο Στίβεν Έβερτς, διευθυντής του Ινστιτούτου Μελετών Ασφαλείας της ΕΕ (EUISS), δήλωσε ότι η προσέλκυση και η διατήρηση προσωπικού στις ένοπλες δυνάμεις είναι ένα σύνθετο ζήτημα. «Πρόκειται για μια πρόκληση με την οποία όλοι παλεύουν», είπε.
Ο Έβερτς επανέλαβε τις ανησυχίες για τις αποδοχές και τις συνθήκες εργασίας των στρατιωτών, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι ένα από τα βασικά αδιέξοδα αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη σκοπεύει να διευρύνει τη δεξαμενή των εφέδρων της.
Πρόκειται για άτομα με εξειδικευμένες δεξιότητες που μπορεί να καλούνται για μερικούς μόνο μήνες τον χρόνο – ή και λιγότερο. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται ειδικοί στον κυβερνοχώρο, ειδικοί στη διοικητική μέριμνα και επαγγελματίες υγείας, «όλοι οι τύποι λειτουργιών που χρειάζονται οι στρατοί», όπως είπε.
Κατά τον Έβερτς, η προσπάθεια επανεξοπλισμού της Ευρώπης δεν συνοδεύεται από τις οργανωτικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για να λειτουργήσει ένα τέτοιο σύστημα. «Αν εργάζεστε σε μια εταιρεία πληροφορικής και ο προϊστάμενός σας σάς λέει: “Άκου, δουλεύεις για μένα, φίλε”, ποιο είναι το συμφέρον του προϊσταμένου σας να σας αφήσει διαθέσιμο κατά κλήση για τις εθνικές ένοπλες δυνάμεις;» είπε.
«Είναι δύσκολο να υλοποιηθεί ο επανεξοπλισμός, για τον οποίο μιλάμε τόσο συχνά, και σε οργανωτικό επίπεδο.»
Ζήτημα και για το ΝΑΤΟ
Η πρόκληση δεν περιορίζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Σπυρίδων Κυριάκης**,** μέλος της Επιτροπής Άμυνας και Ασφάλειας (DSC) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ, έχει αναλάβει να εξετάσει τις «αυξανόμενες προκλήσεις» της Συμμαχίας στην προσέλκυση και τη διατήρηση προσωπικού. Η έκθεσή του αναμένεται στα τέλη Νοεμβρίου.
Ένα ενημερωτικό σημείωμα της DSC (πηγή στα Αγγλικά) επισημαίνει ότι η έκθεση αναμένεται να εντοπίσει τους δομικούς και κοινωνικούς παράγοντες πίσω από τις σύγχρονες προκλήσεις στην προσέλκυση και τη διατήρηση προσωπικού – και τι σημαίνουν αυτοί για την ασφάλεια της Συμμαχίας.
«Η αδυναμία διεύρυνσης των ενόπλων δυνάμεων των Συμμάχων ώστε να ανταποκρίνονται στις νέες απαιτήσεις δυνάμεων του ΝΑΤΟ συνιστά άμεσο κίνδυνο για την ετοιμότητα, την αξιοπιστία και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δυνάμεων του ΝΑΤΟ σε ένα ολοένα πιο περίπλοκο και ταχέως επιδεινούμενο διεθνές περιβάλλον ασφάλειας», αναφέρει το σημείωμα.
Η ειδικός σε θέματα άμυνας Κρις Κρεμίδας-Κόρτνεϊ έγραψε (πηγή στα Αγγλικά) το 2025 ότι αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ έχουν προειδοποιήσει πως τα σημερινά μοντέλα δυνάμεων είναι «ανεπαρκή» για έναν πόλεμο υψηλής έντασης και ότι απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για την προσέλκυση και τη διατήρηση προσωπικού. Αυτό θα πρέπει να γίνει μέσω εθελοντικής στράτευσης ή επιλεκτικής θητείας.
Ωστόσο, απαιτείται και μια αλλαγή κουλτούρας. Όταν ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δεσμεύτηκε πέρυσι να καταστήσει τη Μπούντεσβερ τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό της Ευρώπης, η ανακοίνωση προκάλεσε αμηχανία. Οι επακόλουθες νομικές αλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της νομοθεσίας που επανέφερε την υποχρεωτική στρατιωτική καταγραφή, οδήγησαν χιλιάδες ανθρώπους, ιδίως νέους ενήλικες, να διαδηλώσουν.
Η Κρεμίδας-Κόρτνεϊ υποστηρίζει ότι η προσέλκυση και η διατήρηση στρατιωτών θα απαιτήσει όχι μόνο οργανωτικές μεταρρυθμίσεις αλλά και μια ευρύτερη πολιτισμική στροφή. «Αν η υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις αντιμετωπίζεται απαξιωτικά μέσα σε μια κοινωνία, λίγοι θα θέλουν να παραμείνουν και ακόμη λιγότεροι θα θέλουν να καταταγούν εξαρχής», έγραψε.
«Το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι κοινωνίες της θα μπορέσουν να ανασυγκροτήσουν το κοινωνικό συμβόλαιο γύρω από την εθνική άμυνα και άλλες μορφές υπηρεσίας, ώστε να διασφαλιστεί ότι η Ευρώπη θα διαθέτει τους στρατιώτες που χρειάζεται για τις προκλήσεις που έρχονται.»