Ο Μάρκος Ροντρίγκες Παντόχα πέθανε σε ηλικία 80 ετών στο Ράντε στη βορειοδυτική Ισπανία. Ο Ανδαλουσιανός ζούσε εκεί από το 2001 και έδειχνε πως είχε βρει έναν τόπο που μπορούσε να αποκαλεί σπίτι του
Ο Μάρκος Ροδρίγκεθ Παντόχα, το διάσημο «παιδί των λύκων» της Ισπανίας, πέθανε, όπως έγινε τώρα γνωστό, το Σάββατο 15 Αυγούστου, σε ηλικία 80 ετών.
Γεννημένος το 1946 σε μια χώρα που μόλις άρχιζε να ανακάμπτει από έναν εμφύλιο και έναν παγκόσμιο πόλεμο, ο Ροδρίγκεθ μεγάλωσε αρχικά στο ανδαλουσιανό χωριό Ανιόρα.
Η ζωή του Ροδρίγκεθ σημαδεύτηκε από φτώχεια, πείνα και κακομεταχείριση. Ο πατέρας του μετά βίας μπορούσε να θρέψει την οικογένεια, ενώ η μητριά του τον μεταχειριζόταν βάναυσα. Σε ηλικία έξι ετών, ο πατέρας του τον πούλησε σε έναν βοσκό με κατσίκες, ο οποίος τον άφησε σε μια απομονωμένη κοιλάδα, όπου θα φρόντιζε τα ζώα μαζί με έναν ηλικιωμένο βοσκό. Ο βοσκός τού έμαθε πώς να επιβιώνει στα βουνά και να αξιοποιεί τους διαθέσιμους πόρους.
Κρυβόταν από τους ανθρώπους
Όταν λίγο αργότερα ο βοσκός πέθανε, ο Μάρκος έμεινε εντελώς μόνος. Με τον καιρό έκανε την άγρια φύση σπίτι του και βρήκε μια οικογένεια στα ζώα που τον περιστοίχιζαν.
Για δώδεκα ολόκληρα χρόνια ο Ροδρίγκεθ έζησε χωρίς καμία επαφή με ανθρώπους και ανέπτυξε δικούς του τρόπους επικοινωνίας. Είχε μάθει τους ήχους των ζώων – από το κελάηδισμα των πουλιών μέχρι την κραυγή του ελαφιού – και ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσε να συνεννοείται άνετα με αλεπούδες, λύκους και ακόμη και φίδια. Σε όλα αυτά τα χρόνια προτιμούσε να μένει μακριά από τον πολιτισμό και έτρεχε να φύγει ή κρυβόταν κάθε φορά που άκουγε ανθρώπινες φωνές στα βουνά.
Ο Ροδρίγκεθ κέρδισε την εμπιστοσύνη μιας αγέλης λύκων, ταΐζοντας τα μικρά της και ουρλιάζοντας κάθε φορά που διαισθανόταν κίνδυνο.
Ο ανθρωπολόγος, καθηγητής Γκαμπριέλ Ζάνερ Μανίλα, πραγματοποίησε τότε, στο πλαίσιο κοινωνιολογικής μελέτης, πολύμηνες συνεντεύξεις με τον Ροδρίγκεθ για τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Πάλμα ντε Μαγιόρκα. Οι συνεντεύξεις έγιναν από τον Νοέμβριο του 1975 έως τον Απρίλιο του 1976.
Ο Ζάνερ, ο ανθρωπολόγος, έγινε φίλος του. Κατά τη δική του άποψη, ο Ροδρίγκεθ κατάφερε να επιβιώσει χάρη στην ευφυΐα και τη φαντασία του. Στη διδακτορική του διατριβή ο Ζάνερ περιγράφει τις διαφορετικές φάσεις της ζωής του Ροδρίγκεθ: πώς σταδιακά έγινε μέρος αυτής της κοινότητας, πώς έμαθε τους κανόνες της και τη «γλώσσα» του περιβάλλοντός του και πώς αντιμετώπιζε τα ζώα ως ισότιμα.
«Έκλαιγα κι εκείνα όρμησαν πάνω μου… ύστερα μού έδειξαν τον δρόμο προς τη σπηλιά τους, τη φωλιά των λύκων», διηγήθηκε ο Ροδρίγκεθ στον Ζάνερ. Περιέγραφε πώς τα λυκόπουλα έπαιζαν γύρω του και πηδούσαν ψηλά για να τον χαιρετήσουν.
Όπως φαίνεται, με τον καιρό δημιουργήθηκε μια μορφή συμβίωσης ανάμεσα σε εκείνον και τους λύκους.
«Όταν ήθελα να ψαρέψω, πήγαινα στο ποτάμι και ψάρευα, όταν ήθελα ένα κουνέλι, έπιανα ένα, όταν ήθελα ένα ελάφι, φώναζα τους γονείς μου, τους λύκους, ούρλιαζα, κρυβόμουν στο ποτάμι και οι λύκοι έσπρωχναν τα ζώα προς τα κάτω, προς το μέρος μου», διηγήθηκε.
Ο Ζάνερ δημοσίευσε αργότερα την έρευνά του στην Ισπανία σε βιβλίο με τίτλο «He jugado con lobos».
Το 2010, ένα συνεργείο της εκπομπής Informe Semanal της TVE μίλησε με τον Ροδρίγκεθ στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ανιόρα. Εκείνη τη στιγμή επισκεπτόταν τον τόπο για πρώτη φορά έπειτα από 60 χρόνια. Ανατρέχοντας μπροστά στην κάμερα στα χρόνια του στα βουνά, είπε: «Περνούσα πολύ καλά. Δεν ήξερα τι είναι τα χρήματα, αλλά είχα πάντα αρκετό φαγητό».
Όταν το 1965, σε ηλικία 19 ετών, εντοπίστηκε από την Guardia Civil, έπρεπε να ξανασυνηθίσει μια ζωή μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία – μια δύσκολη και μακρά διαδικασία προσαρμογής. Ο Ροδρίγκεθ τόνιζε αργότερα ξανά και ξανά ότι ήταν ευτυχισμένος στα βουνά. Η πραγματική του ταλαιπωρία, έλεγε, άρχισε μόνο όταν βρέθηκε και αναγκάστηκε να ενταχθεί στην κοινωνία.
Διατήρησε παιδική αφέλεια
Σύμφωνα με όσους τον γνώριζαν, έδειχνε σε έναν βαθμό παιδικός, ήταν «αφελής» απέναντι στην κοινωνία και δεν μιλούσε απόλυτα άπταιστα τα ισπανικά.
Έζησε στη Χαέν κοντά σε έναν ιερέα, αργότερα στη Μαδρίτη με καλόγριες, υπηρέτησε στον στρατό και κατέληξε τελικά στη Μαγιόρκα, όπου εργάστηκε σε ξενοδοχεία και εστιατόρια.
Ύστερα από όλα όσα είχε ζήσει, ο Ροδρίγκεθ αποφάσισε να μοιραστεί την ιστορία του, με στόχο «να προστατευτεί η φύση και να ενισχυθεί η κατανόησή μας γι’ αυτήν, γιατί έχουμε απομακρυνθεί τόσο πολύ από τη φύση».
Ιδιαίτερα στα παιδιά ήθελε να περάσει αυτό το μήνυμα: «Δείξτε περισσότερη στοργή στα κατοικίδιά σας, γιατί οι συσκευές αρκεί να τις συνδέσεις στην πρίζα, αλλά τα κατοικίδια χρειάζονται αγάπη».
Η ιστορία της ζωής του μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο: η ταινία «Entrelobos» (Εν μέσω λύκων) έκανε πρεμιέρα στις ισπανικές αίθουσες στις 26 Νοεμβρίου 2010.
Από το 2001 ο Ροδρίγκεθ είχε βρει στέγη στο χωριό Ράντε, στην επαρχία Ουρένσε. Ο δήμος Σαν Σιμπράο ντας Βίνιας, στον οποίο υπάγεται το Ράντε, τον αποχαιρέτισε με συγκινητικά λόγια. «Ο Μάρκος ήρθε στο Ράντε με μια ιστορία που γνώριζε όλος ο κόσμος. Αφήνει πίσω του μια ιστορία που έχει γίνει και δική μας», έγραψε ο δήμος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Ροδρίγκεθ πέθανε το Σάββατο 15 Αυγούστου, στη διάρκεια της γιορτής προς τιμήν του πολιούχου αγίου του δήμου.