Η βαθιά θάλασσα ως νέα αμυντική εσχατιά: ΕΕ και κράτη μέλη επενδύουν σε προστασία υποθαλάσσιων δεδομένων και ενεργειακών αγωγών
Μόνο την τελευταία δεκαετία, η ΕΕ έχει δαπανήσει σχεδόν 118 δισ. ευρώ για τη ναυτική άμυνα, με απότομη αύξηση κατά 23,6% το 2022 μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Στοιχεία από το EU Blue Economy Observatory δείχνουν έντονη αύξηση των εγχώριων δαπανών για ναυτική άμυνα, που φτάνουν σε ιστορικό υψηλό τα 11,6 δισ. ευρώ. Μόνο τα υποβρύχια αντιστοιχούν στο 27% της συνολικής αξίας παραγωγής της ΕΕ· το υπόλοιπο αφορά πλοία επιφανείας, αεροσκάφη και άλλα μέσα πολέμου.
Η Ένωση αποφάσισε να περάσει από μια αποκλειστικά εμπορική προσέγγιση «γαλάζιας» οικονομίας σε μια στρατηγική θαλάσσιας ασφάλειας. Το 2023, επικαιροποίησε τη Στρατηγική Θαλάσσιας Ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUMSS) για την προστασία κρίσιμων υποθαλάσσιων υποδομών.
Στη συνέχεια κατοχύρωσε τις στρατηγικές αμυντικές προτεραιότητές της, εγκαινιάζοντας ειδικά Ευρωπαϊκά Αμυντικά Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος και εφαρμόζοντας ένα Submarine Cable Security Toolbox για την αντιμετώπιση απειλών γκρίζας ζώνης και την προστασία των υποθαλάσσιων δικτύων.
Προστασία του διεθνούς εμπορίου
Η παγκόσμια οικονομία βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε ασφαλείς, ανοιχτές θάλασσες. Πάνω από το 95% της διεθνούς ψηφιακής κίνησης διέρχεται από αυτές. Οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές πραγματοποιούνται μέσω περισσότερων από 1,4 εκατ. χιλιομέτρων υποθαλάσσιων καλωδίων οπτικών ινών, τα οποία μεταφέρουν εκτιμώμενο όγκο 9,2 τρισ. ευρώ σε χρηματοοικονομικές πράξεις κάθε ημέρα. Περίπου τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου είτε εξορύσσονται στη θάλασσα είτε μεταφέρονται δια θαλάσσης.
Το 80% του όγκου του παγκόσμιου εμπορίου μεταφέρεται με θαλάσσια μεταφορά. Για την ΕΕ, η ναυτιλία αντιστοιχεί στο 75,6% όλων των εισαγωγών και στο 73% όλων των εξαγωγών, δηλαδή περίπου 1,126 τρισ. ευρώ σε αγαθά ετησίως. Μια αναστάτωση σε κρίσιμα θαλάσσια σημεία συμφόρησης ενέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει πληθωρισμό και ελλείψεις στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή.
Μια επίθεση σε αυτούς τους θαλάσσιους διαδρόμους και στα υποθαλάσσια περιουσιακά στοιχεία θα παρέλυε την Ευρώπη, γι’ αυτό χρειάζεται περισσότερα από τις παραδοσιακές ναυτικές περιπολίες. «Η επίγνωση του υποθαλάσσιου χώρου είναι κρίσιμη δραστηριότητα για να γνωρίζουμε τι συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια, ιδίως γύρω από καλώδια, αγωγούς και υπεράκτιες ενεργειακές υποδομές, με προτεραιότητα σε εκείνες που έχουν χαρακτηριστεί κρίσιμες για την ασφάλεια της Ένωσης», δήλωσε ο Γιούργκεν Σκράμπακ, επικεφαλής της Μονάδας Θαλάσσιου Χώρου στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας.
Καθώς οι απειλές προέρχονται ολοένα και περισσότερο από φθηνά drones, μη επανδρωμένα υποβρύχια οχήματα και ναρκοπόλεμο, οι κυβερνήσεις επενδύουν σε αυτόνομες τεχνολογίες και συστήματα επιτήρησης. Μεταξύ 2016 και 2025, η ετήσια αξία παραγωγής της ΕΕ σε μη επανδρωμένα οχήματα, συμπεριλαμβανομένων εναέριων και υποβρύχιων drones, αυξήθηκε κατά 132% στα 847 εκατ. ευρώ. Τα μη επανδρωμένα συστήματα σταθερής πτέρυγας αντιστοιχούν στο ένα τρίτο αυτής της παραγωγής, αξίας 277 εκατ. ευρώ, ενώ η παραγωγή παραδοσιακών μη επανδρωμένων υποβρύχιων πλατφορμών μειώθηκε κατά 23% την ίδια περίοδο.
Ο εκσυγχρονισμός των στόλων εξακολουθεί να επικεντρώνεται τόσο σε συμβατικά ναυτικά μέσα όσο και σε αυτόνομες πλατφόρμες. Τα επανδρωμένα πλοία επιφανείας αντιπροσωπεύουν πλέον το 65% της αξίας παραγωγής οχημάτων ναυτικής άμυνας στην ΕΕ και αποτελούν τις κύριες πλατφόρμες διοίκησης, υποστήριξης και προβολής ισχύος.
Τα υποβρύχια αντιστοιχούν σε επιπλέον 27% της παραγωγής, ενισχυμένα από νέα προγράμματα προμηθειών και επενδύσεις σε όπλα υποβρύχιου χώρου νέας γενιάς. Παράλληλα, τα αυτόνομα σκάφη επιφανείας και τα μη επανδρωμένα υποβρύχια οχήματα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για αποστολές επιτήρησης, αναγνώρισης και παρακολούθησης υποδομών.
Οι επενδύσεις επεκτείνονται επίσης σε ψηφιακές τεχνολογίες για θαλάσσια επιτήρηση, με τους ευρωπαϊκούς φορείς να χρησιμοποιούν μη επανδρωμένα συστήματα με τεχνητή νοημοσύνη για την παρακολούθηση λιμανιών, υπεράκτιων ενεργειακών υποδομών και υποθαλάσσιων καλωδίων, εντοπίζοντας απειλές σε εκτεταμένες περιοχές.
Για τον Σκράμπακ, «τα αυτόνομα και μη επανδρωμένα συστήματα, σε συνδυασμό με την ενοποίηση δεδομένων μέσω τεχνητής νοημοσύνης, είναι από τις τεχνολογίες που αναμένεται να έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση. Μπορούν να προσφέρουν συνεχόμενη επιτήρηση σε μεγάλες περιοχές χωρίς να απαιτούνται ακριβές επανδρωμένες πλατφόρμες σε σχεδόν μόνιμη ανάπτυξη».
Πώς ενισχύει η ΕΕ τη ναυτική άμυνά της;
Η Στρατηγική Θαλάσσιας Ασφάλειας του 2014 καθοδηγεί τη θαλάσσια στρατηγική της Ευρώπης, προστατεύοντας τους πολίτες, την οικονομία, τις υποδομές και τα σύνορα, ενώ ταυτόχρονα επαναπροσδιορίζει την ευρωπαϊκή προσέγγιση στη ναυτική άμυνα.
«Η νέα στρατηγική ζητά μεγαλύτερη έμφαση στα στοιχεία σκληρής ισχύος της ναυτικής άμυνας και ασφάλειας, πεδίο στο οποίο η ΕΕ μέχρι σήμερα δυσκολευόταν να διαμορφώσει ρόλο και ταυτότητα», δήλωσε η Κρις Κρεμίδας-Κόρτνεϊ, ανώτερη σύμβουλος στο European Policy Centre και συνεργαζόμενη ερευνήτρια στο Geneva Centre for Security Policy. Προσδιορίζει «την προστασία κρίσιμων υποδομών στον θαλάσσιο χώρο ως βασική προτεραιότητα», πρόσθεσε.
Η Βιομηχανική Θαλάσσια Στρατηγική, που υιοθετήθηκε τον Μάρτιο του 2026, στηρίζει αυτή τη στροφή. Ενισχύει την ευρωπαϊκή ναυπηγική παραγωγή μέσω μιας νέας Συμμαχίας Βιομηχανικής Θαλάσσιας Αλυσίδας Αξίας της ΕΕ και θωρακίζει τις ναυτικές, υποβρύχιες και διττής χρήσης ικανότητες, συμπεριλαμβανομένου ενός προγράμματος κατασκευής επιβατηγών πλοίων διττής χρήσης.
Μέχρι τον Ιούλιο, η Ευρώπη είχε διαθέσει 325 εκατ. ευρώ σε πέντε Ευρωπαϊκά Αμυντικά Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος, μεταξύ των οποίων ένα έργο ναυτικής και υποθαλάσσιας άμυνας για την ενίσχυση της βιομηχανικής της βάσης. Από τον Φεβρουάριο, ένα νέο Σχέδιο Δράσης για την Αντιμετώπιση Drones μετατοπίζει την παραγωγή προς μη επανδρωμένα ναυτικά drones και συστήματα αντι-drone για εναέριες, επιφανειακές και υποβρύχιες απειλές.
Η ΕΕ χρηματοδοτεί την ενίσχυση του ναυτικού της μέσω εργαλείων άμυνας, όπως η Ευρωπαϊκή Αμυντική Βιομηχανική Στρατηγική και το πρόγραμμα European Defence Industry ύψους 1,5 δισ. ευρώ. Ο οδικός χάρτης Readiness 2030 υπερβαίνει τα 800 δισ. ευρώ, περιλαμβάνοντας ναυτικές ικανότητες και την προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας.
Η Ένωση επενδύει επίσης σε τεχνολογίες εντοπισμού και επιτήρησης για την αντιμετώπιση απειλών και δολιοφθοράς σε υποθαλάσσια καλώδια. Καθώς τα καλώδια καλύπτουν μεγάλες περιοχές, ανήκουν σε ιδιώτες και μπορούν να υποστούν εύκολα ζημιές, «η καλύτερη προσέγγιση είναι ένα πολυεπίπεδο σύστημα ανθεκτικότητας, σχεδιασμένο ώστε η παρέμβαση να είναι ανιχνεύσιμη, να περιορίζεται η διαταραχή από μια επιτυχημένη επίθεση και να αποκαθίσταται γρήγορα η υπηρεσία», εξήγησε η Κρεμίδας-Κόρτνεϊ.
Αυτή η προσέγγιση καθοδηγεί πλέον την πολιτική της ΕΕ. Το Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια Καλωδίων (2025) ενισχύει την ικανότητα της Ευρώπης να προλαμβάνει, να εντοπίζει, να αντιμετωπίζει και να αποκαθιστά περιστατικά σε καλώδια που διαταράσσουν κρίσιμες λειτουργίες όπως η επικοινωνία και ο ενεργειακός εφοδιασμός. Το πρόγραμμα OceanEye, ύψους 92 εκατ. ευρώ, διευρύνει την επίγνωση του θαλάσσιου χώρου με χρήση τεχνητής νοημοσύνης, αυτόνομων αισθητήρων και ψηφιακών διδύμων.
Στο πλαίσιο του Horizon Europe, τα έργα UnderSect και Smart Maritime and Underwater Guardian επενδύουν σχεδόν 6 εκατ. ευρώ το καθένα σε συστήματα εντοπισμού υποβρύχιων απειλών για λιμάνια και θαλάσσιες υποδομές. Έργα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας (EDF), όπως τα SHIELD και SOUND2, αναπτύσσουν συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για την ανίχνευση απειλών μέσω υποβρύχιων ακουστικών σημάτων.
Η ενίσχυση της ναυτικής άμυνας υπερβαίνει τον εντοπισμό και την επισκευή βλαβών σε καλώδια. Σύμφωνα με την Κρεμίδας-Κόρτνεϊ, οι αρχές θα πρέπει να εντοπίζουν πρότυπα συμπεριφοράς, όπως αδικαιολόγητες επιβραδύνσεις, αποκλίσεις από τις θαλάσσιες οδούς και χειραγώγηση σημάτων αναγνώρισης.
«Η πιο αποτελεσματική λύση, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα ολοκληρωμένο δίκτυο πληροφόρησης και δράσης που συνδυάζει υποθαλάσσιους αισθητήρες, δεδομένα AIS, παράκτια ραντάρ, δορυφορικές εικόνες, πληροφορίες και αρχεία λιμανιών σε ένα υφιστάμενο περιφερειακό κέντρο θαλάσσιων επιχειρήσεων με συνεχή στελέχωση», εξήγησε.
Ποιοι επενδύουν περισσότερο;
Την περίοδο 2016-2025, η σωρευτική παραγωγή της ΕΕ σε οχήματα και εξοπλισμό ναυτικής άμυνας έφτασε τα 117,8 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με το Blue Economy Observatory της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η παραγωγή παραμένει συγκεντρωμένη σε τέσσερις χώρες. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία αντιστοιχούν συνολικά στο 87% της βιομηχανικής παραγωγής ναυτικής άμυνας της Ένωσης. Η Ολλανδία, η Σουηδία και η Πολωνία προσθέτουν ακόμη 8%, κυρίως μέσω τεχνολογιών επιτήρησης και συστημάτων θαλάσσιας ασφάλειας.
Το 2025, η Γαλλία παρήγαγε το 37% της συνολικής παραγωγής οχημάτων ναυτικής άμυνας στην ΕΕ. Η Γερμανία και η Ιταλία συνεισέφεραν από 19% καθεμία, ενώ η Ισπανία ακολούθησε με 8%. Οι τέσσερις αυτές χώρες αντιπροσώπευαν το 82% της συνολικής αξίας παραγωγής της ΕΕ και το 60% των συνολικών αμυντικών δαπανών της. Αυτό δείχνει ότι οι αμυντικές δαπάνες παραμένουν υψηλότερες στα κράτη μέλη με μακρά παράδοση στον τομέα των εξοπλισμών.
«Λίγα μεγάλα ναυτικά μπορούν να προσφέρουν σπάνιες, υψηλής τεχνολογίας ικανότητες, αλλά δεν μπορούν να ασφαλίσουν κάθε ακτογραμμή, να περιπολούν όλες τις θαλάσσιες οδούς και να προστατεύουν κάθε τμήμα υποθαλάσσιας υποδομής. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται όλα τα κράτη να συγκροτήσουν στόλους αντίστοιχους της Ιταλίας ή της Γαλλίας, χρειάζεται όμως αξιόπιστες, κατανεμημένες δυνάμεις, συνδεδεμένες με διαλειτουργικά συστήματα και κοινή εικόνα του θαλάσσιου χώρου. Ο μόνος τρόπος να λειτουργήσει αυτό είναι μια προσέγγιση σε ευρωπαϊκή κλίμακα, που να περιλαμβάνει το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νορβηγία», προειδοποίησε η Κρεμίδας-Κόρτνεϊ.
Σε εταιρικό επίπεδο, η γαλλική Naval Group ήταν πρώτη με μερίδιο 24% της συνολικής παραγωγής της ΕΕ, κατασκευάζοντας προηγμένα πολεμικά πλοία επιφανείας (φρεγάτες και κορβέτες), υποβρύχια με πυρηνική πρόωση και μη επανδρωμένα συστήματα επιφανείας και υποβρύχιου χώρου. Η ιταλική Fincantieri (15%) ειδικεύεται σε πολεμικά πλοία και συστήματα υποβρύχιας άμυνας, όπως τορπίλες και σόναρ.
Η γερμανική Thyssenkrupp Marine Systems αντιπροσώπευε το 8% της συνολικής αγοράς της ΕΕ για οχήματα ναυτικής άμυνας, με επίκεντρο τα πλοία επιφανείας και την κατασκευή υποβρυχίων. Η ισπανική Navantia (7%) ναυπηγεί φρεγάτες πολλαπλών αποστολών, υποβρύχια με σύστημα AIP, αεροπλανοφόρα και περιπολικά σκάφη.
Το EDF στηρίζει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στην ανάπτυξη κοινών αμυντικών τεχνολογιών και εξοπλισμού. Επενδύει 2,7 δισ. ευρώ σε συνεργατική αμυντική έρευνα και 5,3 δισ. ευρώ σε συνεργατική ανάπτυξη δυνατοτήτων για την περίοδο 2021-2027. Ο προϋπολογισμός του EDF για το 2025 ανέρχεται σε 1,07 δισ. ευρώ και χρηματοδοτεί 57 έργα, μεταξύ των οποίων το E-DOMINION, που αναπτύσσει ψηφιακή αρχιτεκτονική και combat cloud για τα ευρωπαϊκά ναυτικά.
Σύμφωνα με τον Σκράμπακ, «πρέπει να συνεχίσουμε τη μετάβαση από κατακερματισμένες εθνικές λύσεις σε διαλειτουργικές, επεκτάσιμες και από κοινού αναπτυγμένες ικανότητες». Εξήγησε ότι το Ευρωπαϊκό Αμυντικό Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος για την Ολοκληρωμένη Ναυτική και Υποθαλάσσια Άμυνα «μπορεί να αποτελέσει βασικό εργαλείο γι’ αυτό, φέρνοντας τα κράτη μέλη, τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά προγράμματα και τις επενδύσεις σε ένα ενιαίο, συνεκτικό πλαίσιο».