Επανέρχεται η συζήτηση για τα ρωσικά χρήματα στο Βέλγιο: μπορεί ένας θεματοφύλακας της ΕΕ να πείσει τις αρχές και να λύσει το πολιτικό αδιέξοδο;
Τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία επανέρχονται στο τραπέζι. Και μαζί τους, τα ίδια παλιά προβλήματα.
Η Σουηδία, η Ολλανδία, η Ισπανία και η Πολωνία, με τη στήριξη των χωρών της Βαλτικής, ηγούνται μιας νέας προσπάθειας να διοχετεύσουν τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία της Ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας σε πρόσθετη οικονομική στήριξη προς την Ουκρανία, καθώς η εξουθενωμένη από τον πόλεμο χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με εκρηκτικές δαπάνες.
Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να βρεθεί η εκστρατεία αντιμέτωπη με έναν γνώριμο αντίπαλο: το Βέλγιο.
Η χώρα διακρατεί το μεγαλύτερο μέρος των 210 δισ. ευρώ στην Euroclear, έναν θεματοφύλακα με έδρα το κέντρο των Βρυξελλών, και φοβάται ότι οποιαδήποτε κίνηση για τη διοχέτευση των κεφαλαίων στην Ουκρανία θα την άφηνε εκτεθειμένη σε απρόβλεπτους κινδύνους και εξοντωτικές δικαστικές διαμάχες. Η Euroclear δίνει αυτή τη στιγμή μάχη σε αγωγή στη Ρωσία.
Το Βέλγιο βρέθηκε πέρυσι στην πρώτη γραμμή για να ακυρώσει ένα τολμηρό σχέδιο, το οποίο θα μετέτρεπε τα 210 δισ. ευρώ σε μια πιστωτική γραμμή μηδενικού επιτοκίου για την Ουκρανία. Τώρα υπόσχεται ότι θα κάνει το ίδιο.
«Οι λόγοι πίσω από την αντίθεσή μας δεν εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας», δήλωσε αυτή την εβδομάδα ο Βέλγος υπουργός Εξωτερικών Maxime Prévot. «Η χρήση αυτών των περιουσιακών στοιχείων μέσα από μια διαδικασία που ισοδυναμεί με δήμευση θα συνεπαγόταν πολύ σημαντικούς κινδύνους».
Αλλά τι θα γινόταν αν το Βέλγιο δεν βρισκόταν πλέον στο μάτι του κυκλώνα;
Μια ιδέα που κερδίζει έδαφος στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προβλέπει τη μεταφορά των κρατικών περιουσιακών στοιχείων που κρατούνται στην Euroclear σε έναν νέο θεματοφύλακα, ο οποίος θα ανήκει και θα ελέγχεται από την ίδια την ΕΕ. Η λογική είναι ότι έτσι θα απαλλαγούν από την ευθύνη και την έκθεση η Euroclear και, κατ’ επέκταση, το Βέλγιο.
Ο υπουργός Οικονομικών της Ουκρανίας, Sergii Marchenko, βλέπει θετικά το σχήμα.
«Η πρόταση που θα θέλαμε να συζητήσουμε είναι η δυνατότητα μεταφοράς της θεματοφυλακής των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων από το Βέλγιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση», δήλωσε στο Euronews ο Marchenko.
«Αυτό θα βοηθήσει να τακτοποιηθούν όλα και θα μετριάσει τον κίνδυνο».
Ο Marchenko υποστήριξε ότι ένας τέτοιος θεματοφύλακας θα απέφευγε την περίπλοκη δομή εθνικών εγγυήσεων και μηχανισμών συμψηφισμού που είχε σχεδιάσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να προστατεύσει το Βέλγιο από τις τακτικές καμένης γης της Μόσχας.
«Θα είναι κοινή ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και οι 27 χώρες θα υπογράψουν μία συμφωνία σε αυτή τη συζήτηση», είπε. «Είναι ένα εντελώς διαφορετικό σενάριο».
Η Κομισιόν γνωρίζει ότι η ιδέα του θεματοφύλακα κυκλοφορεί άτυπα ως πιθανή λύση, αλλά παραμένει απρόθυμη να ανοίξει ξανά τη συζήτηση για τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας χωρίς εγγύηση επιτυχίας. Η εκτελεστική εξουσία επιμένει ότι δεν έχει εγκαταλείψει τα κρατικά περιουσιακά στοιχεία.
Ένας θεματοφύλακας για όλους
Η ιδέα, αυτή καθαυτή, δεν είναι απαραίτητα καινούργια.
Τους τελευταίους μήνες, τρεις προσωπικότητες – ο Hugo Dixon, σχολιαστής του Reuters, ο Lee Buchheit, επίτιμος καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, και ο Daleep Singh, αντιπρόεδρος στην PGIM που υπηρέτησε στην κυβέρνηση Μπάιντεν – ηγούνται ενός σχεδίου με την ονομασία The Russian Transfer (πηγή στα Αγγλικά), που προωθεί αυτή τη μεταφορά.
Προτείνουν να χρησιμοποιηθούν οι έκτακτες εξουσίες του άρθρου 122 των Συνθηκών της ΕΕ, ώστε τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία που τηρούνται στην Euroclear και σε ιδιωτικές τράπεζες να μεταφερθούν σε έναν θεματοφύλακα που θα ανήκει στην ΕΕ, επικαλούμενοι λόγους δημόσιας ασφάλειας και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. (Το άρθρο 122, που απαιτεί ειδική πλειοψηφία, είχε χρησιμοποιηθεί ήδη για την επ’ αόριστον δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων.)
Ο θεματοφύλακας, όπως λένε, δεν θα έχει τη μορφή εταιρικής οντότητας και, ως εκ τούτου, δεν θα χρειάζεται να είναι εγκατεστημένος σε κάποιο μεμονωμένο κράτος μέλος, το οποίο θα μπορούσε να στοχοποιήσει η Μόσχα. Το Βέλγιο θα λάμβανε αποζημίωση για τον «μικρό κίνδυνο» πρόκλησης ζημιών από τη μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων, κάτι που θα προβλέπεται από τον κανονισμό της ΕΕ.
Η Ρωσική Κεντρική Τράπεζα θα παραμείνει τυπικά ιδιοκτήτρια των κεφαλαίων και θα δικαιούται να τα ανακτήσει μετά την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων στην Ουκρανία.
Οι Dixon, Buchheit και Singh υποστηρίζουν ότι η ιστορία προσφέρει ήδη ένα προηγούμενο: τον Μάρτιο του 2003, αμέσως μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, ο Λευκός Οίκος διέταξε τη μεταφορά 1,7 δισ. δολαρίων σε ιρακινά κρατικά περιουσιακά στοιχεία σε ειδικό λογαριασμό στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης.
«Αν η ΕΕ αξιοποιήσει τα 210 δισ. ευρώ σε περιουσιακά στοιχεία για να βοηθήσει το Κίεβο, ο Πούτιν θα γνωρίζει ότι δεν μπορεί να κερδίσει απλώς και μόνο επειδή η Ουκρανία θα ξεμείνει από χρήματα. Ίσως τότε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι καλύτερα να επιδιώξει την ειρήνη», λένε.
Ο Karel Lannoo, γενικός διευθυντής του Centre for European Policy Studies, έχει προτείνει ένα εναλλακτικό σενάριο: ένα Ειδικό Όχημα Σκοπού (πηγή στα Αγγλικά) (SPV), το οποίο θα συγκεντρώσει το σύνολο των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων, αλλά θα χρησιμοποιεί αποκλειστικά τις έκτακτες αποδόσεις τους (περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως) για να στηρίζει την έκδοση ομολόγων. Αυτό θα βοηθούσε την ΕΕ να κινητοποιήσει μεγαλύτερα ποσά από την αρχή για τη στήριξη της Ουκρανίας.
Σημειωτέον ότι το κεφάλαιο (210 δισ. ευρώ) θα παραμένει ανά πάσα στιγμή ανέγγιχτο.
Σύμφωνα με το σχέδιο του Lannoo, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), που δημιουργήθηκε το 2012 ως μόνιμος «κόφτης» για την ευρωζώνη, θα παρείχε τις αναγκαίες εγγυήσεις για τα ομόλογα. Ο ESM διαθέτει μέγιστη δανειοδοτική ικανότητα 500 δισ. ευρώ.
«Χρειάζεται υπερβολικά πολύς χρόνος ώστε τα κράτη μέλη να εγκρίνουν εθνικές εγγυήσεις», δήλωσε ο Lannoo, αναφερόμενος στην αποτυχημένη πρόταση της Κομισιόν. «Είναι προτιμότερο να αξιοποιήσουμε ό,τι ήδη έχουμε, ώστε να υπάρχει όσο το δυνατόν λιγότερη τριβή».
«Χρειαζόμαστε μια δομή και την απαραίτητη αλληλεγγύη γύρω από αυτή».
Αξιοσημείωτο είναι ότι το SPV είχε αναφερθεί από την ίδια την Κομισιόν σε έγγραφο επιλογών που εστάλη πέρυσι στα κράτη μέλη. Το κείμενο, ωστόσο, προειδοποιούσε ότι το κόστος χρηματοδότησης ενός SPV θα ήταν «υψηλότερο» από ό,τι στον παραδοσιακό κοινό δανεισμό.
Κρίση αξιοπιστίας
Οι υποστηρικτές της ιδέας είναι πεπεισμένοι ότι η αλλαγή της θεματοφυλακής θα μετρίαζε τις βαθιά ριζωμένες ανησυχίες του Βελγίου, θα έσπαζε το πολιτικό αδιέξοδο και θα έδινε στην ΕΕ τεράστια χρηματοδοτική ισχύ για τη στήριξη της Ουκρανίας.
Βέλγοι αξιωματούχοι έχουν λάβει γνώση της άτυπης πρότασης και αναγνωρίζουν ότι θα μπορούσε να άρει ορισμένες από τις πάγιες αντιρρήσεις τους, καθώς η Euroclear, ως συστημικά σημαντικός θεσμός, δεν θα βρισκόταν πλέον στο επίκεντρο της διαμάχης.
Ωστόσο, ο θεματοφύλακας θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπος με προκλήσεις πέρα από τον έλεγχό του.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους το περσινό φιλόδοξο σχέδιο κατέρρευσε την τελευταία στιγμή ήταν ο φόβος πως ξένα κράτη και επενδυτές θα εξέλαβαν την κίνηση ως δήμευση κρατικών περιουσιακών στοιχείων, κάτι που απαγορεύεται αυστηρά από το διεθνές δίκαιο, και θα μετέφεραν τα δικά τους περιουσιακά στοιχεία σε άλλες δικαιοδοσίες, προκαλώντας κρίση αξιοπιστίας για ολόκληρη την ευρωζώνη.
Αυτό το φαινόμενο ντόμινο βάρυνε ιδιαίτερα στις σκέψεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) κατά τις δύσκολες διαπραγματεύσεις του περασμένου έτους.
Η πρόεδρός της, Κριστίν Λαγκάρντ, συμβούλεψε κατ’ ιδίαν τους ηγέτες της ΕΕ να αξιοποιήσουν τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία σε συντονισμό με άλλους δυτικούς συμμάχους, ώστε να μην στοχοποιηθεί η ευρωζώνη.
Η τράπεζα αργότερα αρνήθηκε να παράσχει επείγουσα ρευστότητα για τις εγγυήσεις.
Η ΕΚΤ, η Euroclear και ορισμένα κράτη μέλη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη οποιαδήποτε πρόταση υψηλού ρίσκου που θα μπορούσε να προκαλέσει έξοδο επενδυτών, να πυροδοτήσει χρηματοπιστωτική αστάθεια και να υπονομεύσει το ευρώ ως δεύτερο σημαντικότερο νόμισμα παγκοσμίως, σε μια περίοδο που η διεθνής αναταραχή είναι ήδη έντονη.
Μένει να φανεί σε ποιον βαθμό μια αλλαγή θεματοφυλακής θα ήταν ικανή να τους πείσει για το αντίθετο.