Οι τιμές του πετρελαίου υποχωρούν μετά την αύξηση παραγωγής του OPEC+ και την ακύρωση επικείμενης «μεγάλης επίθεσης» των ΗΠΑ στο Ιράν
Η τιμή βαρελιού του αργού Brent με παράδοση τον Οκτώβριο υποχώρησε κατά 5,16%, στα 83,39 δολάρια το βαρέλι, ενώ τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του αμερικανικού αργού τύπου WTI με παράδοση τον Σεπτέμβριο σημείωσαν πτώση σχεδόν 6%, στα 79,66 δολάρια το βαρέλι.
Οι τιμές υποχώρησαν μετά τη δήλωση Τραμπ ότι αργότερα μέσα στην ημέρα θα ξεκινήσουν νέες συνομιλίες με το Ιράν, περιορίζοντας τις ανησυχίες για επιδείνωση της κρίσης στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Παράλληλα, Σαουδική Αραβία, Ρωσία και πέντε ακόμη βασικά μέλη του σχήματος ΟΠΕΚ+ συμφώνησαν σε διαδικτυακή συνεδρίαση την Κυριακή να αυξήσουν την παραγωγή πετρελαίου κατά 188.000 βαρέλια ημερησίως από τον Σεπτέμβριο, στον απόηχο των αναταράξεων που προκαλεί η σύρραξη στη Μέση Ανατολή, πιέζοντας προς τα κάτω τις τιμές.
«Οι επτά συμμετέχουσες χώρες αποφάσισαν να εφαρμόσουν προσαρμογή της παραγωγής κατά 188 χιλιάδες βαρέλια την ημέρα», ανέφεραν σε κοινή ανακοίνωσή τους.
Η αύξηση, που αποφασίστηκε από τις βασικές χώρες της διευρυμένης Οργάνωσης Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών, ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη από τους αναλυτές.
«Ο ΟΠΕΚ+ ολοκλήρωσε την αντιστροφή των εθελοντικών περικοπών του. Η επόμενη πρόκληση είναι η διαχείριση του πλεονάσματος που ενδέχεται να προκύψει καθώς οι ροές εξαγωγών επανέρχονται στο φυσιολογικό», δήλωσε ο Χόρχε Λεόν, αναλυτής της Rystad Energy.
Προειδοποίησε πάντως ότι η απόφαση «αλλάζει λίγα πράγματα βραχυπρόθεσμα, καθώς το (στενό του) Ορμούζ παραμένει ουσιαστικά κλειστό. Η πραγματική επίδραση στην αγορά θα γίνει αισθητή όταν οι εξαγωγικές ροές επανέλθουν στην κανονικότητα».
Οι χώρες του Κόλπου δυσκολεύονται να αυξήσουν τις εξαγωγές τους λόγω της παράλυσης στα Στενά του Ορμούζ, λόγω του αποκλεισμού που εφαρμόζει το Ιράν στη διάρκεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή, παρά τη πρόσκαιρη ανάκαμψη της ναυτιλιακής κίνησης μετά την υπογραφή μνημονίου συνεννόησης ΗΠΑ–Ιράν τον Ιούνιο.
Πολλά μέλη του ΟΠΕΚ+ δεν μπορούν να παράγουν όσο πετρέλαιο επιτρέπουν οι επίσημοι στόχοι τους λόγω «μείωσης της παραγωγικής ικανότητας», επομένως η αύξηση των στόχων έχει χάσει μέρος της σημασίας της, δήλωσε ο Τζοβάνι Σταούνοβο, αναλυτής της UBS.
Προβλέψεις για παύση
Η αύξηση του Σεπτεμβρίου, στην οποία συμφώνησαν οι χώρες του ΟΠΕΚ+ Σαουδική Αραβία, Ρωσία, Ιράκ, Κουβέιτ, Καζακστάν, Αλγερία και Ομάν, ολοκληρώνει την αντιστροφή του δεύτερου από τα τρία πακέτα περικοπών παραγωγής που είχε θεσπίσει ο οργανισμός.
«Αφού ολοκλήρωσε την καμπάνια αποκατάστασης, ο ΟΠΕΚ+ έχει ελάχιστα κίνητρα για να σπεύσει σε νέες αλλαγές στην προσφορά. Το βασικό μας σενάριο είναι μια παύση κατά το τέταρτο τρίμηνο, ενώ η ομάδα θα προετοιμάζεται για τις διαπραγματεύσεις των ποσοστώσεων του 2027», ανέφερε ο Χόρχε Λεόν της Rystad Energy.
«Προς το παρόν, η γεωπολιτική συγκαλύπτει την έκταση της αύξησης της προσφοράς. Αυτό θα γίνει πολύ πιο σαφές όταν οι ροές εξαγωγών επανέλθουν στο φυσιολογικό», πρόσθεσε.
Παραμένει ασαφές πότε η ομάδα θα μπορέσει στην πράξη να αυξήσει τον όγκο παραγωγής πετρελαίου. Ορισμένες χώρες–μέλη, όπως το Ιράκ, έχουν εκφράσει την επιθυμία να αυξήσουν σημαντικά την παραγωγή τους.
Η Ρωσία, ωστόσο, βρίσκεται αντιμέτωπη με ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις πετρελαϊκές της υποδομές, οι οποίες έχουν περιορίσει την παραγωγή, που αυτή την περίοδο κινείται γύρω στα εννέα εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, έναντι στόχου 9,8 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα.
Ο ΟΠΕΚ+ «αντιμετωπίζει ενδεχομένως δύσκολες συνομιλίες για νέες ποσοστώσεις παραγωγής» από την επόμενη χρονιά, μετά την αύξηση του Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με αναλυτές της DNB Carnegie.
Από τα τέλη του 2022 έως το 2023, ο ΟΠΕΚ+ ανησύχησε για την πτώση των τιμών του πετρελαίου και συμφώνησε να μειώσει την παραγωγή σε τρεις διακριτές φάσεις, περιορίζοντας τη συνολική προσφορά κατά σχεδόν έξι εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα.
Ωστόσο η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία, το Ιράκ, το Κουβέιτ, το Καζακστάν, η Αλγερία, το Ομάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα – πριν από την αποχώρηση των τελευταίων από την ομάδα την 1η Μαΐου – άλλαξαν στη συνέχεια στρατηγική, προχωρώντας σε σταδιακή αύξηση της παραγωγής από το 2025.
«Δεν θεωρώ ότι η συνοχή κινδυνεύει αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο Χόρχε Λεόν, προειδοποιώντας ωστόσο ότι η αποχώρηση των ΗΑΕ από την ομάδα τον Μάιο ανέδειξε μια αδυναμία σε αυτό το πεδίο.