Το euronews δεν είναι διαθέσιμο στον Internet Explorer. Ο συγκεκριμένος browser δεν είναι ενημερωμένος από την Microsoft και δεν ακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις. Χρησιμοποιήστε κάποιον άλλο φυλλομετρητή, όπως Edge, Safari, Google Chrome ή Mozilla Firefox.
Έκτακτη είδηση

Κεντροαφρικανική Δημοκρατία: Βαθύς διχασμός παρά την εκεχειρία

Κεντροαφρικανική Δημοκρατία: Βαθύς διχασμός παρά την εκεχειρία
Euronews logo
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ένα χρόνο μετά το τέλος του τρίτου εμφυλίου πολέμου στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, μία περίεργη ηρεμία επικρατεί στην πρωτεύουσα Μπανγκί.

Παρά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός τον περασμένο Ιούλιο και την παρουσία διεθνών στρατευμάτων σε όλη τη χώρα, οι εντάσεις παραμένουν.

Στο γενικό νοσοκομείο του Μπανγκί, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, τους οποίους ακολουθήσαμε, δε χαλαρώνουν ποτέ.

«Τι σου έκαναν»; ρωτάει η Μαρίν, γιατρός, έναν ασθενή.

«Μου επιτέθηκαν με ένα πυροβόλο» απαντάει.

«Κάποιες φορές δεχόμαστε δύο ή τρεις ασθενείς ταυτόχρονα. Τελευταία είναι σχετικά ήσυχα. Αλλά δεχόμαστε ασθενείς με πληγές από όπλα κάθε μέρα» λέει η Μαρίν.

Οι σφαγές που ακολούθησαν το πραξικόπημα του Μαρτίου 2013 άφησαν ανοιχτές πληγές.

Υπό την ηγεσία του Μισέλ Τζοτόντια, ο συνασπισμός των ανταρτών Σελέκα με μια ισχυρή μουσουλμανική συνιστώσα, επιδόθηκαν σε βαρβαρότητες άνευ προηγουμένου εναντίον των μη μουσουλμάνων κατοίκων.

Οι χριστιανικές πολιτοφυλακές αυτοάμυνας, οι Αντι-Μπαλάκα, ανταπέδωσαν, επιτιθέμενοι με τη σειρά τους εναντίον της μουσουλμανικής κοινότητας.

Ακολούθησε ένας νέος γύρος τρόμου. Η επίθεση σκότωσε περίπου 5.000 ανθρώπους και ανάγκασε σε φυγή 800.000 ανθρώπους εντός και εκτός χώρας.

Ένα μεγάλο μέρος των μουσουλμανικών κοινοτήτων προωθήθηκε στα ανατολικά, ενώ η πλειοψηφία των μη μουσουλμάνων συγκεντρώθηκε στα δυτικά και στην πρωτεύουσα.

Στο στρατόπεδο του Μπόκο κοντά στο αεροδρόμιο του Μπανγκί, βρίσκονταν περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι.

Πολλοί ήταν εξορισμένοι, κάποιοι λίγοι μπορούσαν να επιστρέψουν στο σπίτι τους.

Μέλη μη μουσουλμανικών κοινοτήτων του Μπανγκί, απέφυγαν τις βιαιοπραγίες των πρώην Σελέκα.

«Σπίτια καταστράφηκαν, κάηκαν, άνθρωποι εκδιώχθηκαν. Αυτοί που είναι στο στρατόπεδο Μπόκο, τώρα 2000 εκτοπισμένοι, δεν έχουν στέγη, ούτε καταφύγιο. Υποφέρουν, δεν έχουν τίποτα. Αυτό τους εμποδίζει από το να επιστρέψουν στο σπίτι, καθώς και η συνεχιζόμενη ανασφάλεια στη χώρα» λέει ο συντονιστής του στρατοπέδου.

«Δεν μπορούμε να βγούμε λόγω ανασφάλειας. Από τη στιγμή που θα υπάρξει ασφάλεια και αφοπλισμός θα επιστρέψω στο σπίτι μου» λέει ένας εκτοπισμένος.

Η ανησυχία είναι μεγάλη στο στρατόπεδο Μπόκο που η κυβέρνηση θέλει να μεταφέρει.

Οι διανομές τροφίμων σταμάτησαν, η ανασφάλεια αυξάνει.

Το νοσοκομείο που έχουν εγκαταστήσει οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα προσφέρει μία σπάνια φροντίδα στους εκτοπισμένους, των οποίων η υγεία βρίσκεται σε κίνδυνο.

Πάμε τώρα στα δυτικά της χώρας. Μια περιοχή από όπου εκδιώχθηκε το 90% του μουσουλμανικού πληθυσμού από τις πολιτοφυλακές Αντι- Μπαλάκα, στον απόηχο των δολοφονιών που διαπράχθηκαν από τους Σελέκα.

Εκείνοι που παραμένουν, έχουν βρει καταφύγιο σε ειδικούς θύλακες υπό την προστασία της ειρηνευτικής αποστολής «Μινούσκα» των Ηνωμένων Εθνών στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

Μέσα στην πόλη Καρνό, σε αυτή την εκκλησία, 600 μουσουλμάνοι περιμένουν εδώ και μήνες να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Δεν μπορούν να απομακρυνθούν πολύ από εκεί από φόβο μήπως δεχτούν επίθεση.

Ο δήμαρχος του Καρνό προσπαθεί να επαναφέρει την ηρεμία στην πόλη, μαζί με όλους τους προύχοντες όλων των κοινοτήτων και τους επικεφαλής Αντι- Μπαλάκα.

Σε μερικές δεκάδες μέτρα από την εκκλησία, τα σπίτια των εκτοπισμένων μουσουλμάνων έχουν καταληφθεί. Σύμφωνα με το δήμαρχο, πρόκειται για ένα προληπτικό μέτρο εναντίον των πλιατσικολόγων και των εμπρηστών.

«Κάναμε τα πάντα για να διατηρήσουμε αυτά τα κτίρια με τη Γερουσία και τους θρησκευτικούς ηγέτες. Αυτά τα σπίτια είναι ιδιωτική ιδιοκτησία, ακόμα και αν οι ιδιοκτήτες δεν είναι εκεί. Πρέπει να τα προφυλάξουμε μέχρι τη συμφιλίωση» λέει ο δήμαρχος, Πιερ Ντοτούα.

Μια διαδικασία συμφιλίωσης που αναμένεται ακόμα περισσότερο καθώς η οικονομική δραστηριότητα βρίσκεται σε στασιμότητα.

Η υγειονομική κατάσταση δεν υπήρξε ποτέ χειρότερη.

Εδώ όπως και σε όλες τις χώρες, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα λειτουργούν ως υποκατάστατα των χρεοκοπημένων δημοσίων υπηρεσιών υγείας.

Η ελονοσία, οι αναπνευστικές λοιμώξεις, το AIDS είναι καθημερινότητα στο νοσοκομείο του Καρνό.

Οι περιπτώσεις βρεφικού υποσιτισμού είναι όλο και πιο συχνές.

«Στη διάρκεια των γεγονότων δεν είχαμε τόσα πολλά, γιατί οι γονείς μετακινούνταν, άλλοι ήταν στα δάση άλλοι έψαχναν καταφύγιο να κρυφτούν. Τα γεγονότα δεν τους επέτρεπαν να αναπτυχθούν και τα παιδιά δεν είχαν αρκετό φαγητό. Και δεδομένου ότι υπάρχει εκεχειρία δεχόμαστε όλο και περισσότερα περιστατικά» δήλωσε ο παιδίατρος Τζάστιν Ολαντετζί.

Η φτώχεια έρχεται σε αντίθεση με τον πλούτο της περιοχής που ήταν εξαρτημένος σε μεγάλο βαθμό από τη βιομηχανία διαμαντιών.

Εξαιτίας του διεθνούς εμπάργκο, η εξαγωγή των πολύτιμων ορυκτών της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας ωφελούσε κυρίως διακινητές κάθε είδους.

Η εγκληματικότητα ήταν κοινός τόπος.

Στο δρόμο από τα δυτικά προς τα σύνορα με το Καμερούν, οι εμπορικές και ανθρωπιστικές πομπές συχνά δέχονταν επιθέσεις.

Φτάσαμε χωρίς κάποια ενόχληση στο Μπερμπεράτι, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας.

Εδώ επίσης, η ζωή και ο θάνατος βρίσκονται κοντά, και οι ανάγκες σε επίπεδο υγείας είναι τεράστιες.

«Σήμερα έρχονται περισσότεροι στο νοσοκομείο, γιατί παρέχουμε δωρεάν περίθαλψη. Αλλά πριν από αυτό, όταν δεν ήταν δωρεάν, προτιμούσαν παραδοσιακές θεραπείες στο σπίτι. Από τη στιγμή, όμως, που είναι δωρεάν, τα παιδιά έρχονται περισσότερο στο νοσοκομείο, αλλιώς δε θα έρχονταν», λέει ο Μισέλ Μπιμάκο επικεφαλής στο περιφερειακό νοσοκομείο του Μπερμπεράτι.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν στήριξη και σε κέντρα που βρίσκονται διασκορπισμένα στην πόλη, όπως στη γειτονιά του Ποτοπότο.

Ο αριθμός των ασθενών μειώθηκε, από τότε που η μουσουλμανική κοινότητα εκδιώχθηκε και καταστράφηκαν τα σπίτια τους και οι ναοί τους.

Μια απάντηση στις σφαγές των μη μουσουλμάνων πολιτών από τους αντάρτες Σελέκα στη διάρκεια της σύγκρουσης.

Η επιστροφή στη συνύπαρξη είναι δύσκολη σύμφωνα με τον επικεφαλής του κέντρου υγείας.

«Τώρα οι άνθρωποι που ζουν εδώ είναι εκείνοι που δεν είχαν ένα σπίτι. Από τη στιγμή που οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ έφυγαν, ήρθαν για να καταλάβουν τα σπίτια τους. Και άλλοι απλώς βρήκαν την ευκαιρία να επωφεληθούν απλώς για να καταστρέψουν».

Συναντάμε εκείνους που παρουσιάζονται ως Αντι- Μπαλάκα στην περιοχή, μια ομάδα εξαγριωμένων νέων.

Πολλοί από αυτούς φαίνονται υπό την επήρεια αλκοόλ ή και ναρκωτικών.

Τα εγκλήματα που έγιναν εδώ από τους πρώην Σελέκα λένε ότι είναι ασυγχώρητα.

Τα αίματα ανάβουν γρήγορα. Και τα λόγια τους είναι εκρηκτικά.

Στην εκκλησία του Μπερμπεράτι έτρεξαν οι 350 μουσουλμάνοι που παραμένουν στην πόλη. Δεν υπάρχει τρόπος για αυτούς να απομακρυνθούν περισσότερο από 200 μέτρα από την πύλη.

Οι επιθέσεις είναι συχνές. Παρά το γεγονός ότι έχουν απειληθεί, ο επίσκοπος και η ομάδα του είναι αποφασισμένοι να προστατέψουν αυτούς που φιλοξενούν για όσο χρειαστεί. Και δουλεύουν σκληρά για τη συμφιλίωση.

«Είναι μία πολιτική σύγκρουση. Χρησιμοποίησαν το θρησκευτικό πλαίσιο για να καλυφθούν, αυτό είναι όλο. Πριν οι κοινότητες δεν συγκρούστηκαν ποτέ. Προσπαθούμε να τους πείσουμε ότι όλοι είναι ελεύθεροι να μετακινούνται. Αλλά αυτό το μήνυμα δεν έχει φτάσει ακόμα στα αυτιά πολλών από αυτούς που ελέγχουν την κατάσταση. Αυτό μας πονάει. Αλλά δεν πτοούμαστε» δήλωσε ο επίσκοπος.

Ο φόβος παραμένει ισχυρός.

Ο Αμπντού Ραμάν έφτασε εδώ και λίγες μέρες. Κρυμμένος στο δάσος για μήνες, δέχτηκε επίθεση με μαχαίρι αφού προσπάθησε να επιστρέψει στο αποδεκατισμένο του χωριό.

Αλλά πίσω από την αγωνία του, υπάρχει ελπίδα: «Εμείς από την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, είμαστε όλοι άνθρωποι. Είμαστε ίδιοι. Μπήκε ο διάολος ανάμεσά μας. Τρώμε μαζί, κοιμόμαστε μαζί. Μουσουλμάνοι και χριστιανοί. Οι πολιτικοί μας “δηλητηριάζουν”. Αλλά θα συμφιλιωθούμε».