Το euronews δεν είναι διαθέσιμο στον Internet Explorer. Ο συγκεκριμένος browser δεν είναι ενημερωμένος από την Microsoft και δεν ακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις. Χρησιμοποιήστε κάποιον άλλο φυλλομετρητή, όπως Edge, Safari, Google Chrome ή Mozilla Firefox.
Έκτακτη είδηση

Οι τυφλοί»: Αναζητώντας το φως και την ελπίδα σε έναν σκοτεινό κόσμο

Οι τυφλοί»: Αναζητώντας το φως και την ελπίδα σε έναν σκοτεινό κόσμο
Euronews logo
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ένα άγνωστο έργο του νομπελίστα Μωρίς Μέτερλινκ διασκευάζει και παρουσιάζει η Ζωή Χατζηαντωνίου, στις 12 & 13 Ιουλίου, στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. «Οι τυφλοί» γράφτηκαν το 1890 και φέρουν όλη την ατμόσφαιρα του fin de siecle, καλώντας τον θεατή να παρακολουθήσει το χρονικό ενός συμβολικού θανάτου, μέσα από μια διαδικασία που προϋποθέτει τον επαναπροσδιορισμό των αισθήσεων και της πραγματικότητας. Προεικονίζοντας το μπεκετικό σύμπαν πολλά χρόνια νωρίτερα, το έργο θίγει το θέμα της δράσης-μη δράσης, της πίστης, το πώς μια κοινότητα ανθρώπων αφήνει την τύχη της σε έναν οδηγό-ταγό, αλλά και τον αιώνιο φόβο του ανθρώπου απέναντι στο άγνωστο, στο μετά, στον θάνατο.

Σε ένα τοπίο δάσους χωρίς όρια, μια ομάδα 12 τυφλών ανδρών και γυναικών αναμένουν την επιστροφή του οδηγού τους. Ανήμποροι να μετακινηθούν, επινοούν τρόπους για να περάσουν το χρόνο τους, συνομιλούν για να καταπραΰνουν το φόβο και να σιγουρευτούν ότι δεν είναι μόνοι. Η ώρα περνά, η κρύα νύχτα τους καλύπτει κι ο φόβος απέναντι στα άγνωστα στοιχεία της φύσης μεγαλώνει. Τρεις γυναίκες προσεύχονται ακατάπαυστα, κάποιοι ψάχνουν τρόπο να γυρίσουν στον ασφαλή και γνώριμο χώρο του ασύλου από όπου ξεκίνησαν, ένα βρέφος κλαίει στην αγκαλιά της τυφλής μητέρας του, κάπου μακριά καμπάνες χτυπούν μεσάνυχτα – ή μήπως μεσημέρι; Χαμένοι, εγκαταλελειμμένοι κι αβοήθητοι, θεωρούν μόνη σωτηρία το βρέφος αφού είναι το μόνο που βλέπει. Συσπειρωμένοι, το κρατούν ψηλά, σαν οδηγό. Μάταια. Το βρέφος σπαράζει στα χέρια τους κι αυτοί ζητούν έλεος. Το έργο μοιάζει με ένα στατικό tableau vivant, όπου δε υπάρχει καμιά ουσιαστική εξέλιξη, παρά η λεπταίσθητη εσωτερική μετακίνηση των χαρακτήρων. Σαν μια σειρά από ενσταντανέ που φωτογραφίζουν τους τυφλούς σ’ αυτή τη μετεωρική πορεία, που δεν εξελίσσεται γραμμικά.

Το έργο μοιάζει να είναι δραματικά επίκαιρο αυτές τις μέρες και δεν θα μπορούσαμε να μην ξεκινήσουμε με αυτή την αφορμή τη συζήτησή μας με τη Ζωή Χατζηαντωνίου. Η ανάγκη δράσης, αλλά και η ανάθεση της σωτηρίας και της ελπίδας της ανθρωπότητας σε κάποιον ηγέτη-ιερέα είναι κομβικά ζητήματα.

Η έννοια της δράσης και τη μη δράσης είναι κεντρική σ’ αυτό το έργο

Η άποψη του Μέτερλινκ είναι ότι ό,τι και να κάνουμε, δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Είμαστε μυρμηγκάκια που μέσα στον μεγάλο χρόνο του σύμπαντος δεν έχουμε καμιά δύναμη. Οι ήρωες δεν προβαίνουν σε καμιά εξωτερική δράση. Υπάρχει μόνο η εσωτερική δράση, μια εσωτερική μετακίνηση του ψυχισμού τους. Γι’ αυτό θεωρείται ένα στατικό δράμα. Εμείς δουλέψαμε τις εσωτερικές κινήσεις, τις εσωτερικές μετακινήσεις των ηθοποιών. Χρειάστηκε να δουλέψουν πάρα πολύ πάνω σ’ αυτή την ιδέα. Χρειάστηκε να βγάλουν τα πέπλα της κυριολεκτικής δράσης. Να αφουγκραστούν αυτό που συμβαίνει πάνω στη σκηνή και να προβούν σε μια μικρή εσωτερική μετατόπιση. Να ψάξουν πιο βαθιά.

Υπάρχει ανάγκη για δράση στις μέρες μας; Και δεν μιλώ μόνο σε πολιτικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο, όπου τόσα συμβαίνουν γύρω μας και εμείς δεν αντιδρούμε

Είμαστε δυστυχώς καθηλωμένοι. Είμαστε για την ακρίβεια πολύ επιρρεπείς στην καθήλωση και τον ύπνο. Είμαστε κι εμείς σαν υπνωτισμένοι, τυφλοί. Δυστυχώς, τα μάτια μας συνηθίζουν πολύ εύκολα σε ότι συμβαίνει γύρω μας. Το αποδέχονται. Το γεγονός ότι εδώ και πολλά χρόνια υπάρχουν άστεγοι και περνάμε δίπλα τους χωρίς να τους βλέπουμε καν, είναι τρομερό. Πιο πολύ νομίζω ότι θα κοιτάξω αν η γλάστρα έχει ανθίσει ή έχει μαραθεί, παρά τον άστεγο που κοιμάται δίπλα στη γλάστρα. Έχουμε συνηθίσει αυτό το τοπίο των ανθρώπων, παρόλο που οι περισσότεροι ζουν στα όρια, μεταξύ ζωής και θανάτου. Χρειαζόμαστε λοιπόν σίγουρα την αφύπνιση, γιατί η καθήλωση και η αδιαφορία είναι λίγο και στη φύση μας. Αυτό που έχει συμβεί τον τελευταίο καιρό στην χώρα μας είναι ένα είδος κινητοποίησης. Ο κόσμος θέλει να μάθει περισσότερα για ποιο λόγο η Ελλάδα είναι σ’ αυτή τη θέση, ποιες είναι οι προοπτικές, τι μπορεί να γίνει. Δεν έχουμε, νομίζω, ξαναδεί τόσες συζητήσεις περί Ευρώπης, το τι γίνεται στο Ευρωκοινοβούλιο και την Κομισιόν. Για μένα αυτό είναι ενθαρρυντικό. Είναι ένα είδος δράσης. Μπορεί να μην ξέρουμε που θα μας οδηγήσει, αλλά υπάρχει μια μετατόπιση του κόσμου.

Αυτή η πολιτική διάσταση έπαιξε ρόλο στη δική σου σκηνοθετική προσέγγιση;

Αυτή ήταν η αφετηρία μου, αλλά πολύ σύντομα συνειδητοποίησα το λάθος μου. Είδα το έργο πιο πολιτικά, ενώ η προσέγγιση του θέματος από τον συγγραφέα είναι πιο μεταφυσική, πιο οντολογική. Συνέδεσα δηλαδή την τυφλότητα των ηρώων με την δική μας πολιτική και κοινωνική αδράνεια, ότι συμβαίνουν γύρω μας πράγματα που μας ξεπερνούν και εμείς δεν κάνουμε κάτι, δεν αντιδρούμε. Απλά περιμένουμε. Μοιάζει πολύ η κατάστασή μας με την συνθήκη της ομάδας τυφλών στο έργο. Επειδή όμως ο Μέτερλινκ είναι ένας συγγραφέας που πρέπει να ψάξεις πολύ για να τον αποκρυπτογραφήσεις, κατάλαβα ότι τον ενδιαφέρουν άλλες περιοχές της ανθρώπινης φύσης, πιο σκοτεινές, πιο δυσδιάκριτες. Μέσα λοιπόν από τις πρόβες φτάσαμε περισσότερο στη μεταφυσική διάσταση του ζητήματος. Τώρα όμως, κι έχει πλάκα το πώς κλείνει ο κύκλος αυτής της δοκιμής, οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων δύο εβδομάδων, σε κάνουν να βλέπεις αναγκαστικά το έργο με άλλο φίλτρο. Η συγκυρία δίνει υποχρεωτικά πολιτικό χρώμα στο έργο.

Άρα το έργο έχει να κάνει με μια ομάδα ανθρώπων που δεν μπορούν να ορίσουν την πραγματικότητα μέσα στην οποία ζουν;

Είναι μια ομάδα ανθρώπων που προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι είναι, πώς βρέθηκαν εκεί, ποιος είναι αυτός που στέκεται δίπλα τους, που ήταν και που θα πάνε. Προσπαθούν πολύ, χωρίς όμως να καταφέρνουν να ορίσουν το είναι τους και να δημιουργήσουν μια κοινή συνισταμένη της ύπαρξής τους. Ο Μέτερλινκ δέχεται το φόβο τους, την αδυναμία τους να αλλάξουν τα πράγματα, γιατί όλο αυτό το θεωρεί ίδιον της ανθρώπινης φύσης. Έτσι είμαστε και δεν μπορούμε να το αλλάξουμε. Ο συγγραφέας εστιάζει αρκετά σ’ αυτή την αδυναμία. Προσπαθεί να την κατανοήσει, φωτίζοντας τα χαρακτηριστικά της. Ο φόβος δεν μας καθηλώνει υποχρεωτικά. Μπορεί να μας κάνει να προχωρήσουμε στη ζωή μας. Ο φόβος το σκοτάδι είναι μέσα στον άνθρωπο. Πρέπει ο άνθρωπος να δουλέψει αυτό το σκοτάδι για να βρεθεί στο φως, να προχωρήσει στη ζωή του, να καταλάβει με τη λογική την ουσία της ύπαρξής του. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, έχουμε δηλαδή ανάγκη τον Μεσαίωνα για να φτάσουμε στο Διαφωτισμό και στον ορθολογισμό. Και η εξέλιξη αυτή δεν είναι γραμμική. Η μία κατάσταση κυοφορεί την άλλη, είναι παρούσες και οι δύο διαρκώς. Πρόκειται για μικρές μετατοπίσεις στην ανθρώπινη κατάσταση. Ένας μετεωρισμός.

Δεν τους βρίσκουμε ούτε στην αρχή της πορείας τους, αλλά ούτε και στο τέλος. Τους συναντάμε στη μέση της διαδρομής τους και εκεί τους αφήνουμε τελικά. Φτάνουν κάπου;

Όχι δεν καταλήγουν κάπου. Υπάρχει μετακίνηση. Αλλά για να το θέσω καλύτερα αλλάζουν περιοχή άγνοιας. Ενώ ξεκινούν έχοντας με μερική άγνοια για ό,τι τους συνέβαινε, κάνουν ένα βήμα προς τα μπροστά, οδηγούμενοι όμως σε μια νέα περιοχή άγνοιας. Βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο μεταξύ της προηγούμενης και μιας επερχόμενης άγνοιας, μιας άγνωστης δηλαδή περιοχής που αγνοούν. Συνειδητοποιούν ότι ό,τι έχουν ζήσει είναι σαν να μην υπήρχε. Η ουσιαστική τους δηλαδή μετακίνηση έχει να κάνει με την κατανόηση του διαφορετικού είδους άγνοιας.

Άρα δεν χειραφετούνται;

Όχι σε καμιά περίπτωση. Τα πάντα εντέλει είναι επινοήσεις του ανθρώπου που πηγάζουν από πολύ βαθιές ανάγκες. Το να μην είμαστε χειραφετημένοι, αλλά καθοδηγούμενοι, το να χρειαζόμαστε δηλαδή έναν οδηγό, έναν ηγέτη, έναν ταγό, όπως αυτή η ομάδα τυφλών, κατά κάποιο τρόπο είναι μια επιλογή μας. Ο Μέτερλινκ πιστεύει στην ελεύθερη βούληση, αλλά από την άλλη βλέπει πώς κάποιοι άνθρωποι θέλουν να κατευθύνονται. Σ’ αυτό το στοιχείο έχτισα τη δική μου δραματουργία. Στην ανάγκη επινόησης ενός θεού, ενός ιερέα οδηγού, από την ομάδα τυφλών. Στη συνέχεια όμως τον «σκοτώνουν», γιατί αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορεί να τους εξυπηρετήσει πλέον. Αμέσως όμως αναζητούν έναν νέο σωτήρα-οδηγό.

Έχει οντολογικό ή θρησκευτικό περιεχόμενο αυτή η ανάγκη να έχουμε κάποιον άλλο να μας οδηγεί, να πιστεύουμε σε αυτόν;

Και τα δύο ισχύουν, αν σκεφτούμε ότι η θρησκεία είναι μια ανθρώπινη επινόηση για να καλύψει κάποιες ανάγκες μας, η οποία απαντά με τον τρόπο της σε όλο αυτό που ο άνθρωπος δεν γνωρίζει. Δικαιολογεί για ποιο λόγο έρχεται σ’ αυτόν τον κόσμο και που πάει μετά. Όλες οι θρησκείες το κάνουν αυτό. Παρηγορούν αυτόν τον φόβο για το μετά. Ο Μέτερλινκ πιστεύει ότι ο άνθρωπος από ένα καθεστώς ανυπαρξίας περνάει σ’ αυτό που ονομάζουμε ύπαρξη για να περάσει στη συνέχεια ξανά σε ανυπαρξία. Όλα αυτά είναι μετατροπές: υλική και πνευματική μετατροπή. Πιστεύει ότι δεν μπορούμε να αποδεσμευτούμε από τον κόσμο. Με κάποια μορφή θα είμαστε πάντα εδώ.

Συμφωνείς με αυτή την άποψη;

Εγώ δεν συμφωνώ με αυτή την άποψη. Όμως ασχολήθηκα με το συγκεκριμένο έργο, γιατί κατάλαβα ότι κι εγώ έχω θέμα με το τέλος. Δεν μπορώ να παραδεχθώ το τέλος των σχέσεων, της ζωής μου. Γι’ αυτό και κάνω αυτή την παράσταση. Δεν έχω συμφιλιωθεί με το θάνατο.

Έχετε δώσει τον υπότιτλο στο έργο «Ο ήχος των μικρών πραγμάτων σε ένα μεγάλο σκοτεινό τοπίο». Τι ήχο λοιπόν βγάζουν αυτά τα πράγματα;

Πρέπει να ομολογήσω ότι αυτή ήταν μια ιδέα του Δημήτρη Καμαρωτού. Επειδή είναι όλοι τους τυφλοί, τα πάντα τα προσδιορίζουν μέσω των ήχων και της ακοής τους. Η ιδέα του έργου χρειαζόταν απόλυτα αυτό που κάνει ο Δημήτρης τόσα χρόνια με τη δουλειά του: μια δραματουργία ήχου, που είναι ταυτόχρονα μια άλλη σκηνοθεσία, μια διαφορετική αφήγηση του έργου. Δουλεύουμε με διαφορετικό τρόπο. Ο Δημήτρης έφτιαξε μια τέλεια παρτιτούρα, την οποία δουλέψαμε και τροποποιήσαμε με τους ηθοποιούς στις πρόβες. Εγώ από την άλλη πλευρά διαισθάνομαι περισσότερο τα πράγματα. Αφήνω πιο αδιαμόρφωτες τις περιοχές. Ποτέ δεν έχω κάτι έτοιμο όταν ξεκινάω. Γι’ αυτό και περιμένω με αγωνία τους ηθοποιούς στις πρόβες, για να δω πώς θα εξελιχθούν οι ιδέες που είχα. Πρέπει να δω πώς θα είναι ο ηθοποιός με το ρόλο του, με το σώμα του, σε τι ψυχική κατάσταση βρίσκεται. Όλες αυτές οι παράμετροι ρυθμίζουν πολύ τη δική μου τελική προσέγγιση. Γι’ αυτό και είχε πλάκα η συνεργασία μας με τον Δημήτρη, γιατί είναι σαν να ξεκινάμε από δύο αντίθετα άκρα και να συναντιόμαστε στη μέση.

Τι ήχους βγάζουν οι ηθοποιοί στη διάρκεια του έργου;

Ο Δημήτρης ονομάζει τα σώματά τους, ιδιόφωνα σώματα, γιατί η αρχική ιδέα ήταν να έχουν πάνω τους έναν εξοπλισμό, που θα τους βοηθούσε να παράγουν τους δικούς τους ήχους, τους ήχους του περιβάλλοντος και της φύσης μέσα στην οποία βρίσκονται. Έτσι έφτασαν να έχουν μαζί τους αντικείμενα που παράγουν συγκεκριμένους ήχους. Αυτά εξελίχθηκαν να είναι τα φυλαχτά τους, τα τιμαλφή τους, όλα αυτά τα πολύτιμα πράγματα, που δεν θα ήθελαν να έχουν αφήσει πίσω, γι’ αυτό και τα έχουν πάρει μαζί τους, σ’ αυτό το ταξίδι, σ’ αυτή τη εκδρομή που τους πήγε ο οδηγός τους. Ακούμε λοιπόν να βγάζουν ήχους της θάλασσας, των πουλιών. Όλο αυτό έρχεται και βρίσκει το κύριο κορμό της δραματουργίας που έχει να κάνει με αυτό που λέει ο Αντρέ Μπρετόν: «Για όλα τα πράγματα η απάντηση είναι ο άνθρωπος». Δηλαδή τα πάντα πηγάζουν από τον άνθρωπο και από τη δική του προσπάθεια να ονοματίσει και τα εξηγήσει τα πράγματα που υπάρχουν γύρω του.

Είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεσαι με ένα έργο, που έχει λόγο. Μέχρι τώρα δούλευες τα έργα σου με βάση την κίνηση. Σου δημιούργησε προβλήματα αυτή η νέα εμπειρία;

Σ’ αυτό το έργο είναι πολύ απαραίτητος ο λόγος, παρόλο που είναι πολύ ελλειπτικός και αφαιρετικός. Είναι πολύ χρήσιμο εργαλείο σ’ αυτό που θέλει να πει ο συγγραφέας και θέλουμε να εκφράσουμε κι εμείς. Αυτό είναι ότι δεν μας φτάνουν οι λέξεις. Ο προφορικός λόγος εντέλει περιορίζει τη διάνοιά μας, καθώς είναι φτωχός και δεν μπορεί να εκφράσει όλα τα νοήματα. Περιορίζει την πρόσληψη που έχουν ούτως ή άλλως οι αισθήσεις μας. Είναι λοιπόν εξαιρετικά χρήσιμος που υπάρχει, αλλά δεν είναι ένα επαρκές εργαλείο για να επικοινωνήσουμε. Πολλές φορές οι λέξεις μας παραπλανούν ή η ερμηνεία που τους δίνουμε, είναι τελείως διαφορετική. Γι’ αυτό πρέπει να στηριχθούμε περισσότερο στις αισθήσεις μας. Πρέπει να βλέπουμε τον άλλο με τα μάτια μας για να επικοινωνήσουμε. Αυτό είναι ένα στοιχείο που συναντούμε συχνά και στον Μπέκετ. Η Γουίνι υπάρχει μέσα από τον Γουίλι, επειδή είναι κάποιος που την ακούει και την βλέπει. Αυτό της δίνει οντότητα, της δίνει τη δύναμη να μιλήσει. Στον Μπέκετ τα πρόσωπα έχουν ανάγκη την παρουσία των άλλων. Υπάρχουν επειδή υπάρχουν οι άλλοι. Δουλέψαμε πολύ λοιπόν τον λόγο. Δεν με δυσκόλεψε γιατί ούτως ή άλλως πάντα δούλευα ως χορογράφος με το κείμενο στο πλάι: από αυτό προκύπτουν οι δράσεις των ηθοποιών, οι κινήσεις, η στάση τους στο χώρο.

Ζούμε πολύ δύσκολες στιγμές τις τελευταίες μέρες. Έχει αλλάξει κάτι στη ζωή σου;

Επαναπροσδιόρισα πάρα πολύ τις ανάγκες μου τον τελευταίο μήνα. Κατάλαβα ότι μπορώ και αλλιώς. Θα σου πω το εξής χαρακτηριστικό: έχω αρκετούς φίλους από το Βερολίνο. Δεν ζούσαν σαν κι εμάς. Πάντα αυτοί τα υπολόγιζαν όλα, χωρίς τσιγκουνιά. Εμείς δεν υπολογίζαμε τίποτε. Πρέπει να αλλάξει αυτό. Δυστυχώς, χρειάζεται πολύ καιρός για να αλλάξει η νοοτροπία του Έλληνα. Αν χρειάζονται σκληρά μέτρα, ας τα πάρουμε. Αρκεί τα λεφτά που δίνουμε να πιάσουν τόπο. Αν το κράτος μου παίρνει τα 500 από τα 1000 ευρώ που βγάζω, θα είμαι εντάξει, αρκεί να ξέρω ότι θα έχω νοσοκομειακή περίθαλψη, ότι το κράτος που ζω, λειτουργεί, έχει δομές παιδείας και δικαιοσύνης. Θέλω να ξέρω ότι με στηρίζει και ότι δεν είμαι μόνη με τα φακελάκια παντού για να διεκπεραιώσω τις υποθέσεις μου. Πρέπει να μαζευτούμε. Ακόμη κι εμείς οι άνθρωποι που ασχολούμαστε με τον πολιτισμό. Υπάρχει τέτοιος πληθωρισμός παραστάσεων και εκδηλώσεων. Πάρα πολλές δραματικές σχολές. Χιλιάδες Ηθοποιοί. Δεν μπορεί να συνεχίσει κάτι τέτοιο. Υπάρχουν δεκάδες πρακτικά επαγγέλματα που δουλεύουν κυρίως με ξένους, γιατί ο Έλληνας έχει στραφεί σε άλλα επαγγέλματα, που παράγουν μόνο ανεργία.

Αισθάνεσαι ελπίδα για το μέλλον;

Θα σου απαντήσω με μια φράση του Μέτερλινκ από το έργο: «Δεν έχουμε καμιά ελπίδα. Πρέπει να το κατανοήσουμε. Αλλά δεν πρέπει να απελπιζόμαστε. Οφείλουμε να ελπίζουμε». Οφείλουμε λοιπόν να πηγαίνουμε προς τη γνώση, αλλά ας καταλάβουμε ότι ποτέ δεν πρόκειται να φτάσουμε στο τέλος. Είναι απλά μια διαδικασία. Πάντα θα ανοίγονται νέοι χώροι, νέοι τομείς, νέοι ορίζοντες.

Οι φωτογραφίες είναι του Άρη Καμαρωτού

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Σκηνοθεσία – Χορογραφία – Δραματουργία: Ζωή Χατζηαντωνίου
Μουσική Σύνθεση – Ηχητική Δραματουργία: Δημήτρης Καμαρωτός
Μετάφραση: Δήμητρα Κονδυλάκη
Σκηνικός Χώρος: Ελίνα Λούκου
Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Σχεδιασμός Φωτισμού: Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Κώστας Κορωναίος
Εικαστικός Συνεργάτης: Μαρία Ταυλαρίου
Με τους: Ξένια Καλογεροπούλου, Μαρία Κεχαγιόγλου, Χρήστος Στέργιογλου, Γιώργος Μπινιάρης, Υβόννη Μαλτέζου, Ανέζα Παπαδοπούλου, Μηνάς Χατζησάββας, Χάρη Τσιτσάκης , Σαβίνα Γιαννάτου (φωνή), Θοδωρή Κοτεπάνο (πιάνο)

Πειραιώς 260
12 & 13 Ιουλίου. 21.30

Πληροφορίες στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Αθηνών