Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Ευρωβρετανικές σχέσεις: Από την ένταξη στη διεύρυνση του 2004

Ευρωβρετανικές σχέσεις: Από την ένταξη στη διεύρυνση του 2004
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

1973 – Join the club

Το Ηνωμένο Βασίλειο πέρασε την «πύλη» της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας μαζί με τη Δανία και την Ιρλανδία και απέκτησε την ιδιότητα του ισότιμου μέλους από την 1η Ιανουαρίου 1973.

Το εγχείρημα μόνο εύκολο δεν ήταν, αφού της υπογραφής της συμφωνίας εισδοχής από τη συντηρητική κυβέρνηση του Έντουαρντ Χιθ προηγήθηκαν διαπραγματεύσεις ετών.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η Μεγάλη Βρετανία συγκαταλεγόταν μεν στις ευρωπαϊκές δυνάμεις, όμως οικονομικά θεωρείτο εξαιρετικά αδύναμη, αφού βρισκόταν πίσω και από τη Γαλλία και από την Ιταλία και από τη Γερμανία. Οι εμπορικές συναλλαγές με τα υπόλοιπα κράτη της Κοινοπολιτείας υποχωρούσαν όλο και περισσότερο.

Ήδη από τη δεκαετία του ’60 η Βρετανία είχε προσεγγίσει αρκετές φορές τις Βρυξέλλες, ωστόσο οι δύο προσπάθειες είχαν στεφθεί από αποτυχία. Αμφότερες τις φορές ήταν η κάθετη άρνηση του Γάλλου προέδρου Σαρλ ντε Γκολ που απέτρεπε τον «γάμο» λόγω των στενών σχέσεων του Λονδίνου με την Ουάσινγκτον. Το γκολικό βέτο ήρθη τελικά με την άνοδο στην εξουσία του Ζορζ Πομπιντού.

1975 – Το πρώτο δημοψήφισμα

Το 1974 στην εξουσία έρχεται το Εργατικό Κόμμα. Η κυβέρνηση του Χάρολντ Ουίλσον είναι βαθιά διχασμένη για το αν η Βρετανία ανήκει ή όχι στην ΕΟΚ. Το 1975 διενεργείται δημοψήφισμα με το ερώτημα της εξόδου, με τους υπουργούς να διεξάγουν προεκλογική εκστρατεία τόσο για το υπέρ όσο και για το κατά.

Πολιτικοί με επιρροή, όπως η τότε επικεφαλής της αντιπολίτευσης Μάργκαρετ Θάτσερ, οικονομικοί παράγοντες και ΜΜΕ τάσσονται υπέρ της παραμονής. Τα φλέγοντα ζητήματα εκείνης της εποχής ήταν η εργασιακή ασφάλεια και οι χαμηλές τιμές.

Το δημοψήφισμα είχε υψηλή συμμετοχή, με τα δύο τρίτα των Βρετανών να αποφαίνονται υπέρ της παραμονής στην ΕΟΚ.

1984 – «Τα λεφτά μας πίσω»

Αν και στο δημοψήφισμα του 1975 τάχθηκε φανατικά υπέρ της ευρωπαϊκής ταυτότητας της χώρας της, στη σύνοδο κορυφής του Φοντενεμπλό η Μάργκαρετ Θάτσερ «κολλάει» στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η Μεγάλη Βρετανία φαίνεται «ριγμένη», καθώς το 70% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ κατευθύνεται πως την ευρωπαϊκή γεωργία.

Ο κλάδος, όμως, είναι σημαντικά λιγότερο ανεπτυγμένος στη Βρετανία, σε σχέση με τη Γαλλία ή τη Γερμανία. Έτσι, με το σύνθημα «Τα λεφτά μου πίσω» (“I want my money back”), η «Σιδηρά Κυρία» κατάφερε να κερδίσει από τους εταίρους της σημαντικές εκπτώσεις στις βρετανικές εισφορές προς την ΕΟΚ, μέτρο που ισχύει ακόμη και σήμερα.

Αυτή η διαπραγματευτική νίκη της Θάτσερ θεωρείται εξαιρετικής πολιτικής και συμβολικής σημασίας, καθώς έκτοτε καθορίζει τον τόνο των ευρωβρετανικών σχέσεων.

1986 – Η θεμελίωση της Εσωτερικής Αγοράς

Η Μάργκαρετ Θάτσερ υπήρξε μια μεγάλη υπέρμαχος της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, η οποία υπεγράφη το 1986 από εννέα κράτη-μέλη της ΕΟΚ.

Με την ΕΕΠ τέθηκαν τα θεμέλια για την Ευρωπαϊκή Εσωτερική Αγορά, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1992 και έδωσε στα ευρωπαϊκά κράτη πλεονεκτήματα έναντι μεγάλων εμπορικών δυνάμεων όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ή η Ιαπωνία.

Ειδικά για το Ηνωμένο Βασίλειο, η ΕΕΠ έδωσε το έναυσμα για θεσμικές μεταρρυθμίσεις φιλικές προς τις επιχειρήσεις, αλλαγές στον εκλογικό νόμο, αλλά και την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας στο εμπόριο. Στις αρχές της νέας χιλιετίας και αρκετό καιρό μετά την αποχώρησή της από τη Ντάουνινγκ Στριτ, η Θάτσερ χαρακτήρισε την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ως ένα φρικτό λάθος.

1988 – Λόγια σταράτα στη Μπρυζ

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές εκείνης του ’90 οι Βρετανοί Συντηρητικοί ασκούν συχνά κριτική στον τότε πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ.

Στην ομιλία της στο Κολέγιο της Ευρώπης, στη Μπρυζ, το 1988, η Θάτσερ θέτει τα θεμέλια αυτού που σήμερα ονομάζουμε «ευρωσκεπτικισμό», στρεφόμενη κατά όσων είχε πει ο Ντελόρ για μια νέα Ευρώπη, στην οποία το 80% της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής θα αποφασίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι σε εκείνο του εθνικού κράτους. Η Βρετανίδα πρωθυπουργός από την πλευρά της προειδοποίησε έναντι του ευρωπαϊκού υπερκράτους και των κυρίαρχων Βρυξελλών.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται προ του διλήμματος του αν πρέπει να ενταχθεί στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (Exchange Rate Mechanism, ERM), ο οποίος θα διατηρούσε σε σταθερά επίπεδα τις διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος.

Σε αντίθεση με τη Θάτσερ, δύο ισχυροί υπουργοί της κυβέρνησής της τάχθηκαν υπέρ και κατάφεραν να την πείσουν για την ένταξη του ΗΒ στον ERM, λίγο πριν η «Σιδηρά Κυρία» αποχωρήσει από την πρωθυπουργία.

1993 – Προστριβές για το Μάαστριχτ

Την 1η Νοεμβρίου 1993 τέθηκε σε ισχύ η πολυσυζητημένη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Η ευρωπαϊκή συνεργασία προχωρά σε επιπλέον ολοκλήρωση, όπως στους τομείς της Δικαιοσύνης, της Ασφάλειας και της Εξωτερικής Πολιτικής. Πρόκειται τυπικά και ουσιαστικά για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όμως… κάθε αρχή και δύσκολη. Οι Δανοί θέτουν το Μάαστριχτ σε δημοψήφισμα και το απορρίπτουν, ενώ στη Γαλλία η έγκριση από τους πολίτες είναι οριακή. Στο βρετανικό Κοινοβούλιο η συζήτηση για τη Συνθήκη χαρακτηρίζεται εξαιρετικά έντονη, με πολλούς εκ των Συντηρητικών να εξεγείρονται.

1997 – Ο ευρωπαϊστής κύριος Μπλερ

Το 1997 οι Βρετανοί φέρνουν στην εξουσία το Εργατικό Κόμμα και τον Τόνι Μπλερ στη Ντάουνινγκ Στριτ. Ο νέος πρωθυπουργός θεωρείται πιο φιλοευρωπαίος από τους προκατόχους του. Είναι ο πρώτος πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, ο οποίος έχει γεννηθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μιλά γαλλικά.

Στη δεκαετία που ακολουθεί ο Τόνι Μπλερ θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο τόσο
στη μεταρρύθμιση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής όσο και στη σύνταξη της Συνθήκης της Λισαβόνας.

Πέραν όλων αυτών, στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ανοίγει στη Βρετανία η συζήτηση για το αν η χώρα θα πρέπει να ενταχθεί στη ζώνη του κοινού νομίσματος. Ο Μπλερ τάσσεται υπέρ του ευρώ, ωστόσο φοβάται τον αμείλικτο βρετανικό Τύπο. Λογικό, όταν μόλις ένα χρόνο μετά την εκλογή του βλέπει μια ταμπλόιντ εφημερίδα σαν τη «Sun» να τον έχει στο εξώφυλλο με τον τίτλο «Είναι αυτός ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος για τη Μεγάλη Βρετανία;».

Τελικά ήταν ο τότε υπουργός Οικονομικών Γκόρντον Μπράουν που συνέταξε ένα σχέδιο πέντε σημείων για τη βρετανική οικονομία. Το 2003, τέσσερα χρόνια μετά τη δημιουργία του ευρώ, οι προϋποθέσεις, σύμφωνα με το αρμόδιο υπουργείο, δεν πληρούνταν. Σταδιακά, η υποστήριξη για το ευρώ άρχισε να μειώνεται, μέχρι που τελικά σχεδόν εκμηδενίστηκε.