Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Στεφανία Γουλιώτη: «Η Ορέστεια θα αγγίξει τις χορδές κάθε Έλληνα»

Access to the comments Σχόλια
Από Γιώργος Μητρόπουλος
Στεφανία Γουλιώτη: «Η Ορέστεια θα αγγίξει τις χορδές κάθε Έλληνα»

Δεν έχει συμπληρώσει ακόμη δέκα χρόνια ενασχόλησης με το αρχαίο δράμα και ήδη καταπιάνεται τρίτη φορά με την Ηλέκτρα. Η πρώτη της μάλιστα φορά, το 2007, στα χέρια του Πέτερ Στάιν, απογείωσε την καριέρα της, αποδεικνύοντας ότι είναι ένα πλάσμα εξαιρετικά ταλαντούχο και ότι θα μας απασχολούσε ουκ ολίγες φορές στο μέλλον. Έτσι κι έγινε. Ο λόγος για την Στεφανία Γουλιώτη, ένα υποκριτικό χαμαιλέοντα που συμμετέχει τώρα στην «Ορέστεια» του Γιάννη Χουβαρδά, που κάνει την Παρασκευή 8 και το Σάββατο 9 Ιουλίου πρεμιέρα στην Επίδαυρο. 6 χρόνια νωρίτερα είχε συνεργαστεί και πάλι με τον πρώην καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, στον «Ορέστη» του Ευριπίδη, ερμηνεύοντας και πάλι την αδελφή του.

Το ραντεβού μας ήταν στο πάρκινγκ του Ελληνικού Κόσμου, όπου ο Γιάννης Χουβαρδάς έκανε τις πρόβες του για την παράσταση, πριν πάρει το δρόμο για το αργολικό θέατρο και για την υπόλοιπη περιοδεία. Ένας δωδεκαμελής θίασος ερμηνεύει στην τωρινή εκδοχή όλους τους ρόλους και το χορό της τριλογίας, την οποία αυτή τη φορά θα τη δούμε σε μια βερσιόν που δεν θα ξεπερνά τις 2,5 ώρες και φέρει την μεταφραστική υπογραφή του Δημήτρη Δημητριάδη.

Πέρα από την Ηλέκτρα, η ηθοποιός ερμηνεύει επίσης στο τρίτο μέρος του έργου, στις «Ευμενίδες», την Αθηνά. Υπό τους ήχους μιας δυνατής, καλοκαιρινής μπόρας συζητήσαμε για το τι Ορέστεια θα δούμε, για τους δύο ρόλους που ερμηνεύει, για τα πράγματα που αναζητά στα έργα αυτά και γενικότερα στο αρχαίο δράμα.

-Τι «Ορέστεια» θα δούμε φέτος; Πώς βλέπει ο Γιάννης Χουβαρδάς την τριλογία του Αισχύλου;

Θα δείτε μια Ορέστεια, της οποίας ο κόσμος είναι τρομερά εύθραυστος και λεπτοκαμωμένος και αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη συνήθη αίσθηση που έχουμε για τις τραγωδίες, όπου όλα είναι βαριά, μεγάλα και ανοικτά. Εδώ όλα γίνονται με πολύ μαλακό τρόπο: Ο Γιάννης έχει φτιάξει έναν ολόκληρο κόσμο, που είναι υπέροχος. Ακόμη και για μας ήταν κάτι πολύ καινούργιο στην αρχή και χρειάστηκε κάποιος χρόνος για να εντρυφήσουμε. Δεν πιστεύαμε ότι μπορούν να ανεβούν, υπό αυτό το πρίσμα, τα έργα αυτά. Είναι απίστευτο πόσο έχει δέσει η κεντρική ιδέα της συγκεκριμένης παράστασης με την επιστροφή των Αχαιών από την Τροία. Βρισκόμαστε στην περίοδο 1940-1950, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και έπειτα, όταν ο εμφύλιος πόλεμος έχει διαβρώσει την ενότητα της ελληνικής κοινωνίας. Με αυτόν τον πόλεμο όλοι μας έχουμε μια σχέση, ένα δέσιμο σε αντίθεση με αυτόν της Τροίας. Αυτό μας βοηθάει να χτίσουμε ένα πολύ γοητευτικό περιβάλλον. Πρόκειται για μια μεταφορά που έχει έντονο ελληνικό βάθος και θα χτυπήσει την φλέβα. Υπάρχουν στιγμές στη διάρκεια της παράστασης που μας σηκώνεται η τρίχα, γιατί χτυπάει χορδές που έχουμε όλοι μας, καθώς άμεσα ή έμμεσα συνδεόμαστε με εκείνη την εποχή.

- Η ευθραυστότητα των ηρώων του έργου με τι έχει να κάνει;

Οι ήρωες της τραγωδίας μας είναι ούτως ή άλλως εύθραυστοι. Απλά επειδή πολλές φορές είναι φιλολογικά παραφορτωμένοι και γνωρίζουμε ότι έχουν να κάνουν με αρχέτυπα και καθολικές ανθρώπινες συμπεριφορές, έχουμε την αίσθηση ότι δεν έχουν ανθρώπινες διαστάσεις, βρίσκονται μακριά μας και δεν έχουν τις ρωγμές, τις αδυναμίες που έχουν όλοι οι άνθρωποι. Γιατί, αν το σκεφτείς, ποιος δεν θέλει να σκοτώσει μέσα του τη μητέρα του; Όλοι μας θέλουμε καθημερινά να αποδεσμευτούμε από τη μητέρα μας, που μας κυνηγά κυριολεκτικά και μεταφορικά, με τα πρέπει και τα θέλω της. Όλοι θέλουμε να αποδεσμευτούμε από αυτό το πλαίσιο, να απελευθερωθούμε από όλα αυτά που μας κυνηγούν. Απλά στη συγκεκριμένη τραγωδία έρχεται κάποιος που το κάνει κυριολεκτικά μπροστά σου. Απλά εμείς ερμηνεύουμε όλη αυτή την πράξη, με άλλα κριτήρια, τοποθετώντας την σε ένα άλλο πλαίσιο.

-Αισθάνεσαι λοιπόν κοντά στο ρόλο που ερμηνεύεις;

Πάρα πολύ κοντά. Το να σκοτώσεις μέσα σου την μητέρα σου, είναι μια τεράστια κίνηση που πρέπει να κάνει ο κάθε άνθρωπος. Είμαι λοιπόν στο ίδιο σημείο, που είναι και η Ηλέκτρα. Κι αν ο πατέρας για την Ηλέκτρα είναι η δύναμη μέσα μου, θέλω να ξανακατοικήσω στον εαυτό μου. Γι’ αυτό πληρώνω ψυχανάλυση δύο φορές την εβδομάδα. Το ίδιο πράγμα κάνω. Απλά εκφράζεται πολύ διαφορετικά. Στην τραγωδία, οι άνθρωποι τόλμησαν να βγάλουν έξω, κάτι που κρύβουμε πολύ βαθιά μέσα μας. Είναι τρομερά επώδυνο να το βγάλουμε έξω και να το παραδεχτούμε. Εμείς το κουβαλάμε καθημερινά και ο καθένας μας προσπαθεί να το διαχειριστεί με το δικό του τρόπο.

-Το να ερμηνεύεις ξανά και ξανά την Ηλέκτρα, σε τόσο σύντομα χρονικά διαστήματα είναι κάτι κουραστικό, ή ανακαλύπτεις κάθε φορά στοιχεία, με αφορμή την σκηνοθετική προσέγγιση, για αυτό τον αρχετυπικό ρόλο; Εξαντλείται τελικά ένας ρόλος;

Έχω την τύχη να υπάρχει κάθε φορά μια διαφορετική σκηνοθετική προσέγγιση, η οποία μου προσφέρει γόνιμο έδαφος εξερεύνησης, αναγνώρισης και οικειοποίησης αυτού του τεράστιου ρόλου. Είναι πολύ σημαντικό δηλαδή που κάθε φορά μπαίνω σε ένα άλλο πλαίσιο, γιατί είναι σαν να μυρίζεις εκ νέου το πετσί του ρόλου, που κάποτε φόρεσες και μετά άφησες στην άκρη. Τη γνωρίζεις ποια είναι, αλλά κάθε φορά υπάρχει μια εκ νέου νοηματοδότηση, μια διαφορετική οπτική γωνία που φωτίζει αλλιώς τα πρόσωπα και τα πράγματα και αυτό δημιουργεί σε μένα μια μεγάλη συγκίνηση, αλλά και μια αγωνία, σαν να είναι η πρώτη συνάντηση με κάποιον σημαντικό για μένα. Τώρα για παράδειγμα, μπορώ να επικεντρωθώ πολύ περισσότερο στο ότι θέλω να σκοτώσω τη μητέρα μου μέσα μου, σε ψυχαναλυτικά δηλαδή κομμάτια της προσωπικότητάς της. Στην πρώτη μου επαφή με το ρόλο, στην παράσταση του Πέτερ Στάιν το 2007 ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη να αποδοθεί όλος ο ρόλος, να εικονοποιηθεί, που δεν με βοηθούσε και η ηλικία. Τώρα, χωρίς να έχω χάσει κάτι από τη δύναμη που υπήρχε τότε, καταφέρνω να αφουγκραστώ άλλες ποιότητες, άλλες πτυχές της Ηλέκτρας.

- Άρα το «σύνδρομο» της Ηλέκτρας δεν το ξεπερνά ποτέ μια γυναίκα;

Δεν αποδεσμεύεσαι ποτέ από αυτό, από τη μητέρα σου. Για μας δεν τελειώνει ποτέ, μέχρι να πεθάνουμε, είτε γίνω μητέρα, είτε δεν γίνω. Είναι κάτι σαν συλλογικό ασυνείδητο. Ισχύει για όλο τον κόσμο. Έτσι κι εγώ, κάθε φορά που την υποδύομαι, είναι σαν να το ανακαλύπτω από την αρχή. Πάντα με αυτό θα συγκρούομαι.

- Αυτά τα 10 χρόνια που έχουν σχεδόν περάσει από την πρώτη σου επαφή με την Ηλέκτρα, τι έχει προσφέρει σε σένα αυτή η υποκριτική ενασχόληση με το συγκεκριμένο χαρακτήρα;

Ξέρεις, όταν τελείωσε η πρώτη Ηλέκτρα, άρχισα να απομυθοποιώ το πρόσωπο. Δεν την έβλεπα πλέον σαν κάτι μεγάλο και μακρινό. Λίγο αν κοιτάξουμε μέσα μας θα δούμε ότι όλα αυτά τα πρόσωπα και πιο συγκεκριμένα η Ηλέκτρα μιλάει για τις καθημερινές μας αντιστάσεις, τα θέματα που μας απασχολούν. Κατάλαβα λοιπόν ότι είναι απλά ένα κορίτσι, που πονάει, που έρχεται σε τόσο μικρή ηλικία σε επαφή με το θάνατο. Δεν έχει νιώσει κανένα ερωτικό σκίρτημα, οι αισθήσεις της δεν έχουν «ανοίξει». Είναι ένα καταπληκτικό τραγούδι, «Το μεθυσμένο κορίτσι» του Μάνου Χατζιδάκι που ουσιαστικά φωτογραφίζει την Ηλέκτρα, μιλά γι’ αυτήν καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη περιγραφή. Με συγκίνησε τρομερά όταν ανακάλυψα εκ των υστέρων ότι είναι ένα απλό κοριτσάκι.

- Τι είναι αυτό που σου αρέσει εσένα σ’ αυτό το έργο; Τι σε γοητεύει;

Ο καθένας ελκύεται από εντελώς διαφορετικά πράγματα σ’ αυτά τα έργα, γι’ αυτό και αντέχουν μέσα στο χρόνο. Ο καθένας μας μπορεί να βρει αυτό που του χρειάζεται. Για παράδειγμα, ο Γιάννης Χουβαρδάς εστιάζει πάρα πολύ στην παράστασή μας στο κομμάτι της βίας, κάτι που ενώ υπάρχει, εμένα δεν με αφορά. Αυτό που εγώ βρίσκω και με κρατάει στο έργο είναι ο αποχωρισμός από τη μάνα. Στο πόσο σε κατακλύζει το τέρας που λέγεται μάνα, το οποίο δεν έχει να κάνει με το φυσικό πρόσωπο, αλλά με αυτό που εσύ σαν παιδί έχεις κατασκευάσει, μεταφράσει και προβάλλει ως μάνα. Ο ευνουχισμός που έχεις φάει για πάρα πολλά χρόνια, από μια ιδέα που επικρεμάται μόνιμα πάνω από το κεφάλι σου. Αυτό βρίσκω εγώ ελκυστικό και ευφυές στο έργο, που έχει γραφτεί τόσους αιώνες πριν. Το ότι αυτοί οι άνθρωποι τότε, αυτό που ψάχνουμε εμείς ψυχαναλυτικά στην εποχή μας, το έβγαλαν φόρα παρτίδα μπροστά στα μάτια μας.

- Πέρσι, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Αθηνών, παρουσίασες με τον δικό σου πειραματικό και ταυτόχρονα αξιοθαύμαστο τρόπο τις «Ευμενίδες», το τρίτο μέρος της «Ορέστειας». Τι σε ενδιέφερε σε εκείνη την παράσταση και πώς όλο αυτό συνδέεται με την τωρινή παράσταση;

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο έκανα την περσινή παράσταση, αυτό το μονόλογο με τις Ευμενίδες. Η αθώωση του Ορέστη και ο εξαγνισμός του γίνεται γιατί είχε πραγματικά το δικαίωμα να σκοτώσει τη μητέρα του. Αυτή είναι μια τρομερή σύλληψη από τον Αισχύλο. Το πώς τον κυνηγούν οι Ερινύες, οι φωνές που εμένα θα με κάνουν να μην κοιμάμαι το βράδυ. Όλοι μας έχουμε ένα μαύρο σύννεφο, που μας κάνει για κάποιο λόγο καταστροφικούς. Είναι αυτές οι φωνές, οι ενοχές, οι τύψεις, που τις φέρνει η σχέση μας με τη μάνα μας, έτσι όπως έχουμε εμείς ερμηνεύσει αυτή τη σχέση. Είναι μια αλυσίδα από την οποία δεν μπορούμε να αποκοπούμε. Ο Ορέστης το κάνει, τη σκοτώνει. Και αυτό όμως έχει συνέπειες για τον ίδιο, παρά την αίσια κατάληξη. Δυστυχώς δεν υπάρχει ολοκληρωτική λύτρωση από αυτό το θέμα.

- Πώς βλέπεις εσύ το τέλος του έργου, το μετά; Αυτή τη δημιουργία μιας θεσμοθετημένης κατασκευής για να συνεχίσουμε τη ζωή μας, για να βάλουμε τέλος στις τύψεις και τις Ερινύες;

Κατά τη γνώμη μου, αυτό που συμβαίνει μετά την αθώωση του Ορέστη από τον Άρειο Πάγο, είναι η αυταπάτη, μέσα στην οποία αποφασίζουμε να ζήσουμε. Το έργο σου αφήνει μια αίσθηση ότι ο άνθρωπος πρέπει να λυτρωθεί, να ελευθερωθεί από όλο αυτό το πράγμα και να ζήσει ωραία και αρμονικά. Για μένα δεν συμβαίνει έτσι. Εγώ βλέπω την σκληρή πραγματικότητα του έργου, η οποία λέει ότι δεν θα μπορούμε να ζούμε, χωρίς τον φόβο. Ότι ο φόβος χρειάζεται για να είσαι δίκαιος, ότι έτσι είναι φτιαγμένο το ανθρώπινο σύστημα. Έτσι είμαστε από τη φύση μας. Αυτό θα πάρει πάρα πολλές χιλιάδες χρόνια για να αλλάξουμε τις βασικές εντολές του ανθρώπου, τη σύσταση της φύσης του. Επειδή είναι δύο πράγματα που συγκρούονται μεταξύ τους, το αίσθημα της δικαιοσύνης και του φόβου (πρέπει να είσαι δίκαιος, αλλά πρέπει να φοβάμαι για να είμαι δίκαιος), γι’ αυτό θα ασχολούμαστε με το θέατρο στον αιώνα τον άπαντα. Γιατί δεν μπορούμε να εκλογικεύσουμε αυτή τη σύγκρουση. Δεν μπορούμε να παραδεχτούμε ότι ο καθένας μας κουβαλάει και ένα πολύ σκοτεινό κομμάτι, που πρέπει να φωτίσει, να διαχειριστεί, να δουλέψει. Είναι τρομερά επώδυνο να παραδεχτείς αυτόν τον κόσμο, τι προκαλείς ασυνείδητα στους γύρω σου και να το αντιμετωπίσεις. Γι’ αυτό το λόγο, το έργο σε αφήνει με την αίσθηση ότι θα υπάρχει πάντα φόβος. Η ελεύθερη ζωή του Ορέστη είναι μια αυταπάτη. Αυτή είναι η αίσθηση που παίρνω εγώ από το έργο, γι’ αυτό μου αρέσει.

- Μπορεί να υπάρξει ένας μηδενισμός τελικά του κοντέρ; Μια πράξη που μπορεί να εξαλείψει το παρελθόν, τη σαβούρα χρόνων που κουβαλάμε, ένα συγχωροχάρτι;

Νιώθω ότι ένας άνθρωπος αν καταφέρει να μείνει ουσιαστικά μόνος του για κάποιο χρονικό διάστημα, ίσως μπορέσει να καθαρίσει από το παρελθόν του. Είναι κάτι τρομερά επώδυνο. Μόνο η μοναξιά μπορεί να φέρει αυτό τον μηδενισμό των χιλιομέτρων. Η βαθιά μοναξιά, που θα σε βοηθήσει να ακούσεις τον εαυτό σου. Είναι ενδιαφέρον να τη γνωρίσεις κάποτε. Εμένα δεν μου έχει συμβεί. Όσες φορές έχω προσπαθήσει να μείνω μόνη μου και να ειρηνεύσω αυτές τις φωνές, πάντα έχω λακίσει. Δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα μου. Θα χρειαστεί κάποια στιγμή να κάνω αυτό το συγχωροχάρτι.

- Στις «Ευμενίδες», κατέθεσες μια νέα πρόταση παρουσίαση του έργου, που ήταν τρομακτικά απαιτητική από εσένα, που ερμήνευες το μονόλογο. Τι σου προσέφερε αυτή η εμπειρία;

Ήθελα να δοκιμάσω, παράλληλα με τα θέματα που συζητάμε, μια υποκριτική οδό, η οποία θα ήταν πολύ χρήσιμη σε μένα στο μέλλον. Αυτό που με βασανίζει ως ηθοποιό είναι ότι το εγώ μου είναι τρομερά δυναμωμένο και θέλει να βγει μπροστά. «Αυτό όμως που πρέπει να βγει μπροστά είναι η πρώτη έμπνευση που είχε ο συγγραφέας, όταν πήρε το στυλό του και κάθισε να γράψει». Αυτό δεν είναι κάτι που έλεγε ο Λευτέρης Βογιατζής. Με στοιχειώνει αυτή η ιδέα. Δεν μπορείς εσύ, ο ηθοποιός, να είσαι σημαντικότερος από αυτή τη στιγμή. Και για να αφήσεις χώρο αυτή η στιγμή να κινεί τα πράγματα, πρέπει να αποδεσμευτείς από το εγώ σου, το οποίο είναι πάρα πολύ δύσκολο. Γιατί εκτίθεσαι και θέλεις να αρέσεις. Διάλεξα λοιπόν ένα πλαίσιο, στο οποίο τουλάχιστον το εγώ θα ήταν λίγο ήσυχο και δεν θα μας ενοχλούσε. Ήθελα λοιπόν να είμαι εκεί και κατά κάποιο τρόπο να είμαι αόρατη. Να είμαι απλώς ένα σκαλοπάτι, πάνω στο οποίο θα στηριχτείς για να απογειωθεί η φαντασία σου.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Διασκευή, σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Κίνηση: Σταυρούλα Σιάμου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Φωτογραφίες; Έφη Γούση
Βοηθοί σκηνοθέτη: Σύλβια Λιούλιου, Νικολέτα Φιλόσογλου
Βοηθός σκηνογράφου: Θάλεια Μέλισσα
Βοηθός παραγωγής: Αλεξάνδρα Μουζακίτη
Διεύθυνση παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα
Παραγωγός: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος

Διανομή
Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης (Ορέστης)
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Κλυταιμνήστρα)
Νίκος Κουρής (Αγαμέμνων, Τροφός)
Στεφανία Γουλιώτη (Ηλέκτρα, Αθηνά)
Νίκος Ψαρράς (Απόλλων, Πυλάδης)
Άλκηστις Πουλοπούλου (Κασσάνδρα, Πυθία)
Δημήτρης Παπανικολάου (Αίγισθος)
Ιερώνυμος Καλετσάνος (Κήρυκας)
Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης (Φύλακας)
Σύρμω Κεκέ (Κορυφαία)
Χριστίνα Μαξούρη (Κορυφαία)
Πολύδωρος Βογιατζής (Κορυφαίος)

Αναλυτικό Πρόγραμμα Περιοδείας

ΙΟΥΛΙΟΣ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 8 ΙΟΥΛΙΟΥ- ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ
ΣΑΒΒΑΤΟ 9 ΙΟΥΛΙΟΥ- ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ
ΤΕΤΑΡΤΗ 13 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΔΕΛΦΟΙ
ΠΕΜΠΤΗ 14 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΒΟΛΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΑ 18 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΡΕΘΥΜΝΟ
ΤΡΙΤΗ 19 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΧΑΝΙΑ
ΤΕΤΑΡΤΗ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΗΡΑΚΛΕΙΟ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 22 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΧΑΛΚΙΔΑ
ΣΑΒΒΑΤΟ 23 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΔΙΟΝ
ΤΡΙΤΗ 26 ΙΟΥΛΙΟΥ- ΛΑΡΙΣΑ
ΤΕΤΑΡΤΗ 27 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΠΕΜΠΤΗ 28 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 29 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΚΑΒΑΛΑ
ΣΑΒΒΑΤΟ 30 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΚΑΒΑΛΑ

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
ΤΡΙΤΗ 2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ – ΚΑΛΑΜΑΤΑ
ΤΕΤΑΡΤΗ 3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ – ΟΛΥΜΠΙΑ
ΠΕΜΠΤΗ 4 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ – ΠΑΤΡΑ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 5 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ – ΠΑΤΡΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 7 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ – ΑΝΔΡΟΣ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΑ 5 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ – ΕΛΕΥΣΙΝΑ

Προπώληση για την Επίδαυρο
Προπώληση για όλη την περιοδεία

Ακολουθήστε το euronews στα Ελληνικά στο Facebook και στο Twitter