Από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι τις αδυναμίες των διεθνών οργανισμών, το Συμβούλιο της Ευρώπης στέκεται στην πρώτη γραμμή για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διασφάλιση της λογοδοσίας για εγκλήματα πολέμου
Σε μια στιγμή που η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις βαθύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις των τελευταίων δεκαετιών, η σημασία της ασφάλειας, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου επανέρχεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 επανέφερε τον πόλεμο στην ευρωπαϊκή ήπειρο και έθεσε εκ νέου ερωτήματα για τον ρόλο των διεθνών οργανισμών και για την ικανότητα της Ευρώπης να διασφαλίσει τη σταθερότητά της. Στο πλαίσιο αυτό, ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, Αλέν Μπερσέ, μίλησε στο Euronews, αναλύοντας πώς ο οργανισμός εργάζεται για να προωθήσει τη λογοδοσία για εγκλήματα πολέμου, την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας και τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους διεθνείς φορείς.
Λογοδοσία για εγκλήματα πολέμου: Θεμέλιο της ευρωπαϊκής ασφάλειας
Η πρώτη και πιο επείγουσα πρόκληση που αναγνωρίζει ο Μπερσέ είναι η λογοδοσία για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα εγκλήματα πολέμου. Όπως τονίζει: «Αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, και γι’ αυτό το Συμβούλιο της Ευρώπης αποφάσισε να εκδιώξει τη Ρωσία μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή το 2022. Μας βοήθησε να παραμείνουμε πραγματικά αποτελεσματικοί σε ένα κεντρικό ζήτημα, το ζήτημα της λογοδοσίας».
Η λογοδοσία, όπως εξηγεί, εξασφαλίζεται μέσα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ένα θεμελιώδες εργαλείο για την επιβολή δικαίου. Σήμερα, χιλιάδες υποθέσεις παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που σχετίζονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία βρίσκονται σε εξέλιξη ενώ παράλληλα λειτουργεί το Μητρώο Ζημιών και η Επιτροπή Απαιτήσεων (PILA), σε συνδυασμό με τις συζητήσεις για το Ειδικό Δικαστήριο (PILAB). Όπως λέει ο Μπερσέ: «Όλα αυτά πρέπει να διασφαλίσουν ότι η συζήτηση για τη λογοδοσία και την αποκατάσταση θα γίνει σε στέρεα βάση».
Η σημασία αυτών των μηχανισμών, επισημαίνει, δεν είναι θεωρητική: πρόκειται για συγκεκριμένα και απτά εργαλεία που μπορούν να προσφέρουν δικαιοσύνη και επανόρθωση στα θύματα, ενισχύοντας παράλληλα την αξιοπιστία των ευρωπαϊκών θεσμών.
«Έχουμε πάνω από 100.000 ζημιές καταγεγραμμένες στο μητρώο και αυτό θα βοηθήσει να υπάρχει στέρεη βάση για τη συζήτηση περί αποκατάστασης. Αυτό είναι πολύ συγκεκριμένο και είναι εκεί που το Συμβούλιο της Ευρώπης μπορεί να παρέχει αποτέλεσμα για την Ουκρανία και για τη λογοδοσία γενικότερα».
Η Ευρώπη και η κρίση των διεθνών οργανισμών
Σε ερώτηση για τον ρόλο των διεθνών οργανισμών στη σημερινή εποχή, ο Μπερσέ παρατηρεί μια ρήξη με την παλιά τάξη πραγμάτων: «Βλέπουμε μια ρωγμή στην παλιά τάξη. Υπάρχει μια διεθνής τάξη που βασίστηκε σε ό,τι δημιουργήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και ήταν σταθερή για πολύ καιρό, ίσως κάποιες φορές υπερβολικά σταθερή. Τώρα με τα Ηνωμένα Έθνη, με το Συμβούλιο Ασφαλείας και το δικαίωμα βέτο, βλέπουμε πολλές σημαντικές κρίσεις που δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς».
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι η αποστολή του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι να διατηρήσει την ικανότητα να παρέχει αποτελέσματα, ακόμα και όταν άλλα όργανα βρίσκονται σε αδράνεια. Επεκτείνει επίσης τη συνεργασία με άλλες περιφερειακές και πολυμερείς οργανώσεις, όπως η OAS στην Αμερική, η ASEAN στην Ασία και η Αφρικανική Ένωση, με στόχο τη διαμόρφωση μιας πιο αποτελεσματικής, συνεργατικής διεθνούς τάξης: «Γνωρίζουμε όλες τις εναλλακτικές σε μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες. Υπάρχουν εναλλακτικές, αλλά δεν θέλουμε να ζούμε σε αυτές. Δεν θέλουμε έναν κόσμο όπου η δύναμη και η βία κυριαρχούν. Θέλουμε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το κράτος δικαίου και ο ειρηνικός διάλογος».
Επαναξοπλισμός και «δημοκρατική ασφάλεια»
Με την Ευρώπη να επενδύει ξανά στην άμυνά της, ο Μπερσέ τονίζει ότι η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων πρέπει να συνδυάζεται με την προστασία των θεσμών και της δημοκρατίας.
«Τα κράτη ανασυγκροτούν τις ένοπλες δυνάμεις τους και οι επενδύσεις στην άμυνα θα είναι πολύ ισχυρότερες τον επόμενο χρόνο. Αυτό είναι θετικό και είναι θεμιτό γιατί οι χώρες πρέπει να μπορούν να αμυνθούν. Όμως, αν έχουμε ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις αλλά ταυτόχρονα οι δημοκρατικές διαδικασίες αποδυναμώνονται, τότε σε 10 χρόνια μπορεί να έχουμε προβλήματα».
Από αυτή την άποψη, ο γ.γ. μιλάει για «δημοκρατική ασφάλεια: «Είναι ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την ασφάλεια, δεν αφορά μόνο την άμυνα και τον εξοπλισμό, αλλά και ισχυρούς θεσμούς. Πρέπει να επενδύσουμε στην προστασία της δημοκρατίας. Στο Συμβούλιο της Ευρώπης λανσάραμε το νέο Δημοκρατικό Σύμφωνο για την Ευρώπη, για να κάνουμε τη δημοκρατία πιο ανθεκτική απέναντι στις νέες προκλήσεις, τις τεχνολογικές αλλαγές, την τεχνητή νοημοσύνη, τις ψευδείς ειδήσεις».
Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και η ανεξαρτησία της Ευρώπης
Αναφερόμενος στη σχέση Ευρώπης-Ηνωμένων Πολιτειών, ο Μπερσέ υποστηρίζει ότι η ευρωπαϊκή αυτονομία δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διατλαντική συνεργασία: «Πιστεύω ότι πρέπει να είναι δυνατό να έχουμε και τα δύο. Η Ευρώπη μπορεί να γίνει πιο ανεξάρτητη και ταυτόχρονα να ενισχύσει τη συνεργασία και την εταιρική σχέση με τις ΗΠΑ. Πρέπει να είναι εφικτά και τα δύο».
Η ισχυρή οικονομία και η κοινωνική συνοχή της Ευρώπης, όπως εξηγεί, δίνουν στη γηραιά ήπειρο τη δυνατότητα να ενισχύσει τη στρατηγική αυτονομία της χωρίς να υπονομεύσει τους διατλαντικούς δεσμούς.
Η κοινωνική διάσταση της ασφάλειας
Τέλος, ο Μπερσέ επισημαίνει ότι η επιτυχία κάθε στρατηγικής ασφάλειας εξαρτάται από τη στήριξη των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Παρά τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές δυσκολίες, οι πολίτες επιθυμούν ένα ασφαλές και δημοκρατικό μέλλον: «Οι άνθρωποι θέλουν μια καλή ζωή, να ζουν σε μια δημοκρατική κοινωνία, να μπορούν να αποφασίζουν για τους ηγέτες τους και να έχουν προοπτικές. Αν δημιουργούμε ένα θετικό περιβάλλον με ισχυρή άμυνα και δημοκρατική ασφάλεια, είναι δυνατό να έχουμε ισχυρή υποστήριξη από τον κόσμο».
Στο πλαίσιο αυτό, η στρατηγική του Συμβουλίου της Ευρώπης συνδυάζει νομοθετική λογοδοσία, ενίσχυση αμυντικών ικανοτήτων και στήριξη της δημοκρατίας, προσπαθώντας να δημιουργήσει έναν κόσμο προβλέψιμο, ασφαλή και ειρηνικό, όπου το κράτος δικαίου και οι θεσμοί λειτουργούν προς όφελος των πολιτών.