Η κρίση της Γροιλανδίας δοκιμάζει τις σχέσεις ΕΕ–ΗΠΑ. Η Ελλάδα προσπαθεί να ισορροπήσει, υπερασπιζόμενη το διεθνές δίκαιο, ενισχύοντας ταυτόχρονα τις στρατηγικές σχέσεις με την Ουάσινγκτον και την ενότητα της Ευρώπης
Η πολιτική κρίση που έχουν προκαλέσει οι επανειλημμένες δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για την πιθανότητα αλλαγής του καθεστώτος της Γροιλανδίας έχει αναζωπυρώσει βαθύτερες αντιπαραθέσεις στην ευρωατλαντική σφαίρα. Το ζήτημα, πέρα από την αρκτική γεωγραφία, έχει πυροδοτήσει έναν ευρύτερο στρατηγικό διάλογο για την κυριαρχία, το διεθνές δίκαιο και τη σταθερότητα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αντιδρά δυναμικά υπερασπιζόμενη τη θέση ότι η Γροιλανδία αποτελεί αναφαίρετο μέρος του Βασιλείου της Δανίας και ότι οποιαδήποτε μονομερής προσπάθεια αλλαγής του status quo θα ήταν καταστροφική.
Η Ελλάδα και η δύσκολη γεωπολιτική ισορροπία
Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα δύσκολο γεωπολιτικό μονοπάτι, καλούμενη να διατηρήσει μια ιδιαίτερα προσεκτική ισορροπία. Από τη μία, ενισχύει τις διμερείς στρατηγικές σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως στον τομέα της ενέργειας και της περιφερειακής ασφάλειας, ενώ από την άλλη παραμένει αφοσιωμένη στο θεσμικό και αξιακό πλαίσιο και τις δεσμεύσεις της ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να υπογραμμίζει τον σεβασμό της στο διεθνές δίκαιο και στις αρχές κυριαρχίας, όπως στην περίπτωση της Γροιλανδίας, χωρίς να παρεκκλίνει από την ευρωατλαντική της κατεύθυνση.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει τοποθετηθεί με διπλωματικά ισορροπημένο τρόπο, επιμένοντας στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και του ρόλου των πολυμερών θεσμών, χωρίς να απορρίπτει τις ανησυχίες της Ουάσινγκτον για την ασφάλεια στην Αρκτική. Όπως σημείωσε, η χώρα επιδιώκει να παραμείνει «γέφυρα σταθερότητας», προωθώντας τον διάλογο με την Ουάσινγκτον και ταυτόχρονα ενισχύοντας την ενότητα και τις θέσεις της Ευρώπης στο πλαίσιο κρίσεων που επηρεάζουν το ΝΑΤΟ και την περιφερειακή ασφάλεια. «Η Ελλάδα διατηρεί στρατηγικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, αλλά είναι επίσης σταθερά αγκυροβολημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση», τόνισε, καλώντας για λογική και διάλογο στις σχέσεις ΕΕ–ΗΠΑ προκειμένου να «αποφευχθούν τα χειρότερα». Παράλληλα, έθεσε σαφώς ότι οποιαδήποτε απόπειρα αλλαγής του καθεστώτος της Γροιλανδίας θα ήταν «καταστροφική» και συνιστά «άμεση πρόκληση προς το ΝΑΤΟ», μια θέση που αντικατοπτρίζει την ελληνική προσέγγιση υπέρ της σταθερότητας της συμμαχίας και του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπό την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει υιοθετήσει αυστηρή γραμμή: η κυριαρχία της Γροιλανδίας είναι «μη διαπραγματεύσιμη» και η Ε.Ε. εργάζεται σε πακέτο μέτρων για την ενίσχυση της ασφάλειας στην Αρκτική, επισημαίνοντας ότι οι κινήσεις των ΗΠΑ, ειδικά οι απειλές δασμών, αποτελούν στρατηγικό λάθος που μπορεί να υπονομεύσει τη συνεργασία μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.
Φίλης: Η Ελλάδα να υπερασπιστεί το διεθνές δίκαιο και να εστιάσει στη γειτονιά της
Σε αυτό το πλαίσιο, αναλυτές επισημαίνουν ότι τα περιθώρια κινήσεων της ελληνικής διπλωματίας είναι περιορισμένα. Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων, Κωνσταντίνος Φίλης σημειώνει μιλώντας στο euronews ότι «η Ελλάδα το καλύτερο που έχει να κάνει σε αυτή τη φάση είναι προφανώς να υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο, αλλά πρέπει να κρατηθεί μακριά από το τι συμβαίνει». Υπογραμμίζει ότι η Αθήνα οφείλει να επικεντρωθεί στη δική της γεωπολιτική γειτονιά, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες «είτε στα Βαλκάνια είτε στην Ανατολική Μεσόγειο», όπου διακυβεύονται άμεσα ελληνικά συμφέροντα.
Για το ζήτημα της Γροιλανδίας καθαυτό, ο κ. Φίλης υποστηρίζει στο euronews ότι «δεν μπορείς παρά να στοιχηθείς πίσω από την ευρωπαϊκή θέση», υπενθυμίζοντας ότι όταν μια χώρα επιχειρεί «με επιθετικό τρόπο να αναθεωρήσει την υφιστάμενη κατάσταση, δεν έχεις και πολλές επιλογές, όσο κοντά και να θέλεις να είσαι με αυτή την ηγεσία». Παράλληλα, ξεκαθαρίζει ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να διαδραματίσει ρόλο πρώτης γραμμής στη συγκεκριμένη κρίση, καθώς «δεν είναι η χώρα που θα στείλει στρατό στη Γροιλανδία, ούτε η χώρα που θα αντιπαρατεθεί με τον Τραμπ για χάρη της Δανίας και της Γροιλανδίας». Ο κ. Φίλης επισημαίνει ότι η μεγαλύτερη ανησυχία της Ελλάδας αφορά το ενδεχόμενο μιας βαθιάς ρήξης μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, υπογραμμίζοντας ότι «από τη μία πρέπει να κρατήσει ισορροπίες και από την άλλη πρέπει να είναι με το μέρος του δικαίου γιατί αν είναι με το μέρος του ισχυρού ο κίνδυνος είναι προφανής».
Καρατράντος: Η Ελλάδα δεν θέλει σε καμία περίπτωση να περάσουμε σε καθεστώς κρίσης και ανταγωνισμού μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ
Ο επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ, Τριαντάφυλλος Καρατράντος επισημαίνει στο euronews ότι η Ελλάδα «δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση να κλιμακωθεί η δύσκολη σχέση Ε.Ε.–ΗΠΑ». Υπογραμμίζει ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική επενδύει τόσο στη συνολική εξισορρόπηση της Τουρκίας όσο και στην προώθηση των εθνικών συμφερόντων μέσω διεθνών θεσμών όπως η Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, αλλά και μέσω διμερών και πολυμερών συμμαχιών, με την αμερικανική σχέση να παραμένει η σημαντικότερη, καλύπτοντας την άμυνα, την ασφάλεια και την ενέργεια. Όπως σημειώνει, η Ελλάδα επιδιώκει να αποφευχθεί οποιαδήποτε μετάβαση «σε καθεστώς κρίσης και ανταγωνισμού μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ», υποστηρίζοντας ότι «το κοινό συμφέρον των χωρών της Δύσης μπορεί να λειτουργήσει ως συγκολλητική ουσία».
Παράλληλα, αναφέρει ο κ. Καρατράντος η Ελλάδα έχει πάρει σαφή θέση και έχει ξεκαθαρίσει ότι η Γροιλανδία αποτελεί ευρωπαϊκό έδαφος και ότι «για το μέλλον της μπορούν να αποφασίσουν μόνο οι πολίτες της και η Δανία», σε πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Η χώρα, αναγνωρίζει, ωστόσο, όπως λέει την ανησυχία των ΗΠΑ για την ασφάλεια της Αρκτικής και τον ανταγωνισμό με Ρωσία και Κίνα, επισημαίνοντας ότι η ασφάλεια της περιοχής μπορεί να ενισχυθεί «με αυξημένη παρουσία των ΗΠΑ βάσεις, ραντάρ, στρατιωτικές δυνάμεις χωρίς να αλλάξει το καθεστώς της περιοχής».
H ελληνική πολιτική ισορροπίας λειτουργεί μέχρι στιγμής ως αποτελεσματικός μηχανισμός περιορισμού της έντασης, αλλά οι αναλυτές τονίζουν ότι η στρατηγική αυτή έχει όρια: σε περίπτωση στρατιωτικής κλιμάκωσης, η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να ευθυγραμμιστεί με τις συλλογικές αποφάσεις της Ε.Ε., καθώς η ουδετερότητα θα είναι πρακτικά αδύνατη, αναδεικνύοντας τα όρια της πολιτικής ισορροπίας σε περιόδους ανοιχτής γεωπολιτικής σύγκρουσης.