Μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, εταιρείες της αυτοκινητοβιομηχανίας συνεργάζονται όλο και περισσότερο με την αμυντική βιομηχανία. Ωστόσο ειδικοί εκτιμούν ότι η παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού δεν μπορεί να αντισταθμίσει τις απώλειες θέσεων εργασίας στον κλάδο.
Εδώ και καιρό αυτοκινητοβιομηχανίες και προμηθευτές εξαρτημάτων εμπλέκονται στην παραγωγή ανταλλακτικών, οχημάτων ή σχεδιαστικών λύσεων για τη βιομηχανία άμυνας. Από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022, η τάση αυτή έχει ενταθεί. Πολλές εταιρείες μετακινούνται από την προβληματική αυτοκινητοβιομηχανία προς την αμυντική βιομηχανία, επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν κρατικά συμβόλαια.
Η αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται σε κρίση λόγω πολλών παραγόντων: λανθασμένες διοικητικές αποφάσεις, ανταγωνισμός από την Κίνα, καθυστερημένη προσαρμογή στις τεχνολογικές αλλαγές και υψηλό ενεργειακό κόστος. Υπάρχει κίνδυνος απώλειας δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας και σημαντικής μείωσης κερδών.
Αντίθετα, η αμυντική βιομηχανία γνωρίζει άνθηση. Η Γερμανία είναι πλέον ο τέταρτος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων στον κόσμο. Στο εργοστάσιο της Volkswagen στο Όσναμπρικ, για παράδειγμα, αναπτύσσονται στρατιωτικά οχήματα. Το ερώτημα είναι αν αυτό αποτελεί το νέο μέλλον της δοκιμαζόμενης αυτοκινητοβιομηχανίας και πόσο βιώσιμο είναι για την οικονομία.
«Η αμυντική βιομηχανία δεν θα σώσει την οικονομία», λέει στο Euronews ο καθηγητής Μάρτιν Γκόρνιγκ, διευθυντής στο Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών. Όπως σημειώνει, «δεν πρόκειται να φέρει κανένα οικονομικό θαύμα. Είναι απλώς μια πρόσθετη δραστηριότητα που αυξάνεται και μπορεί να ενισχύσει τα κέρδη των εταιρειών, αλλά δεν αποτελεί υποκατάστατο».
«Η άνθηση της αμυντικής βιομηχανίας δεν αρκεί»
Ακόμη πιο επικριτικός είναι ο οικονομολόγος Πάτρικ Κατσμάρτσικ από το Πανεπιστήμιο του Μάνχαϊμ. Όπως δήλωσε στο Euronews, «η άνθηση της αμυντικής βιομηχανίας δεν θα καλύψει τις απώλειες σε άλλους τομείς ούτε θα προκαλέσει κάποιο “στρατιωτικό οικονομικό θαύμα”».
Ο ίδιος εξηγεί: «Μαζί με τον συνάδελφό μου Τομ Κρεμπς εκτιμούμε ότι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής των στρατιωτικών δαπανών δεν ξεπερνά το 0,5. Δηλαδή για κάθε ένα ευρώ που δαπανάται για στρατιωτικούς σκοπούς, προκύπτουν το πολύ 50 λεπτά επιπλέον οικονομικής δραστηριότητας».
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, δεν θα δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις εργασίας. Η βιομηχανία έχασε τα τελευταία δύο χρόνια περίπου 10.000 θέσεις εργασίας τον μήνα και πρόσφατα ακόμη και 15.000. Αντίθετα, ο πυρήνας της αμυντικής βιομηχανίας απασχολεί μόλις 17.000 εργαζόμενους.
«Πρόκειται για μέγεθος αντίστοιχο με τη βιομηχανία έτοιμων γευμάτων», λέει χαρακτηριστικά. Ο κλάδος είναι πολύ μικρός για να αντισταθμίσει τις απώλειες μιας οικονομίας όπου περίπου 5,5 εκατομμύρια άνθρωποι εργάζονται στη βιομηχανία.
Το συμπέρασμά του είναι σαφές: «Η αμυντική παραγωγή δεν δημιουργεί βιώσιμη ανάπτυξη». Οι παραγωγικές δυνατότητες είναι ήδη σχεδόν πλήρεις και η αυξημένη ζήτηση απλώς αυξάνει τιμές και μερίσματα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, μόλις το 48% των παραγγελιών πηγαίνει σε εγχώριους κατασκευαστές, ενώ σχεδόν το ένα πέμπτο καταλήγει πλήρως στο εξωτερικό.
Περισσότερο από το 60% των αμυντικών δαπανών αφορά επίσης λειτουργικά έξοδα, όπως μισθούς, διοίκηση και συντήρηση. «Η παραγωγή περισσότερων αρμάτων και όπλων δεν αυξάνει την παραγωγικότητα της οικονομίας συνολικά», σημειώνει.
«Στην πραγματικότητα πρέπει να φτιάξουν καλύτερα αυτοκίνητα»
Ο διευθυντής ερευνών Μάρτιν Γκόρνιγκ θεωρεί ότι η αυτοκινητοβιομηχανία παραμένει συνολικά «σταθερή».
«Τα τεράστια κέρδη έχουν μειωθεί, αλλά οι διευθύνοντες σύμβουλοι συνεχίζουν να λαμβάνουν τεράστιες αμοιβές. Άρα τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα. Οι πωλήσεις παραμένουν σταθερές», σημειώνει.
Ο ίδιος αναγνωρίζει και ορισμένα πιθανά οφέλη. «Η αμυντική βιομηχανία είναι κλάδος υψηλής τεχνολογίας και μπορεί να δημιουργήσει καινοτομίες που θα ωφελήσουν την αυτοκινητοβιομηχανία. Στο μέλλον, για παράδειγμα, ίσως υπάρξουν άρματα με ηλεκτρική κίνηση». Παράλληλα, τα περιθώρια κέρδους είναι υψηλά: «Με ένα άρμα κερδίζεις περισσότερα χρήματα απ’ ό,τι με μια Mercedes S-Class».
Ωστόσο προειδοποιεί: «Υπάρχει κίνδυνος αν η αυτοκινητοβιομηχανία στραφεί υπερβολικά προς τα άρματα μάχης. Θα έπρεπε τώρα να επικεντρώνεται στο να κατασκευάζει καλύτερα αυτοκίνητα».
«Οι πελάτες δεν χρειάζονται περισσότερα άρματα αλλά καλύτερα αυτοκίνητα»
Ο Ούβε Χεκ, ο οποίος υπήρξε επί 17 χρόνια επικεφαλής του συμβουλίου εργαζομένων της Porsche, επικρίνει έντονα τη στροφή ορισμένων εταιρειών προς την αμυντική παραγωγή.
«Οι πελάτες δεν χρειάζονται περισσότερα άρματα αλλά ωραία αυτοκίνητα», λέει. «Στην Porsche λέγαμε πάντα: πρώτα ο πελάτης, μετά οι εργαζόμενοι και μετά οι μέτοχοι. Αυτό πλέον έχει ανατραπεί».
Ο ίδιος προειδοποιεί ότι η σύνδεση της αυτοκινητοβιομηχανίας με την παραγωγή όπλων δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο.
«Θέλουμε πραγματικά τα παιδιά μας να δουλεύουν πάνω σε άρματα αντί για αυτοκίνητα; Αυτή θα είναι η γερμανική οικονομία του μέλλοντος;», διερωτάται.
Η Volkswagen από την πλευρά της έχει τονίσει ότι δεν σκοπεύει να παράγει όπλα. Η εταιρεία κουβαλά ένα βαρύ ιστορικό από τη ναζιστική περίοδο, όταν παρήγαγε όπλα και πυρομαχικά κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.