Η FIFA υποστηρίζει ότι οι τιμές των εισιτηρίων του Μουντιάλ αντανακλούν τα επίπεδα της αγοράς στις ΗΠΑ και αποθαρρύνουν τους μεταπωλητές, όμως ειδικοί και οργανώσεις καταναλωτών λένε ότι η σύγκριση με τα αμερικανικά σπορ παραλείπει κρίσιμα στοιχεία
Το Μουντιάλ του 2026, το οποίο συνδιοργανώνουν το Μεξικό, ο Καναδάς και οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχει δεχθεί καταιγισμό επικρίσεων για τις ακριβές τιμές των εισιτηρίων, οι οποίες χαρακτηρίζονται οι υψηλότερες στη σχεδόν εκατοντάχρονη ιστορία της διοργάνωσης.
Σύμφωνα με το Associated Press, οι τιμές των εισιτηρίων της FIFA για τους αγώνες των ομίλων ξεκινούσαν από 140 δολάρια (121 ευρώ), ενώ τα εισιτήρια κατηγορίας 1 – ο ακριβότερος τύπος γενικής εισόδου – για τον τελικό στο Νιου Τζέρσεϊ στις 19 Ιουλίου ξεκινούσαν από 8.680 δολάρια, προτού αυξηθούν στα 10.990 δολάρια τον Απρίλιο και στο ιλιγγιώδες ποσό των 32.970 δολαρίων τον Μάιο.
Για πρώτη φορά εφαρμόστηκε σύστημα δυναμικής τιμολόγησης, πράγμα που σημαίνει ότι οι τιμές των εισιτηρίων καθορίζονταν από τη ζήτηση. Το σύστημα αυτό έχει πλέον καθιερωθεί στις ΗΠΑ, μετά την εισαγωγή του στην αμερικανική αγορά σπορ το 2009.
Το αποτέλεσμα της δυναμικής τιμολόγησης είναι ένα Μουντιάλ με σαφώς ακριβότερα εισιτήρια σε σχέση με προηγούμενες διοργανώσεις.
Για σύγκριση, στο Μουντιάλ του 2018 στη Ρωσία τα εισιτήρια κατηγορίας 1 κόστιζαν 1.100 δολάρια. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Κατάρ, το αντίστοιχο εισιτήριο κόστιζε 1.607 δολάρια. Αντίστοιχα, για τον τελικό του Euro 2024 στο Βερολίνο, οι τιμές ξεκινούσαν από 95 ευρώ, με τις ακριβότερες θέσεις να φτάνουν τα 2.000 ευρώ.
Ύστερα από την κριτική, η FIFA διέθεσε 130.000 εισιτήρια με τιμή 60 δολάρια στις εθνικές ομοσπονδίες για τους τακτικούς υποστηρικτές τους.
Είναι ακριβείς οι συγκρίσεις με τις τιμές της αμερικανικής αγοράς;
Ερωτηθείς για τις υψηλές τιμές, ο πρόεδρος της FIFA Τζάνι Ινφαντίνο δήλωσε ότι η FIFA συμβουλεύτηκε τους «καλύτερους νομικούς» και τους «καλύτερους ειδικούς» πριν ξεκινήσει η πώληση των εισιτηρίων και ότι η ομοσπονδία αισθάνεται άνετα να υπερασπιστεί τη στρατηγική τιμολόγησής της.
Ο Ινφαντίνο είπε ότι τα επίπεδα των τιμών στην αγορά επηρέασαν το κόστος των εισιτηρίων. Υποστήριξε επίσης ότι η ζήτηση για το φετινό τουρνουά έχει ανεβάσει τις τιμές, λέγοντας ότι τα εισιτήρια αντανακλούν την αγορά, δεδομένου ότι, όπως είχε πει τον Μάιο, οι ΗΠΑ «είναι η αγορά στην οποία η ψυχαγωγία είναι η πιο ανεπτυγμένη στον κόσμο».
Στις 10 Ιουνίου είπε σε δημοσιογράφους ότι η μέση τιμή εισιτηρίου, κάτω από 500 δολάρια, είναι συγκρίσιμη με άλλα αμερικανικά σπορ κατά τη διάρκεια των πλέι οφ, προσθέτοντας ότι δεν ανησυχεί για τα εισιτήρια που εμφανίζονται στη δευτερογενή αγορά με τιμή 2 εκατομμύρια δολάρια.
Η σύγκριση αυτή μπορεί να ισχύει για ορισμένες αγορές μεταπώλησης, είναι όμως λιγότερο ακριβής όταν εξετάζονται οι επίσημες τιμές καταλόγου, σύμφωνα με ανάλυση του AP.
Τα εισιτήρια για το World Series – τη σειρά τελικών του πρωταθλήματος μπέιζμπολ Major League Baseball – τα τελευταία χρόνια κυμαίνονται κατά μέσο όρο μεταξύ 350 και 400 δολαρίων, ενώ στο National Football League (NFL) την περασμένη σεζόν οι μέσες τιμές ήταν 230 δολάρια για τον γύρο wild card, 320 δολάρια για τους αγώνες της divisional round και 450 δολάρια για τους τελικούς των περιφερειών. Την ίδια ώρα, τα εισιτήρια για το Super Bowl στοίχιζαν κατά μέσο όρο περίπου 3.300 δολάρια.
Η τιμή εισόδου (δηλαδή το συνολικό κόστος του φθηνότερου διαθέσιμου εισιτηρίου) στην ιστοσελίδα μεταπώλησης της FIFA για τον τελικό του Μουντιάλ είναι 9.805 δολάρια. Οι τελικοί του NBA έχουν παρουσιάσει τεράστιες διακυμάνσεις στην τιμή εισόδου, από ελάχιστο περίπου 500 δολάρια για τους δύο πρώτους αγώνες στο Σαν Αντόνιο έως περίπου 10.000 δολάρια για τον τρίτο αγώνα στη Νέα Υόρκη. Ο τέταρτος αγώνας στη Νέα Υόρκη ήταν πολύ φθηνότερος, με την τιμή να πέφτει γύρω στα 4.000 δολάρια στις 10 Ιουνίου.
Ειδικοί έχουν αμφισβητήσει τη σύγκριση του Ινφαντίνο ανάμεσα στα πλέι οφ των αμερικανικών σπορ και το Μουντιάλ.
«Είναι μάλλον παραπλανητικό να συγκρίνουμε τα δύο, καθώς ένα τουρνουά 48 ομάδων που διεξάγεται σε διάστημα πέντε εβδομάδων διαφέρει σημαντικά, ως σύλληψη, σχεδιασμός και υλοποίηση, από τα πλέι οφ στο τέλος της σεζόν των franchise», δήλωσε στο τμήμα ελέγχου γεγονότων του Euronews, The Cube, ο Σάιμον Τσάντγουικ, καθηγητής Αθλητισμού της Αφρο-Ευρασίας στην Emlyon Business School.
«Ίσως η πιο προφανής διαφορά είναι ότι το ένα διοργανώνεται μεταξύ χωρών, ενώ το άλλο διεξάγεται μεταξύ ομάδων της ίδιας πόλης», είπε. «Επομένως, τα προϊόντα που προσφέρονται είναι ουσιαστικά διαφορετικά και απευθύνονται σε πολύ διαφορετικά κοινά».
Ο Τσάντγουικ υποστήριξε επίσης ότι η βάση φιλάθλων του Μουντιάλ είναι πολύ ευρύτερη από εκείνη των περισσότερων αμερικανικών επαγγελματικών σπορ.
«Οι ΗΠΑ είναι μια ιδιαίτερα ώριμη αγορά σπορ, στην οποία ο κόσμος είναι διατεθειμένος να πληρώσει σημαντικά ποσά για αθλητικές εμπειρίες», είπε. «Ενώ το Μουντιάλ έχει ένα πολύ διαφορετικό, συχνά οικονομικά μειονεκτούν, κοινό, καθώς και μια πολύ διαφορετική παγκόσμια κοινωνικοδημογραφική βάση».
Αμφισβήτησε επίσης τον ισχυρισμό της FIFA ότι η μέση τιμή εισιτηρίου θα είναι κάτω από 500 δολάρια, λόγω της δυναμικής τιμολόγησης, η οποία σημαίνει ότι οι τιμές για τις διοργανώσεις έχουν παρουσιάσει και θα συνεχίσουν να παρουσιάζουν διακυμάνσεις.
«Ίσως κάποια στιγμή τον Ιούλιο ο Ινφαντίνο να μπορέσει να πει ότι αυτή ήταν η μέση τιμή. Μέχρι τότε, όμως, δεν μπορούμε πραγματικά να το γνωρίζουμε», είπε ο Τσάντγουικ.
Αποτρέπουν οι υψηλές τιμές τις μεταπωλήσεις με υπέρογκα ποσά;
Ο Ινφαντίνο υποστήριξε ακόμη ότι οι υψηλές τιμές ήταν αναγκαίες και ότι, αν η FIFA είχε μειώσει τις τιμές, οι μαυραγορίτες εισιτηρίων θα είχαν εκμεταλλευθεί την κατάσταση, ζητώντας πολύ υψηλότερα ποσά – διοχετεύοντας τα κέρδη στη μαύρη αγορά και όχι στο ίδιο το άθλημα.
«Στις ΗΠΑ επιτρέπεται επίσης η μεταπώληση εισιτηρίων», είχε πει τον Μάιο, σύμφωνα με τη Guardian, ο Ινφαντίνο. «Άρα, αν πουλούσες τα εισιτήρια σε πολύ χαμηλή τιμή, αυτά τα εισιτήρια θα μεταπωλούνταν σε πολύ υψηλότερη».
Ωστόσο, οι οργανώσεις προστασίας των καταναλωτών υποστηρίζουν ότι οι υψηλές τιμές δεν αποτρέπουν τη μεταπώληση.
«Βλέπουμε εισιτήρια να πωλούνται για κάτι περισσότερο από 2 εκατομμύρια ευρώ· πολλοί περισσότεροι μεσάζοντες βγάζουν χρήματα από αυτή τη μεταπώληση», δήλωσε η Ολίβια Μπράουν, υπεύθυνη πολιτικής της Euroconsumers, της ευρωπαϊκής ομπρέλας οργανώσεων καταναλωτών. «Το επιχείρημα ότι η δυναμική τιμολόγηση βοηθά ώστε τα χρήματα να μένουν στον αθλητισμό είναι κάτι για το οποίο είμαστε επιφυλακτικοί».
«Η FIFA εισήγαγε προμήθεια 15% για τον αγοραστή και τον πωλητή των εισιτηρίων. Έτσι, από κάθε εισιτήριο που μεταπωλείται, η FIFA παίρνει πίσω ακόμη ένα 30%», πρόσθεσε. «Ξέρω ότι λένε πως τα έσοδα επιστρέφουν στον αθλητισμό, αλλά γνωρίζουμε επίσης ότι μεγάλο μέρος των εσόδων παραμένει στη FIFA».
Η Μπράουν είπε επίσης ότι η FIFA θα μπορούσε να έχει θεσπίσει ένα ανώτατο όριο, ώστε τα εισιτήρια να μεταπωλούνται μόνο στην ονομαστική τους αξία, κάτι που τελικά δεν συνέβη.
Το επιχείρημα της FIFA έχει πάντως βρει υποστηρικτές σε ορισμένους σχολιαστές.
Ο δημοσιογράφος ποδοσφαίρου Χένρι Μπούσνελ έγραψε σε άρθρο του στο The Athletic – το αθλητικό τμήμα των New York Times – ότι ακόμη κι αν η FIFA είχε πουλήσει τα εισιτήρια σε τιμές παρόμοιες με προηγούμενα Μουντιάλ, πολλά πιθανότατα θα κατέληγαν σε δευτερογενείς αγορές σε πολύ υψηλότερες τιμές (πηγή στα Αγγλικά), λόγω της σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτης αγοράς μεταπώλησης στις ΗΠΑ.
Κατά τον Μπούσνελ, το μεγαλύτερο λάθος της FIFA δεν ήταν ότι χρέωσε υψηλές τιμές, αλλά ότι δεν κράτησε περισσότερα οικονομικά προσιτά εισιτήρια για τους πιστούς φιλάθλους.
Η FIFA δεν απάντησε στο αίτημά μας για σχολιασμό.