Η συνάντηση της πρωθυπουργού της Ιαπωνίας με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο την Πέμπτη πραγματοποιείται εν μέσω πιέσεων για εμπλοκή στην περιοχή. Η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας και η άνοδος των τιμών περιορίζουν τα περιθώρια κινήσεων.
Όταν η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, συναντηθεί με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο την Πέμπτη, θα είναι η πρώτη ηγέτιδα της G7 που τον επισκέπτεται μετά τις αντιδράσεις για την πίεση της Ουάσιγκτον προς τους συμμάχους να συμβάλουν στην ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ.
Το περασμένο Σαββατοκύριακο, ο Τραμπ είχε ζητήσει από το Τόκιο και άλλες πρωτεύουσες να συμμετάσχουν στην πολεμική του προσπάθεια και να στείλουν ναυτικές δυνάμεις για να ανοίξει ξανά η κρίσιμη θαλάσσια οδός.
Αφού οι σύμμαχοι τον απέρριψαν, ανακάλεσε το αίτημά του: «Λόγω της μεγάλης στρατιωτικής επιτυχίας που έχουμε επιτύχει, δεν “χρειαζόμαστε” πλέον, ούτε επιθυμούμε, τη βοήθεια των χωρών του ΝΑΤΟ – ΔΕΝ ΤΗ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΑΝ ΠΟΤΕ! Το ίδιο ισχύει για την Ιαπωνία, την Αυστραλία ή τη Νότια Κορέα», έγραψε στον λογαριασμό του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ερωτηθείσα την Τετάρτη στο Κοινοβούλιο για το σχόλιο του Τραμπ, η Τακαΐτσι δήλωσε ότι σκοπεύει να έχει «σε βάθος συζητήσεις» με τον πρόεδρο για την κατάσταση στο Ιράν και παγκοσμίως.
«Η κατάσταση αλλάζει μέρα με τη μέρα. Τα μηνύματα που έρχονται από την αμερικανική πλευρά στο διαδίκτυο επίσης αλλάζουν», είπε.
Η αποστολή ιαπωνικών ναυτικών δυνάμεων στην περιοχή θα συναντούσε σοβαρά συνταγματικά και νομικά εμπόδια και θα έφερνε την κυβέρνηση της Τακαΐτσι σε δύσκολη θέση.
Μέχρι στιγμής, η πρωθυπουργός, η οποία μόλις επανεξελέγη με ευρεία νίκη, έχει κρατήσει κλειστά τα χαρτιά της.
Αν και το Σύνταγμα της Ιαπωνίας δεν θα εμπόδιζε τη χώρα να συμβάλει σε επιχειρήσεις εκκαθάρισης ναρκών γύρω από τα Στενά του Ορμούζ «μετά το τέλος του πολέμου», το Τόκιο δεν σχεδιάζει, προς το παρόν, να αναπτύξει ναρκαλιευτικά στην περιοχή, όπως δήλωσε την περασμένη εβδομάδα.
Το 1991, το Τόκιο είχε συμφωνήσει σε αντίστοιχη αποστολή, στέλνοντας έξι ναρκαλιευτικά στον Περσικό Κόλπο, περισσότερο από έξι μήνες μετά το τέλος της επιχείρησης «Καταιγίδα της Ερήμου» των ΗΠΑ, που έληξε τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου.
Σήμερα, ο πόλεμος στο Ιράν βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας της συνάντησης Τραμπ–Τακαΐτσι, καθώς η Ιαπωνία αντιμετωπίζει εκτίναξη των τιμών ενέργειας εν μέσω της σύγκρουσης.
Η Ιαπωνία είναι ο πέμπτος μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, με το 95% να προέρχεται από τη Μέση Ανατολή.
Οι τιμές αυξάνονται καθώς οι προμήθειες μπλοκάρονται στα Στενά του Ορμούζ, ενώ η αδυναμία του γεν ενισχύει ακόμη περισσότερο το κόστος εισαγωγών.
Η Τακαΐτσι διαπιστώνει ότι ένας πόλεμος στον οποίο η χώρα της δεν συμμετέχει αυξάνει το κόστος ζωής και δημιουργεί πολιτικό πρόβλημα στο εσωτερικό. Είναι μια σύγκρουση που αναγκάζει τους Ιάπωνες αξιωματούχους να αναζητούν απαντήσεις που θα διατηρούν τη χώρα σε καλή σχέση με τον Τραμπ, χωρίς να αποξενώνουν την φιλειρηνική ιαπωνική κοινή γνώμη.
Κατά τη συνάντησή της με τον Τραμπ, η Τακαΐτσι θα επιδιώξει κυρίως διαβεβαιώσεις για την αμερικανική «ομπρέλα ασφαλείας», που αποτελεί θεμέλιο της ιαπωνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
«Η διεθνής κατάσταση αλλάζει πολύ γρήγορα και είναι σημαντικό για εμάς να διασφαλίσουμε τη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε στο Euronews ανώτερος αξιωματούχος του ιαπωνικού Υπουργείου Εξωτερικών.
Πράγματι, η στρατηγική της Ιαπωνίας βασίζεται στη σταθεροποίηση της Ανατολικής Ασίας, στην αποτροπή της Κίνας και στη διατήρηση ανοιχτών των θαλάσσιων οδών στη Νότια Σινική Θάλασσα, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ενεργή συμμετοχή των ΗΠΑ.
Η αιφνίδια εστίαση του Τραμπ στο δυτικό ημισφαίριο (Βενεζουέλα, ενδεχομένως Κούβα) και στη Μέση Ανατολή (Ιράν) προκαλεί, συνεπώς, έντονη ενόχληση στους Ιάπωνες ηγέτες.
Παράλληλα, οι επαναλαμβανόμενες επικρίσεις του Τραμπ προς την Ευρώπη για ανεπαρκή υπεράσπιση πολιτιστικών αξιών και του «Χριστιανισμού» προκαλούν ανησυχία και στο Τόκιο.
Την περασμένη εβδομάδα, όταν η αμερικανική κυβέρνηση διέταξε αιφνιδιαστικά την αναδιάταξη πυραύλων από τη Νότια Κορέα στη Μέση Ανατολή, προκάλεσε ανησυχία όχι μόνο στη Σεούλ αλλά και στο Τόκιο.
Και στις δύο πρωτεύουσες τέθηκαν ερωτήματα για τη δέσμευση των ΗΠΑ στην περιοχή.
«Ενδιαφέρεται ακόμη ο Τραμπ για την αποτροπή της Βόρειας Κορέας; Θα αντιδράσει αν το Πεκίνο κινηθεί εναντίον της Ταϊβάν;», διερωτήθηκε ο Καζούτο Σουζούκι, διευθυντής του Institute of Geoeconomics στο International House of Japan.
«Κατά την πρώτη θητεία του, ο Τραμπ ήταν πολύ φιλικός προς την Ιαπωνία», δήλωσε στο Euronews. «Και πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να παραμείνει έτσι».
Σε αντίθεση με την Ευρώπη, η οποία θεωρητικά μπορεί να αντιμετωπίσει τα ζητήματα ασφάλειας χωρίς τις ΗΠΑ, η Ιαπωνία δεν έχει αυτή την επιλογή, πρόσθεσε. «Δεν έχουμε σχέδιο Β».
Έτσι, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους ηγέτες που έχουν συγκρουστεί επανειλημμένα με τον Τραμπ για το εμπόριο, την Ουκρανία, τη Γροιλανδία και άλλα ζητήματα, οι Ιάπωνες επιλέγουν πιο προσεκτική στάση, αποφεύγοντας οτιδήποτε θα μπορούσε να τον ενοχλήσει.
«Η στρατηγική μας είναι: συνεχίζουμε να μιλάμε, συνεχίζουμε να χαμογελάμε, προχωράμε μπροστά, χωρίς να λέμε ποτέ ξεκάθαρα ναι ή όχι», δήλωσε η Γιόκο Ιουάμα, καθηγήτρια στο National Graduate Institute for Policy Studies στο Τόκιο.
«Ψυχολογικά, η διαχείριση των Αμερικανών ήταν πάντα δύσκολη για την Ιαπωνία. Οι Αμερικανοί είναι Αμερικανοί — πάντα παίρνουν αυτό που θέλουν, και είμαστε συνηθισμένοι σε αυτό».
Ένα από τα βασικά αιτήματα του Τραμπ προς τους συμμάχους του είναι να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Τακαΐτσι θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη θετική σχέση που ανέπτυξε με τον Αμερικανό πρόεδρο τον Οκτώβριο, προβάλλοντας τις δεσμεύσεις της Ιαπωνίας: επιτάχυνση του στόχου για αμυντικές δαπάνες στο 2% του ΑΕΠ, ανάπτυξη αντιαεροπορικών συστημάτων στο πλαίσιο του σχεδίου «Golden Dome» και συμφωνία για επενδύσεις 550 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ, σε αντάλλαγμα για μείωση δασμών από 25% σε 15% πέρυσι.
Το κατά πόσο ο Τραμπ θα αναγνωρίσει αυτές τις κινήσεις παραμένει αβέβαιο.
Προς το παρόν, το Τόκιο προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αξία της αμερικανικής εμπλοκής στο Ιράν και την απρόβλεπτη στάση του Τραμπ.
«Η καλύτερη ελπίδα μας είναι η ταχεία λήξη του πολέμου στο Ιράν», δήλωσε στο Euronews ο Χατζίμε Φουνάντα, βουλευτής του κυβερνώντος Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος.
Ο Φουνάντα είναι επικεφαλής της κοινοβουλευτικής αποστολής για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Υποστηρίζει εδώ και χρόνια την ενίσχυση των σχέσεων Ιαπωνίας–ΕΕ και θεωρεί ότι η σημερινή συγκυρία καθιστά αυτή τη συνεργασία ακόμη πιο αναγκαία.
«Δεδομένης της κρίσης, οι σχέσεις ΕΕ–Ιαπωνίας πρέπει να ενισχυθούν — και θα ενισχυθούν», δήλωσε, τονίζοντας ότι η διατήρηση της διεθνούς τάξης αποτελεί κοινό στόχο.
Ήδη, οι σχέσεις Ευρώπης και Ιαπωνίας βρίσκονται σε ιστορικά υψηλό επίπεδο, εξελισσόμενες από μια παραδοσιακή εμπορική σχέση σε μια ευρύτερη στρατηγική συμμαχία.
Η εξέλιξη αυτή βασίζεται σε δύο σημαντικές συμφωνίες του 2019: τη Συμφωνία Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης (SPA) και τη Συμφωνία Οικονομικής Εταιρικής Σχέσης (EPA), που δημιούργησαν μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές ζώνες στον κόσμο.
Επιπλέον, το 2024, οι Βρυξέλλες και το Τόκιο εγκαινίασαν τη Συμφωνία Συνεργασίας για την Ασφάλεια και την Άμυνα, την πρώτη του είδους της μεταξύ της ΕΕ και χώρας της Ασίας-Ειρηνικού, θεσμοθετώντας βαθύτερη συνεργασία σε στρατιωτικό και πληροφοριακό επίπεδο.
«Η Ευρώπη γίνεται ολοένα και πιο σημαντική για εμάς», δήλωσε ο Μιτσίτο Τσουρουόκα, καθηγητής στο Keio Center for Strategy. «Χρειαζόμαστε σταθερότητα και γι’ αυτό χρειαζόμαστε την Ευρώπη», ιδιαίτερα στην περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού.
Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια στη θάλασσα, αναγνωρίζει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στον Ειρηνικό, αλλά μπορεί να στείλει «στρατηγικά μηνύματα», δείχνοντας ότι η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί.
«Γιατί όχι να σταλούν ευρωπαϊκά πλοία στη Νότια Σινική Θάλασσα; Το να βλέπεις σημαίνει να πιστεύεις», είπε.
Στον τομέα της οικονομικής ασφάλειας, Ευρώπη και Ιαπωνία συνεργάζονται για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων, την προστασία κρίσιμων τεχνολογιών όπως οι ημιαγωγοί και οι πρώτες ύλες, και τη διαμόρφωση διεθνών προτύπων απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις.
Ωστόσο, απαιτείται μεγαλύτερη συνεργασία με ομοϊδεάτες εταίρους, ιδίως στην Ευρώπη, σύμφωνα με τον Ακίρα Ιγκάτα, πολιτικό επιστήμονα στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο.
Ο στόχος είναι μια κοινή ανθεκτικότητα που να είναι αξιόπιστη απέναντι σε πιέσεις, λειτουργική για τις επιχειρήσεις και συμβατή με τις δημοκρατικές αρχές.
Η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ έχει δημιουργήσει κενά στη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες — κενά που πρέπει να καλυφθούν.
«Αλλά η Ιαπωνία και η Ευρώπη μπορούν να το κάνουν», κατέληξε.